Ναι μεν… αλλά, από τους φορείς για τον νέο Πτωχευτικό Νόμο – Οι ενστάσεις τραπεζών και servicers

Οι απαιτητικές διαδικασίες και προθεσμίες, η περίμετρος των φυσικών προσώπων που μπορούν να ενταχθούν στον εξωδικαστικό, ο χρόνος απαλλαγής και ο αλγόριθμος βάσει του οποίου θα προκύπτουν οι ρυθμίσεις βρέθηκαν στο επίκεντρο των φορέων κατά τη συζήτηση στη διαρκή επιτροπή οικονομικών υποθέσεων για τον νέο Πτωχευτικό Νόμο.

Πιο αναλυτικά, για ένα θετικό νομοσχέδιο που εισάγει μία μείζονα καινοτομία, αυτή της απαλλαγής των οφειλετών έκανε λόγο ο εκπρόσωπος της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), κ. Ηλίας Πλασκοβίτης, εστιάζοντας, αφενός στις απαιτητικές διαδικασίες και αφετέρου στη σειρά υπουργικών αποφάσεων που θα ακολουθήσουν της ψήφισής του.

«Με σειρά μεταρρυθμίσεων επιδιώκεται η απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών πτώχευσης και εξυγίανσης των επιχειρήσεων, κάτι απαραίτητο λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων που καταγράφονται με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Έχουν ενταχθεί επαρκείς διατάξεις για τον έλεγχο και αποτροπής κατάχρησης των ευνοϊκών προβλέψεων του νομοσχεδίου από στρατηγικούς κακοπληρωτές και, έτσι, περιορίζεται ο ηθικός κίνδυνος που λειτουργεί αρνητικά για τους συνεπείς οφειλέτες. Ειδικότερα για τα πιστωτικά ιδρύματα η απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών πτώχευσης και εξυγίανσης επιχειρήσεων – των μη βιώσιμων, τουλάχιστον, από αυτές – καθώς και η εξάλειψη των παραγόντων που οδηγούν σε εσκεμμένη μη συμμόρφωση προς τις συμβατικές υποχρεώσεις αποτελούν ζητήματα καθοριστικά για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών και, βεβαίως, για την ικανότητά τους να χρηματοδοτούν την οικονομία», τόνισε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει: «Θα πρέπει, όμως, να επισημάνω ότι η εμπειρία από το παρελθόν έχει δείξει ότι τυχόν αστοχίες δεν προέρχονται τόσο από λάθος διατάξεις, αλλά από αδυναμίες στο σύστημα εφαρμογής τους. Και το παρόν νομοσχέδιο δεν αποφεύγει αυτό τον κίνδυνο, δεδομένου ότι περιλαμβάνει διαδικασίες και προθεσμίες ιδιαίτερα απαιτητικές για τη δημόσια διοίκηση, το δικαστικό σύστημα και τις τράπεζες. Αυτή είναι η κύρια ανησυχία μας. Τέλος, η παραπομπή κρισίμων ρυθμίσεων σε σειρά υπουργικών αποφάσεων που δεν είναι ακόμη γνωστές προκαλούν μία σχετική ανασφάλεια ως προς το πώς τελικά θα διαμορφωθούν οι σχετικές προβλέψεις του νομοσχεδίου και γι’ αυτό θα θέλαμε η διαβούλευση του υπουργείου Οικονομικών με τους εμπλεκόμενους φορείς και με την ΤτΕ να καλύψει και το περιεχόμενο αυτών των υπουργικών αποφάσεων».

Τις επτά επιφυλάξεις των τραπεζών ανέλυσε με την σειρά του, ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ) και της Τράπεζας Πειραιώς, κ. Γιώργος Χατζηνικολάου. «Τα τελευταία χρόνια είχαμε λόγω της οικονομικής κρίσης και της υπερχρέωσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών πολλές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Ήταν ξεκάθαρο ότι όλοι αυτοί οι διάσπαρτοι νόμοι που αφορούν την αφερεγγυότητα έπρεπε να ενωθούν σε ένα κοινό πλαίσιο. Από την άποψη αυτή και επί της αρχής συμφωνούμε πλήρως με την ριζική αναμόρφωση του Πτωχευτικού Κώδικα. Με ικανοποίηση διαπιστώνουμε ότι το τελικά κατατεθέν νομοσχέδιο είναι νομοτεχνικά πλήρες και σημαντικά βελτιωμένο. Επίσης, μεταφέρει στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1023 για την αφερεγγυότητα, αλλά και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας», τόνισε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει: «Στα θετικά στοιχεία περιλαμβάνονται η εισαγωγή φορολογικών και άλλων διοικητικών ελαφρύνσεων για μεταβιβάσεις ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων και η πρόνοια για την προστασία της κατοικίας των ευάλωτων μέσω του Φορέα Απόκτησης Ακινήτων».

