Moody’s: Για αρκετά χρόνια η Ελλάδα στην κατηγορία «Β» – Τι θα κρίνει την αναβάθμιση

Η αξιολόγηση των ελληνικών ομολόγων θα παραμείνει στη ζώνη των Ba3 και Β2 για αρκετά χρόνια, επισημαίνει σήμερα η Moody’s, λίγες ημέρες μετά την απόφασή της να μην δημοσιοποιήσει έκθεση για την αξιολόγηση της χώρας.

Σε σημερινή ανάλυσή του για την ελληνική οικονομία, ο οίκος αξιολόγησης εξηγεί ότι διατηρεί «σταθερό» outlook καθώς αυτό ισορροπεί το σχετικά χαμηλό ρίσκο αλλαγών στην δημοσιονομική πολιτική και των μέτριων προοπτικών ανάπτυξης καθώς και την ανάγκη για θεσμικές βελτιώσεις στη δημόσια διοίκηση.

Επί της ουσίας η Moody’s,  προϊδεάζει ότι δεν θα αναβαθμίσει την ελληνική οικονομία σε επενδυτική βαθμίδα investment grade, το οποίο είναι πάνω από το Baa3.

Συγκεκριμένα ο οίκος ξεκαθαρίζει ότι η χώρα, παρά τη σημαντική βελτίωση, θα παραμείνει στην κατηγορία «Β» για επόμενα χρόνια αν δεν υπάρξει σημαντική περαιτέρω βελτίωση στην ισχυροποίηση των θεσμών και τις οικονομικές επιδόσεις.

Όπως επισημαίνει η Moodys’ s, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης, παραμένουν χαμηλές, εκτός εάν επιταχυνθούν σημαντικά οι επενδύσεις.

Οι τελευταίες απαιτούν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις για να βελτιωθεί το επιχειρηματικό κλίμα και να προωθηθεί ένα περισσότερο φιλικό για την ανάπτυξη φορολογικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα θα διατηρηθεί ένα συνετό δημοσιονομικό πλαίσιο. Ενώ οι νέες προτάσεις για τα κόκκινα δάνεια είναι υποσχόμενες, όπως σημειώνει, χρειάζεται λεπτομερής εργασία πριν εφαρμοστούν.

Επίσης, ενώ η Ελλάδα κατόρθωσε να νομοθετήσει πολλά σημαντικά μεταρρυθμιστικά μέτρα τα τελευταία τρία χρόνια, αυτά επικεντρώθηκαν σε θεσμικές αλλαγές, ενώ η αλλαγή της συμπεριφοράς ειδικότερα θα απαιτήσει χρόνο για να ενσωματωθεί πλήρως.

Παράγοντες που θα οδηγούσαν σε αναβάθμιση

Η αξιολόγηση θα μπορούσε να αναβαθμιστεί εάν η νέα κυβέρνηση συνεχίσει να εφαρμόζει τις δεσμεύσεις που δόθηκαν στη Ευρωζώνη, μεταξύ των οποίων οι
μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τα θεσμικά όργανα και οδηγούν σε βελτιωμένο επιχειρηματικό κλίμα και ισχυρότερες επενδύσεις, διατηρώντας ταυτόχρονα σταθερά τα δημόσια οικονομικά.  Αυτό θα οδηγούσε σε ταχύτερη μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους από ό, τι προβλέπεται σήμερα.  Επίσης μια ταχύτερη του αναμενομένου βελτίωση στην υγεία του τραπεζικού τομέα θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει το έναυσμα για μια θετική αξιολόγηση.

Παράγοντες που θα οδηγούσαν σε υποβάθμιση

Αντίθετα, θα μπορούσε να αναπτυχθεί αρνητική πίεση στην αξιολόγηση εάν η ελληνική κυβέρνηση αποφασίσει να αποκλίνει από τις δεσμεύσεις της και να αντιστρέψει τις μεταρρυθμίσεις που είχαν προηγουμένως συμφωνηθεί και νομοθετηθεί ή αν οι εντάσεις με τους επίσημους πιστωτές επανεμφανιστούν για οποιονδήποτε άλλο λόγο.

H Moody’s αξιολογεί την οικονομική δύναμη της Ελλάδας ως «Μέτρια», σύμφωνα με την ενδεικτική βαθμολογία. Η αξιολόγηση εξισορροπεί τα σχετικά υψηλά επίπεδα πλούτου της χώρας με το μέτριο μέγεθος της οικονομίας και το μέτριο επίπεδο διαφοροποίησης της οικονομίας. Η ίδια αναμένει ότι οι προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας θα βελτιωθούν βραχυπρόθεσμα, αν και σημαντικά εμπόδια παραμένουν για τη βιώσιμη και διαρκή ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της χαμηλής αποταμίευσης και τα ποσοστά επενδύσεων.

Η Ελλάδα έχει παρουσιάσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από τις αρχές του 2017 και αναμένουμε, επισημαίνει η Moody’s, ότι η ανάκαμψη θα επιταχυνθεί ελαφρά φέτος, με τη βελτίωση της δυναμικής της αγοράς εργασίας και τη βελτίωση της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση στο πρόγραμμα προσαρμογής τον Αύγουστο του 2018. Η δημοσιονομική πολιτικήθα στηρίξει την ανάκαμψη φέτος, σε αντίθεση με τα τελευταία χρόνια. Η ανταγωνιστικότητα του κόστους έχει βελτιωθεί σημαντικά και η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει ορισμένες από τις πολύ μεγάλες εγχώριες και εξωτερικές της ανισορροπίες, συμπεριλαμβανομένων των ιστορικά υψηλών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών.

Η Moody’s σημειώνει ότι η ανάκαμψη της Ελλάδας ευθυγραμμίζεται σε γενικές γραμμές με την ανάκαμψη άλλων περιφερειών, που προέκυψαν από την κρίση. Ωστόσο, η ισχυρότερη ανάπτυξη απαιτεί την ανάκαμψη των επενδύσεων που έχουν καθυστερήσει μέχρι στιγμής, φιλικές προς την ανάπτυξη μεταρρυθμίσεις, όπως η μείωση των υψηλών φορολογικών συντελεστών της Ελλάδας και η γραφειοκρατία, καθώς και η εξασφάλιση ασφαλών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, στοιχεία που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην τόνωση των επενδύσεων. Δεδομένης της συνεχιζόμενης αδυναμίας του ελληνικού τραπεζικού τομέα, απαιτείται ξένο κεφάλαιο. Οι μακροπρόθεσμες προκλήσεις είναι τα δυσμενή δημογραφικά στοιχεία, τα οποία επιδεινώθηκαν από τη μετανάστευση μεγάλου ποσοστού νέων και μορφωμένων.

SHARE