Οι τραπεζίτες βλέπουν “μισογεμάτο” το ποτήρι για την Οικονομία – Το μήνυμα στην αγορά

Οι επικεφαλής των ελληνικών τραπεζών στο 22ο συνέδριο του Capital Link με θέμα “Eπενδύστε στην Ελλάδα” (Ιnvest in Greece), έστειλαν με τις ομιλίες τους μήνυμα στην αγορά ότι όχι μόνο αντέχουν στην κρίση, αλλά και ότι είναι έτοιμοι να δώσουν δάνεια στις αναπτυξιακές πρωτοβουλίες. Επέμειναν στη συνέχιση των προσπαθειών για την μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) μέσω του σχεδίου “Ηρακλής” και της μάθε μιας τράπεζας ξεχωριστά, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στο θέμα της διατήρησης της “κουλτούρας πληρωμών” εκ μέρους των δανειοληπτών. Οι τραπεζίτες επισήμαναν τη σημασία των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης στην ελληνική οικονομία.

Στην αρχή της συζήτησης ο κ. Martin Bijsterbosch, στέλεχος της Διεύθυνσης Οικονομικών Υποθέσεων της ΕΚΤ ανέφερε εν συντομία τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές τράπεζες: σχετικά μικρό μέγεθος, μεγάλη έκθεση σε ΜΕΔ, χαμηλή κερδοφορία. Τόνισε, πάντως, ότι οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες έχουν κάνει πολλά βήματα για τη βελτίωση του χαρτοφυλακίου των δανείων τους, μειώνοντας τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από το 2018 κατά συνολικά 25 δισ. ευρώ, με το υπόλοιπο όμως να μένει ακόμη υψηλό αντιπροσωπεύοντας το 35,8% του συνόλου των χορηγήσεων. Τόνισε, πάντως, ότι η ένταξη της Ελλάδας στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ (PEPP) ενίσχυσε την ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών, ενώ μέσω των κεφαλαίων που αναμένεται να εισρεύσουν στην ελληνική οικονομία μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και των κρατικών εγγυήσεων για δάνεια οι ελληνικές τράπεζες έχουν πολλές δυνατότητες να βελτιώσουν τις ζημιές που έχει προκαλέσει η πολυετής κρίση της ελληνικής οικονομίας.

Τι είπαν οι διευθύνοντες σύμβουλοι της Τράπεζας Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου, της Εθνικής Τράπεζας Παύλος Μυλωνάς, της Αlpha Bank Βασίλης Ψάλτης και της Eurobank Φωκίων Καραβίας

Ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς κ. Χρήστος Μεγάλου τόνισε τη σημασία των κονδυλίων ύψους 32 δισ. από το Ταμείο Ανάκαμψης, σημειώνοντας ότι με τη σωστή χρήση μπορούν να δώσουν μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,5% του ΑΕΠ στην ελληνική οικονομία. Οι ελληνικές τράπεζες -είπε- θα είναι παρούσες όχι μόνο για να χρηματοδοτήσουν ιδιωτικές επενδύσεις αλλά και για να προσφέρουν τεχνογνωσία και συμβουλές στις ιδιωτικές επενδύσεις που θα υλοποιηθούν μέσω του Ταμείου.

Η επιστροφή της πιστωτικής επέκτασης το 2020 σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά μετά το 2009, σε συνδυασμό με τους πόρους από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης μπορούν να φέρουν τη χώρα σε ρυθμό ανάπτυξης άνω του 4% από το 2021 και μετά, εκτίμησε.

