Βενιζέλος: Μόνο 30.000 επιχειρήσεις είναι επιλέξιμες με τραπεζικά κριτήρια – Τι πρέπει να κάνουμε

 

«Η ελληνική οικονομία έχει, κατά κάποιον τρόπο, διασωληνωθεί, αναπνέει με τεχνική βοήθεια, με αναπνευστήρα, τόνισε ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευάγγελος Βενιζέλος, στη διάρκεια της ομιλίας του στο διαδικτυακό 4o Αναπτυξιακό Συνέδριο Θεσσαλονίκης που οργανώνει το Ελληνικό Ινστιτούτο Ερευνας και Ανάπτυξης (ΕΛΙΝΕΚΑ).
«Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί να μην ατροφήσουν οι πνεύμονες, να μην υποστεί η οικονομία μια συνολική μυοπάθεια, να μπορέσει να ανακάμψει», είπε. Όμως, αν κοιτάξει κανείς λίγο βαθύτερα τα πράγματα, θα δει ότι με κριτήριο την δυνατότητα πρόσβασης στο τραπεζικό σύστημα, οι επιχειρήσεις οι οποίες είναι επιλέξιμες, επιλέξιμες όχι για την κρατική υποστήριξη, επιλέξιμες με αμιγώς τραπεζικά κριτήρια, είναι δραματικά λίγες. Είναι στην καλύτερη περίπτωση 30.000 σε όλη τη χώρα, υπολογίζω ότι στη Θεσσαλονίκη δεν είναι πάνω από 3.000 επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει, ότι είναι επείγουσα ανάγκη και στη Θεσσαλονίκη και σε όλη τη χώρα, να αναζητήσουμε νέα κοιτάσματα απασχόλησης, γιατί βρισκόμαστε, προφανέστατα, μπροστά σε νέα κοιτάσματα ανεργίας μετά την πανδημία και σε νέα κοιτάσματα πρόωρης τάσης για συνταξιοδότηση

Η Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στο 4ο Αναπτυξιακό Συνέδριο Θεσσαλονίκης

Ευχαριστώ  θερμά το Ελληνικό Ινστιτούτο Έρευνας και Ανάπτυξης για την πρόσκλησή του, χαίρομαι που μετέχω στο 4ο Αναπτυξιακό Συνέδριο για τη Θεσσαλονίκη. Άκουσα με πολύ μεγάλη προσοχή τους τρείς χαιρετισμούς των θεσμικών εκπροσώπων και βεβαίως, την κεντρική ομιλία του αγαπητού φίλου Μαργαρίτη Σχοινά, ο οποίος  εξήγησε την κατάσταση από την οπτική γωνία της ΕΕ και έδωσε έναν τόνο αισιοδοξίας και προοπτικής.

Θα μου επιτρέψετε να είμαι λίγο πιο απαισιόδοξος, λίγο πιο ρεαλιστής και λίγο πιο συγκεκριμένος τοπικά, να αναφερθώ περισσότερο στις πιθανότητες που έχει η Θεσσαλονίκη, μετά την πανδημία, να παίζει έναν ουσιαστικό ρόλο.

Η πανδημία αλλάζει τα πάντα. Προκαλεί μια κρίση, όχι μόνο υγειονομική και οικονομική, αλλά μια κρίση κοινωνικών συμπεριφορών, μια κρίση του αναπτυξιακού μοντέλου, μια κρίση αξιακή, μια κρίση ανθρωπολογική. Ξαναγνωριζόμαστε και ξαναψάχνουμε τον εαυτό μας. Τίθεται σε αμφιβολία η ίδια η θεώρηση της παγκοσμιοποίησης. Βλέπουμε ότι πρέπει οι περιφερειακές οικονομικές οντότητες, όπως η ΕΕ, να παίζουν πολύ πιο σημαντικό ρόλο, ώστε η αλυσίδα παραγωγής και εφοδιασμού να είναι γεωγραφικά, υπό κάποιο έλεγχο. Να είναι προσβάσιμη, να μην εξαρτώμεθα από αποφάσεις άλλων, που σε κρίσιμες στιγμές μπορεί να προτάξουν το δικό τους εθνικό συμφέρον ή τη δική τους ανάγκη για επιβίωση.