Όσον αφορά στα κριτήρια βάσει των οποίων οι τράπεζες διατύπωσαν τις επιφυλάξεις τους, ο κ. Χατζηνικολάου ανέφερε τα εξής:

«Η υπερχρέωση μιας επιχείρησης ή ενός ιδιώτη μπορεί να οφείλεται σε οφειλές προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς φορείς, αλλά και τράπεζες. Το ζητούμενο είναι μία ενιαία ρύθμιση απέναντι σε όλους. Δεν έχει νόημα να ρυθμίσεις τη μία οφειλή σου και να κρατάς σε εκκρεμότητα την άλλη. Άρα, ο στόχος του νομοσχεδίου για καθολική ρύθμιση των οφειλών μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους. Ζητήσαμε, όμως, εάν το χρέος υπάρχει μόνο εναντίον της τράπεζας να υπάρχει διμερής συνεννόηση και να μην είναι σύνθετη και περίπλοκη. Το νομοσχέδιο προβλέπει τη δυνατότητα εξωδικαστικής ρύθμισης σε όλους, χωρίς διακρίσεις, χωρίς, δηλαδή, να εξετάζει εάν υπάρχουν σημαντικές οφειλές στο Δημόσιο. Έτσι, αντικαθιστά σε περιπτώσεις την ενδεδειγμένη διμερή συνεργασία και ρύθμιση με έναν χρονοβόρο μηχανισμό.

»Όσο και εάν είναι προσφιλής η κριτική προς τις τράπεζες έχω να σας πως ότι τους τελευταίους 18 μήνες έχουν κάνει διμερείς ρυθμίσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά που ξεπερνούν τα 18 δισ. ευρώ. Επίσης, λόγω κορωνοιού προσφέραμε σε 370.000 δανειολήπτες αναστολές δόσεων, συνολικού ποσού 20 δισ. ευρώ. Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι στο θέμα ρυθμίσεων διαθέτουν μεγάλη τεχνογνωσία και έχουν δείξει έμπρακτα την διάθεσή τους να κάνουν ρυθμίσεις. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν στο 30% του συνολικού χαρτοφυλακίου και σε 61 δισ. ευρώ όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι γύρω στο 3%. Αυτά είναι τροχοπέδη, επηρεάζοντας την ομαλή χρηματοδότηση της οικονομίας.

»Η δεύτερη επιφύλαξη έχει να κάνει με την εφαρμογή του Νόμου. Όσο καλές και εάν είναι οι προθέσεις του νομοθέτη το μεγάλο στοίχημα είναι ακριβώς αυτό. Οι χρόνοι απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και η υλοποίηση των εξωδικαστικών διαδικασιών μπορούν να καταστήσουν αναποτελεσματικό και τον καλύτερο Νόμο. Σήμερα, 10 χρόνια μετά, εκκρεμούν στα δικαστήρια υποθέσεις του Νόμου Κατσέλη και χρειάζεται νέος Νόμος για να γίνει η εκκαθάρισή τους. Επίσης, ο εξωδικαστικός μηχανισμός έπρεπε να ολοκληρώνεται σε ταχύτατο χρόνο, αλλά τελικά χρειαζόμασταν μήνες μέχρι να φτάσουμε σε αποτέλεσμα. Δεν ξέρω γιατί περιμένουμε τα δικαστήρια να δικάζουν τις νέες υποθέσεις πτώχευσης σε τέσσερις με έξι μήνες όταν αυτό γνωρίζουμε ότι δεν θα συμβεί. Η καλή πρόθεση δεν αρκεί. Ελπίζουμε, λοιπόν, ότι θα δημιουργηθούν οι κατάλληλες υποδομές με εξειδικευμένα τμήματα στα δικαστήρια που θα περαιώνουν άμεσα τις υποθέσεις αυτές.

»Η τρίτη επιφύλαξή μας αφορά στις ρυθμίσεις των φυσικών προσώπων. Επί της αρχής και τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν μία ευκαιρία εξυπηρέτησης των χρεών τους ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες. Για τα φυσικά πρόσωπα, όμως, που δεν έχουν δημόσια προσβάσιμα περιουσιακά στοιχεία, όπως τα νομικά πρόσωπα και οι έμποροι γενικά θα πρέπει οι προϋποθέσεις δεύτερης ευκαιρίας να είναι αυστηρότερες. Η δική μας προσέγγιση είναι ότι το φυσικό πρόσωπο θα μπορούσε να επιδιώξει την απαλλαγή του από τις οφειλές του μόνον μέσα στην πτώχευση. Ειδικά, καθώς τα φυσικά πρόσωπα χρησιμοποιούν τον Κώδικα Δεοντολογίας και, έτσι, πριν φτάσουμε στην καταγγελία του δανείου και στη ρευστοποίηση της περιουσίας υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για να ρυθμίσουν τα χρέη του σε διμερή συνεργασία. Επί της αρχής δεν συμφωνούμε τα φυσικά πρόσωπα να έχουν έναν εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης εάν δεν αποδεικνύουν ότι έχουν μόνιμη και πραγματική αδυναμία εξυπηρέτησης. Ιδίως, δεν συμφωνούμε να έχουν αυτή τη δυνατότητα οι ενήμεροι οφειλέτες. Πέραν από το κριτήριο μείωσης του 20% πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο ύψος οφειλής.