Όπως επισήμανε, το ύψος των πόρων από το Next Generation EU για την Ελλάδα ανέρχεται στο 20% του ΑΕΠ του 2020, διπλασιάζοντας ουσιαστικά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας για την επόμενη επταετία, στοιχείo που επιτρέπει στη χώρα να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης σε ετήσια βάση, τα επόμενα χρόνια.
Η χρηματοδότηση αυτή θα διοχετευθεί σε τομείς όπου η Ελλάδα έχει πλεονέκτημα, όπως η ενέργεια, η πράσινη οικονομία, ο ψηφιακός μετασχηματισμός στον τομέα των υπηρεσιών και της δημόσιας διοίκησης, η αναβάθμιση της γεωργικής παραγωγής και o τομέας της τεχνολογίας.
Σύμφωνα με τον κ. Μεγάλου, οι ελληνικές τράπεζες, και η Τράπεζα Πειραιώς ειδικότερα μπορούν να συμβάλλουν στην προσπάθεια αξιοποίησης των πόρων από το Next Generation EU από τη χώρα με τρεις τρόπους:
1. παρέχοντας ενδιάμεση χρηματοδότηση, ώστε να ξεκινήσει χωρίς καθυστερήσεις η υλοποίηση του προγράμματος
2. παρέχοντας την αναγκαία τεχνογνωσία για την αξιολόγηση των επενδυτικών σχεδίων αλλά και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις για την προετοιμασία των δικών τους σχεδίων
3. συγχρηματοδοτώντας επενδυτικά σχέδια, καθώς κεφάλαια ύψους 12,5 δισ.ευρώ από το σύνολο των 32 δισ. ευρώ του Ταμείου που είναι οι πόροι για την Ελλάδα θα μοχλευθούν με συμμετοχή 20% του ιδιωτικού τομέα και 40% μέσω τραπεζικού δανεισμού.
Αναφορικά με τις προκλήσεις που υπάρχουν για την κερδοφορία των τραπεζών, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς σημείωσε ότι οι βασικότερες είναι η μείωση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η πιθανή εισροή νέων ΝPEs λόγω του COVID19 και το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων.
Στρατηγική της Τράπεζας Πειραιώς, η επιτυχής υλοποίηση των σχεδίων μετασχηματισμού, η επιθετική μείωσης των ΝPEs και η κεφαλαιακή ενίσχυση.

Τη σημασία του ψηφιακού μετασχηματισμού των τραπεζών για να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις της εποχής και στις συνθήκες που διαμορφώνει η πανδημία, τόνισε ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, κ. Παύλος Μυλωνάς.

Ο κ. Μυλωνάς αναφέρθηκε στις πέντε δυνάμεις που παγκοσμίως ωθούν τα τελευταία χρόνια τις τράπεζες προς τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η πρώτη είναι το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων που αναγκάζει τις τράπεζες να μειώσουν τις δαπάνες και να βρουν νέες πηγές εσόδων. Η δεύτερη αφορά στο ρυθμιστικό πλαίσιο και κυρίως στην Οδηγία PSD2 μέσω της οποίας δίνεται η δυνατότητα και σε άλλους παρόχους να αποκτήσουν πρόσβαση σε δεδομένα.

Τρίτον, ο ανταγωνισμός μεγαλώνει. Δεν είναι μόνο μεταξύ των τραπεζών, σημείωσε ο CEO της Εθνικής, αλλά έχουμε και τις «νέες τράπεζες», εφαρμογές που προσφέρουν επίσης υπηρεσίες και προσβάσεις σε κλάδους όπως ο τουρισμός, η διασκέδαση και η εστίαση.

Η τέταρτη δύναμη είναι η τεχνολογική επανάσταση που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Όμως ο πιο σημαντικός παράγοντας σύμφωνα με τον κ. Μυλωνά είναι η συμπεριφορά των πελατών, καθώς έχουν συνηθίσει σε ένα επίπεδο υπηρεσιών που προσφέρουν άλλοι κλάδοι – όπως του fintech και των τηλεπικοινωνιών – γεγονός που ανεβάζει τον πήχη και για τις τράπεζες.

Όπως υπογράμμισε ο κ. Μυλωνάς, η πανδημία ήρθε να επιταχύνει τις εξελίξεις με τρόπο που δεν περίμεναν οι τράπεζες και άλλαξε τη συμπεριφορά των πελατών, κάτι που θα συνεχίσει να ισχύει και μετά το τέλος της.

Το μέλλον λοιπόν  θα είναι digital, εκτίμησε ο ίδιος, σημειώνοντας ότι οι τράπεζες θα πρέπει να αλλάξουν γρήγορα αν θέλουν να επιβιώσουν. Πρέπει να εστιάσουμε στην ταχύτητα και στην απλοποίηση των υπηρεσιών καθώς και στην εμπειρία των πελατών, αξιοποιώντας τα big data και άλλα εργαλεία, πρόσθεσε ο κ. Μυλωνάς.

Όλα αυτά απαιτούν μία νέα προσέγγιση, ενώ και τα συστήματα IT θα πρέπει να αναβαθμιστούν για να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις.