Θα κάνω έναν παραλληλισμό, ο οποίος, θα ήθελα να μου συγχωρεθεί, δεν είναι ένας ευχάριστος παραλληλισμός, αλλά η οικονομία (και εστιάζομαι τώρα στην ελληνική οικονομία) , λόγω της ύφεσης που προκαλεί η πανδημία και λόγω της παράτασης του υγειονομικού προβλήματος, ήδη το Α΄ τρίμηνο του 2021 είναι τρίμηνο πανδημικό, έχει, κατά κάποιο τρόπο, διασωληνωθεί. Αναπνέει με τεχνική βοήθεια, με αναπνευστήρα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί, να μην ατροφήσουν οι πνεύμονες, να μην υποστεί η οικονομία μια συνολική μυοπάθεια, να μπορέσει να ανακάμψει.

Τώρα, χάρη βεβαίως σε αυτά που ανέφερε και ο Μ. Σχοινάς, δηλαδή στη γενική ρήτρα διαφυγής από το Σύμφωνο Σταθερότητας, δεν ελέγχονται στην πραγματικότητα οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, δεν λειτουργούν τα κριτήρια του Συμφώνου Σταθερότητας, έχει απελευθερωθεί όλος ο μηχανισμός των κρατικών ενισχύσεων. Αυτό σημαίνει ότι διογκώνονται και οι ανισότητες μεταξύ των κρατών- μελών γιατί ανάλογα με τη δημοσιονομική ευχέρεια που έχει κάθε χώρα, ενισχύει τις επιχειρήσεις της.

Επειδή, σε πολύ μεγάλο βαθμό, η αγορά επιβιώνει υπό συνθήκες ύφεσης, υπό συνθήκες αναστολής λειτουργίας για πολλές επιχειρήσεις, μέσα από μηχανισμούς ενισχύσεων, μέσα από την επιστρεπτέα προκαταβολή, μέσα από την επιδότηση των ενοικίων, μέσα από τα επιδόματα, αντιλαμβάνεστε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με επιχειρήσεις οι οποίες έχουνε γίνει επιχειρήσεις «ζόμπι». Και πρέπει αυτή τη στιγμή, να προωθούμε δυο παράλληλους στόχους, τη διάσωση της υφιστάμενης δομής της ελληνικής οικονομίας, η οποία χάνει την ανταγωνιστικότητά της και τη δυνατότητα επιβίωσής της στην μετά-πανδημία εποχή και βέβαια, τον εξίσου επείγοντα και επιτακτικό στόχο των κινήσεων αναδιάρθρωσης που σημαίνει και αλλαγή της διαστρωμάτωσης του ελληνικού επιχειρηματικού και γενικότερα, αναπτυξιακού μοντέλου.

Όμως, αν κοιτάξει κανείς λίγο βαθύτερα τα πράγματα, θα δει ότι με κριτήριο την δυνατότητα πρόσβασης στο τραπεζικό σύστημα, οι επιχειρήσεις οι οποίες είναι επιλέξιμες, επιλέξιμες όχι για την κρατική υποστήριξη, επιλέξιμες με αμιγώς τραπεζικά κριτήρια, είναι δραματικά λίγες. Είναι στην καλύτερη περίπτωση 30.000 σε όλη τη χώρα, υπολογίζω ότι στη Θεσσαλονίκη δεν είναι πάνω από 3.000 επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει, ότι είναι επείγουσα ανάγκη και στη Θεσσαλονίκη και σε όλη τη χώρα, να αναζητήσουμε νέα κοιτάσματα απασχόλησης, γιατί βρισκόμαστε, προφανέστατα, μπροστά σε νέα κοιτάσματα ανεργίας μετά την πανδημία και σε νέα κοιτάσματα πρόωρης τάσης για συνταξιοδότηση. Όχι τόσο στον χώρο της μισθωτής εργασίας όσο στον χώρο της αυτοαπασχόλησης και των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων που διατηρούνται στη ζωή αλλά, ενδεχομένως, μετά θα βρεθούν στην ανάγκη, εκόντες- άκοντες , οι επιχειρηματίες να καταργήσουν τις θέσεις εργασίας και οι ίδιοι να αναζητήσουν πιθανή λύση στη συνταξιοδότησή τους. Άρα πρέπει να κινηθούμε πάρα πολύ γρήγορα.