»Η τέταρτη επιφύλαξη αφορά στην ευκολία με την οποία απαλλάσσεται από τα χρέη – κατά κανόνα σε τρία χρόνια – αλλά υπό προυποθέσεις μέσα σε ένα β χρόνο.

»Τέλος, άλλες επιφυλάξεις είναι για τα κριτήρια επιδότησης, για τις έτοιμες λύσεις λόγω του αλγορίθμου και εάν από την ημερομηνία ισχύος θα είναι στη θέση τους όλες οι υποδομές.

»Ο νέος Νόμος δημιουργείται για να μείνει για αρκετά χρόνια. Θα ήταν τραγικό εάν σε δύο χρόνια δούμε ότι ευνόησε τη δημιουργία νέων κόκκινων δανείων ή ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη», κατέληξε.

Ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας αποτελεί ορόσημο από θεσμική και οικονομική άποψη εκτίμησε ο Τάσος Πανούσης, πρόεδρος Εταιρειών Διαχείρισης και CEO της doValue Greece μιλώντας στη Βουλή για τον προωθούμενο νόμο. Ωστόσο παράλληλα κατέθεσε τις ενστάσεις των εταιρειών διαχείρισης σε συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

Όπως είπε:

Τα κρίσιμα σημεία ως προς τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό αφορούν πρώτον το ποιες οφειλές μπορούν να υπαχθούν σε αυτόν και, δεύτερον, τις δικλείδες ασφαλείας ώστε να μην αξιοποιηθεί, παρά την πρόθεση του νομοθέτη, από τους στρατηγικούς κακοπληρωτές για την αποφυγή των υποχρεώσεών τους, όπως έχουμε δει να συμβαίνει στο παρελθόν.

Με την παρούσα διατύπωση του Κώδικα όπως εισάγεται, αίτηση υπαγωγής στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό μπορεί να υποβάλει μια ιδιαιτέρως μεγάλη περίμετρος οφειλετών – είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα, είτε οι οφειλές είναι σε καθυστέρηση, είτε έχουν ρυθμιστεί, είτε εξυπηρετούνται κανονικά κι αυτό ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση, είτε δηλαδή έχουν πραγματική αδυναμία, είτε είναι πιθανώς αφερέγγυοι, είτε μπορούν να εξυπηρετήσουν την οφειλή. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι με μια τέτοια περίμετρο, θα γίνει ευρεία χρήση με αποτέλεσμα να μπουν σε αχρείαστη ρύθμιση ενήμεροι οφειλέτες και να ξεκινήσει ξανά η διαδικασία ρύθμισης για ήδη ρυθμισμένες οφειλές.

Επιπλέον, η υποβολή αίτησης δύναται να οδηγήσει σε αναστολή συγκεκριμένων ενεργειών αναγκαστικής εκτέλεσης, μια ρύθμιση που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι στρατηγικοί κακοπληρωτές για να μεταθέσουν για άλλη μια φορά στο μέλλον την εκπλήρωση υποχρεώσεων που μπορούν αλλά αρνούνται να εκπληρώσουν. Τα παραπάνω ενδέχεται να σημάνουν πιθανή υποτροπή των σχετικών οφειλών ως προς την εποπτική τους αντιμετώπιση, δηλαδή πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα τραπεζικά ιδρύματα – χωρίς, επαναλαμβάνω, να συντρέχει απολύτως κανείς λόγος.

Προτείνουμε, επομένως, την θέσπιση πρόσθετων κριτηρίων υπαγωγής στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό. Θα βρείτε στο Υπόμνημα της ΕΕΔΑΔΠ τις σχετικές προτάσεις μας που κατατείνουν στην λειτουργία του, υπέρ όσων εμφανίζουν πράγματι πιθανή αφερεγγυότητα και τεκμηριώνεται ότι αδυνατούν να εκπληρώσουν σημαντικό μέρος των υποχρεώσεών τους. Η δε εστίαση των κριτηρίων ώστε να καταλαμβάνουν αποκλειστικά όσους ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα θα υπογραμμίσει την πρόθεση του νομοθέτη και θα διαφυλάξει τον ουσιαστικό στόχο του Εξωδικαστικού Μηχανισμού, που είναι προστασία βιώσιμων επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας και όχι η αντιμετώπιση της υπερχρέωσης των καταναλωτών.