Τέλος, ο CEO της ΕΤΕ στάθηκε σε δύο κινδύνους που κατά την άποψή του θα απασχολούν στο εξής ολοένα περισσότερο τις τράπεζες. Ο πρώτος είναι η κυβερνοασφάλεια, κάτι που θα αποτελέσει τη βασική προτεραιότητα των τραπεζών τα επόμενα χρόνια για να αποδείξουν ότι είναι αξιόπιστες και ασφαλείς σε σύγκριση με τους νέους παίκτες και ο δεύτερος είναι οι περιορισμοί που θέτουν οι ρυθμιστικές αρχές σε διάφορα πεδία.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank κ. Βασίλειος Ψάλτης σημείωσε τη μεγάλη προσπάθεια που έχουν κάνει όλες οι εμπορικές τράπεζες στην προσπάθεια μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Θύμισε ότι από το 2016 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών εμπορικών τραπεζών έχουν μειωθεί κατά 40 δισ. ευρώ. Αναφερόμενος στην Alpha θύμισε την τιτλοποίηση Galaxy που προχωρά η Alpha Bank ύψους 10,8 δισ. ευρώ η οποία, όπως σημείωσε, είναι αυτήν τη στιγμή η μεγαλύτερη στην Ευρώπη. Όπως είπε, μαζί με την υλοποίηση και του σχεδίου “Ηρακλής” οι ελληνικές τράπεζες θα έχουν κάνει πολλά βήματα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου τους.

Τον επόμενο χρόνο -τόνισε- την ανάκαμψη θα κρίνουν η καλή κουλτούρα πληρωμών από τους δανειολήπτες και η σωστή αξιοποίηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Ο διευθύνων σύμβουλος της EFG Eurobank κ. Φωκίων Καραβίας είπε ότι για το επόμενο διάστημα η εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών και η αύξηση της χρηματοδότησης της οικονομίας θα εξαρτηθεί από δύο παράγοντες: Το ανθρώπινο δυναμικό και την περαιτέρω ψηφιοποίηση και τη διαχείρισης μεγάλου όγκου δεδομένων η οποία θα βοηθήσει στην καλύτερη διαχείριση των χορηγήσεων και των επισφαλειών της τράπεζας.

Για το 2021 τόνισε ότι η αξιοποίηση των χρημάτων του Ταμείου Ανάκαμψης θα βοηθήσει στην αύξηση των χρηματοδοτήσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την ανάπτυξη και κατά συνέπεια την επανεκκίνηση των εισαγωγών εταιρειών της αγοράς στο ελληνικό χρηματιστήριο.

Η πανδημία του κορονοϊού έχει λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιτάχυνση υιοθέτησης από τις τράπεζες ενός νέου επιχειρηματικού μοντέλου λειτουργίας, σημείωσε.

Πρόσθεσε δε ότι οι παράγοντες που θα διαφοροποιήσουν τους “πρωταγωνιστές” από τους “έποντες” θα είναι δύο: το ανθρώπινο δυναμικό και η επιτυχής διαχείριση των big data, που θα καθορίσει την αποδοτικότητα κάθε τράπεζας και την κερδοφορία της.

Πέραν αυτών το μελλοντικό τραπεζικό επιχειρηματικό μοντέλο θα πρέπει να αντιμετωπίσει επιτυχώς και την πρόκληση του ESG: οι τράπεζες πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι χρηματοδοτούν έργα φιλικά προς το περιβάλλον, να αποδείξουν την κοινωνική τους ευθύνη και να υπερέχουν στη διακυβέρνηση.

Όπως τόνισε ο κ. Καραβίας, στην Ελλάδα, αντιμετωπίζοντας τα χρόνια προβλήματα που κληρονομήσαμε, έχουμε σημειώσει ένα άλμα προς τα εμπρός τους τελευταίους μήνες.

Αναφερόμενος στη Eurobank, σημείωσε ότι η τράπεζα έχει σημειώσει σημαντικά βήματα μέχρι τώρα και έχει ήδη αρχίσει να ετοιμάζεται για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της επόμενης περιόδου, με απώτερο στόχο η Eurobank να καταστεί ηγέτης στην περιοχή έως το 2030. Πρόσθεσε δε ότι για το 2021 κύριος στόχος της Eurobank είναι να συνδράμει την οικονομία να απορροφήσει τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης.

Όσον αφορά τις προοπτικές της οικονομίας, ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank σημείωσε ότι μετά τη δεκαετή χρηματοοικονομική κρίση η ελληνική οικονομία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα ακόμη σοκ, αυτό της κρίσης που δημιουργεί η πανδημία, ωστόσο πρόσθεσε ότι έδειξε σημάδια ανθεκτικότητας ενώ και το τραπεζικό σύστημα είναι σήμερα πολύ πιο ισχυρό από ό,τι ήταν πέρυσι.

Σημείωσε επίσης ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις συνεχίστηκαν στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει λόγος η τάση αυτή να μην επιταχυθεί. Στο πλαίσιο αυτό εκτίμησε ότι μια ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, ειδικά από το β΄ εξάμηνο και μετά είναι εφικτή, ανάλογα φυσικά με τις εξελίξεις στο μέτωπο της υγειονομικής κρίσης και των εμβολιασμών.

SHARE