Συμβαίνει το εξής περίεργο. Η επιστροφή στην κανονικότητα, που όλοι θέλουμε, υγειονομικά σημαίνει απελευθέρωση. Σημαίνει επιστροφή στη φυσιολογική μας ζωή. Οικονομικά όμως σημαίνει επιστροφή στους κανόνες. Σημαίνει επιστροφή σταδιακά στο Σύμφωνο Σταθερότητας. Θέλω να ελπίζω σε ένα πιο έξυπνο, πιο ευέλικτο Σύμφωνο Σταθερότητας ή έστω, έτσι ερμηνευόμενο πιο έξυπνα Σύμφωνο Σταθερότητας. Θέλω να πιστεύω πως Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα συνεχίσει τις πολιτικές της ποσοτικής χαλάρωσης, αλλά  θα αρχίσουν να υπάρχουν αντιστάσεις. Γιατί τέτοιες αντιστάσεις υπήρχαν και πριν την πανδημία και εκφράστηκαν από το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο πανηγυρικά.

Άρα λοιπόν, η κανονικότητα είναι ελπίδα σε σχέση με την υγειονομική κρίση,  αλλά μπορεί να είναι και απειλή σε σχέση με το οικονομικό, δημοσιονομικό, χρηματοπιστωτικό και χρηματοοικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κληθεί να κινηθεί η Ελλάδα. Και μέσα στην Ελλάδα, η βόρεια Ελλάδα, η Θεσσαλονίκη. Θα ξανασυζητήσουμε για τα δημοσιονομικά δεδομένα. Πρέπει να διασφαλίσουμε και πάλι τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. Θα δούμε ξανά τους όρους δανεισμού, γιατί τώρα βεβαίως, όλοι δανειζόμαστε με τα καλύτερα δυνατά επιτόκια, αντιμετωπίζεται ως ενιαία αγορά ομολόγων η Ευρωπαϊκή Ένωση, χάρις στην τεράστια υποστήριξη που παρέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αλλά σας θυμίζω ότι έτσι ξεκινήσαμε και με την οικονομική κρίση του 2008, αλλά κάποια ωραία πρωία του φθινοπώρου του 2010  ο Πρόεδρος Σαρκοζί και η Καγκελάριος Μέρκελ έκαναν την περιβόητη δήλωση της Ντοβίλ και τα ελληνικά επιτόκια εκτινάχτηκαν γιατί προειδοποιήθηκαν οι αγορές ότι πρέπει να αξιολογούν κάθε χώρα χωριστά, με βάση τα δικά της αναπτυξιακά, ανταγωνιστικά, δημοσιονομικά και μακροοικονομικά δεδομένα. Άρα, πρέπει να είμαστε πολύ καλά προετοιμασμένοι για την επόμενη μέρα.

Μέσα  σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο, η Θεσσαλονίκη έχει την εξής ιδιορρυθμία. Είναι μια πόλη της ιδιωτικής οικονομίας και τώρα πρέπει να συμβιώσει και να επιβιώσει με συνθήκες, οι οποίες εξαρτώνται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από πολιτικές,δηλαδή κρατικές αποφάσεις ή από πολιτική διαχείριση πολύ σημαντικών κονδυλίων, που παρέχονται, πρωτίστως, χάρις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευελιξία που προσφέρουν τα νέα εργαλεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αποφάσεις αυτές δεν λαμβάνονται στη Θεσσαλονίκη.

Εννοώ, ότι έχουμε να διαχειριστούμε, πράγματι, το περιβόητο Ταμείο Ανάκαμψης. Δεν αναφέρομαι τώρα, στον επταετή ενωσιακό προϋπολογισμό, γιατί αυτό πάντα υπήρχε. Δεν αναφέρομαι τώρα στο νέο ΕΣΠΑ γιατί πάντα είχαμε προβλήματα. Δεν αναφέρομαι στον κατάλογο των βασικών υποδομών που -ήμουνα νιός και γέρασα-  τον ακούω να παρουσιάζεται κυλιόμενος, γίνονται πρόοδοι. Ξέρετε ότι επί χρόνια, έχω ασχοληθεί πολύ με τα θέματα αυτά και με τις υποδομές της Θεσσαλονίκης.