Ένα ειδικότερο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό ζήτημα, αποτελεί ο προβλεπόμενος αλγόριθμος (το λεγόμενο «υπολογιστικό εργαλείο») για την αυτόματη πρόταση ρύθμισης των οφειλών στο πλαίσιο του Εξωδικαστικού Μηχανισμού. Ακόμη κι αν είναι εφικτός ένας τέτοιος αλγόριθμος, ο στόχος του είναι η διευκόλυνση ρύθμισης για πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι μεγάλες οφειλές απαιτούν ad hoc λύσεις ρύθμισης. Προτείνουμε για το λόγο αυτό τη θέσπιση πλαφόν για το ύψος των οφειλών στις οποίες θα εφαρμόζεται η αυτοματοποιημένη διαδικασία.

Ως προς το σκέλος του χρόνου που απαιτείται για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, η ρύθμιση προηγούμενων νομοθετημάτων για 3ετή χρόνο απαλλαγής (όπως προβλέπει σήμερα ο Νόμος Κατσέλη) αποτελεί μια ισορροπημένη προσέγγιση που μπορεί να υιοθετηθεί από το νέο Κώδικα. Αυτή είναι κρατούσα πρακτική και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου κατά κανόνα η απαλλαγή του οφειλέτη προϋποθέτει την παρέλευση τουλάχιστον 3τίας από την κήρυξη της πτώχευσης.

Στο Υπόμνημά μας θα βρείτε και ορισμένες άλλες προτάσεις για τη βελτίωση του Κώδικα ενόψει της συζήτησης και ψήφισής του από την Ολομέλεια της Βουλής.

Όλα τα παραπάνω αφορούν τον Κώδικα, όπως τελικά η Βουλή θα κρίνει και θα ψηφίσει. Η τελική επιτυχία, όμως, μιας νομοθετικής παρέμβασης δεν κρίνεται αποκλειστικά από το περιεχόμενό της αλλά εξίσου και καθοριστικά από την αποτελεσματική εφαρμογή της. Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ότι ο νόμος 3869/2010, ο λεγόμενος «νόμος Κατσέλη», δεν έπασχε στις προθέσεις ούτε στη στόχευση. Στην πράξη, όμως, δημιούργησε τεράστια προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα, υπονόμευσε σε βάθος δεκαετίας την κουλτούρα πληρωμών στη χώρα μας, κλόνισε τα συναλλακτικά ήθη και αποτέλεσε ασφαλές καταφύγιο όχι μόνο σε εκείνους που επεδίωκε να προστατεύσει, αλλά και σε πλήθος κακόβουλων και αντικοινωνικών συμπεριφορών, διογκώνοντας τον αριθμό των στρατηγικών κακοπληρωτών σε βαθμό ώστε να τορπιλλίζουν την υγιή οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα.

Όσο κρίσιμη, επομένως, είναι η ψήφιση του Κώδικα με τις κατάλληλες προσαρμογές, στις οποίες αναφέρθηκε, άλλο τόσο είναι και η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για την εφαρμογή του. Πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να εξασφαλιστεί η επάρκεια των αρμόδιων δικαστηρίων, τόσο από πλευράς ανθρώπινου δυναμικού όσο και υποδομών, να υπάρξει ειδική επιμόρφωση των λειτουργών και στελεχών που θα κληθούν να εφαρμόσουν τη νέα νομοθεσία, να υλοποιηθούν άμεσα οι προβλεπόμενες και απαραίτητες ψηφιακές υπηρεσίες, και κατεξοχήν οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες για την υποστήριξη των διαδικασιών του νέου πλαισίου, και να εκδοθούν χωρίς χρονοτριβή οι εφαρμοστικές υπουργικές αποφάσεις, εγκύκλιοι και όποια άλλη θεσμική πρωτοβουλία προβλέπεται ώστε να είμαστε το ταχύτερο πλήρως έτοιμοι θεσμικά και λειτουργικά για την εφαρμογή του νέου Κώδικα. Η έναρξη εφαρμογής του νέου Κώδικα χωρίς να είναι έτοιμες οι αναγκαίες ψηφιακές υποδομές θα υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα των νέων διαδικασιών και είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε καθυστερήσεις και δυσλειτουργίες. Γι’ αυτό πρέπει να διασφαλιστεί ότι όλη η τεχνολογική προετοιμασία θα έχει ολοκληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του νέου νομοθετήματος.

 

SHARE