Το Ταμείο Ανάκαμψης, τα περιβόητα 32 δισεκατομμύρια, λιγότερα ίσως κάπως, αλλά δεν έχει σημασία περίπου τόσα, 19 περίπου με τη μορφή επιχορηγήσεων και 13 περίπου με τη μορφή δανείων με προνομιακούς όρους, διατίθενται με βάση έναν σχεδιασμό. Στον σχεδιασμό αυτό, ο οποίος θα ολοκληρωθεί μέσα Μαρτίου όπως ανακοίνωσε ο αρμόδιος Υπουργός, η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να μετέχει απλώς όπως μετέχει οποιαδήποτε άλλη περιφερειακή αυτοδιοίκηση της χώρας και όπως μετέχει οποιοσδήποτε άλλος μεγάλος δήμος της χώρας. Εδώ μιλάμε για το δεύτερο οικονομικό κέντρο της χώρας. Ειδικά για τα 13 δισεκατομμύρια των δανείων, επειδή η απόφαση είναι αυτά να συγχρηματοδοτήσουν ιδιωτικές επενδυτικές προτάσεις, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και επίκαιροι και να αναλάβουμε πρωτοβουλίες, σχετικά με το ποια επιχειρηματικά συμφέροντα είναι αυτά, που θα θελήσουν να επενδύσουν στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή. Πρέπει να δεσμευθεί  περίπου   το 70% των πόρων το 2021 και  το 2022, το σύνολο μέχρι το 2023.

Είπα προσφάτως σε μία συνέντευξή μου (στη «Μακεδονία της Κυριακής» ) , ότι πρέπει, να διαμορφώσουμε έναν στόχο, ένα πρόγραμμα, που θα το ονόμαζα «Θεσσαλονίκη 2027», όταν τελειώνει αυτή η νέα προγραμματική περίοδος όποτε και πρέπει η Θεσσαλονίκη να έχει διαμορφώσει μια εικόνα περισσότερο ανταγωνιστική.

Το πρόγραμμα «Θεσσαλονίκη 2027» βασίζεται στην κινητοποίηση όλων των δημιουργικών δυνάμεων της πόλης, προκειμένου να διεκδικήσει η Θεσσαλονίκη, όχι με έναν τρόπο συνδικαλιστικό ή τοπικιστικό, αλλά με έναν τρόπο διορατικό και αναπτυξιακό, τη συμμετοχή της στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και με τη μορφή των επιχορηγήσεων και με τη μορφή των δανείων για τη συγχρηματοδότηση σημαντικών ιδιωτικών επενδύσεων.

Οι προτεραιότητες είναι γνωστές. Δε θα διαπραγματευτούμε εμείς τις δεδομένες προτεραιότητες του Ταμείου Ανάκαμψης. Πρέπει να κινηθούμε στην πράσινη μετάβαση, στην ενέργεια, στην κλιματική αλλαγή, στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στην έξυπνη και βιώσιμη ανάπτυξη, δηλαδή σε ζητήματα έρευνας – καινοτομίας, στην κοινωνική και εδαφική συνοχή, στην εκπαίδευση και τις δεξιότητες.

Η Θεσσαλονίκη έχει μείνει πίσω σε πάρα πολλούς τομείς, δυστυχώς και υγειονομικά, όπως έδειξε η μεγάλη περιπέτεια, που ζήσαμε από τα τέλη Οκτωβρίου έως πριν λίγες εβδομάδες. Άρα χρειάζεται, να θέσουμε στο επίκεντρο της προσοχής μας αυτή τη συγκυρία και να ετοιμαστούμε για την επόμενη μέρα, γιατί η κανονικότητα, όπως είπα και προηγουμένως, βεβαίως είναι μία ελπίδα και μία ευκαιρία, αλλά μπορεί δυστυχώς να λειτουργήσει και ως απειλή για  διόγκωση των ανισοτήτων.

Ελπίζω η παρέμβασή μου να λειτουργήσει προτρεπτικά και εκείνοι προς τους οποίους απευθύνεται, όχι μόνον τους θεσμικά αρμόδιους, αλλά και τους οικονομικά δραστήριους, ενεργούς και εμπνευσμένους, να τη λάβουν υπόψιν τους. Σας ευχαριστώ και  εύχομαι καλή συνέχεια. –

 

SHARE