Handelsblatt: Οι επενδυτές διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για ελληνικά ομόλογα – Αυξημένη κεφαλαιοποίηση των τραπεζών

Η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt μιλά για επενδύσεις και εκθειάζει το κλίμα οικονομικής εμπιστοσύνης που δημιουργείται το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα.

«Οι επενδυτές διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για ελληνικά ομόλογα» είναι ο τίτλος εκτενούς άρθρου που φιλοξενεί η οικονομική εφημερίδα του Ντίσελντορφ Handelsblatt, όπως ανέφερε σε αφιέρωμά του και ο οικονομικός ιστότοπος businessinsider.it

Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου χρέους κατάφερε να αντλήσει από την αγορά μέσω δεκαετών ομολόγων 1,5 δισ. ευρώ με επιτόκιο 1,4% ενών την περασμένη εβδομάδα  η απόδοση υποχώρησε για πρώτη φορά κάτω από το 1,3% και αυτό ήταν το χαμηλότερο επίπεδο από τότε που η Ελλάδα εισήγαγε το ευρώ το 2001.
Βραχυπρόθεσμα ο δανεισμός είναι εύκολος για τη χώρα Πριν δύο εβδομάδες εκδόθηκαν τρίμηνα έντοκα με αρνητικό επιτόκιο 0,02%.
Πρόκειται για μια καταπληκτική εξέλιξη όταν σκεφτείτε πού βρισκόταν η χώρα πριν από μερικά χρόνια.
Το μέγεθος  της ελληνικής κρίσης στις αρχές του 2012,  έκανε τους οι επενδυτές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να μιλούν κοροϊδευτικά από τα ελληνικά ομόλογα του ούζου καθώς οι αποδόσεις τους ζάλιζαν.
Η μείωση του χρέους μόνο προσωρινά έθεσε την Ελλάδα σε πιο ήρεμα νερά.
Η επόμενη περιπέτεια ξεκίνησε για τη χώρα στις αρχές του 2015 με την εκλογική νίκη της ριζοσπαστικής αριστερής συμμαχίας Συρίζα.
Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο εκκεντρικός υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της εθνικής χρεοκοπίας με τη στρατηγική αντιμετώπισης των πιστωτών που ακολουθούσαν.
Η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου αυξήθηκε και πάλι σε πάνω από 25%.
Τώρα οι επενδυτές στοιχηματίζουν σε μια αλλαγή πολιτικής στην Αθήνα.
Ο συντηρητικός-φιλελεύθερος αρχηγός κυβέρνησης Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος έχει αναλάβει καθήκοντα από τις αρχές Ιουλίου, ξεκινά με ένα φιλικό προς τις επιχειρήσεις πρόγραμμα.
Θέλει να οδηγήσει τη χώρα σε μια βιώσιμη πορεία ανάπτυξης με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ιδιωτικοποιήσεις και φορολογικές περικοπές.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει τη μεγαλύτερη αναλογία δημόσιου χρέους όλων των χωρών στη ζώνη  του ευρώ. Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών της Αθήνας, στο τέλος του έτους το χρέος  θα ανέλθει στο 184,7% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ).
Αυτό υπερβαίνει το τριπλάσιο του ανωτάτου ορίου του 60% του ΑΕΠ που ορίζεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας της ΕΕ.
Ωστόσο, με τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που αποφασίστηκαν πέρυσι, το ελληνικό δημόσιο χρέος θεωρείται βιώσιμο έως το 2032 τουλάχιστον.
Επιπλέον, χάρη σε ένα αποθεματικό ρευστότητας ύψους περίπου 34 δισ. ευρώ, η χώρα χρηματοδοτείται πλήρως μέχρι το τέλος του 2022.
Επίσης, καθησυχαστικό είναι και το γεγονός πως περίπου το 80% από το δημόσιο χρέος είναι στα χέρια των δημόσιων πιστωτών. Θεωρείται έτσι απίθανο να αφήσουν τη χώρα να “πέσει”.
Η προγραμματισμένη πρόωρη αποπληρωμή δανείων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) έχει επίσης ως στόχο τη βελτίωση της διατηρησιμότητας του χρέους.
Τα εν λόγω δάνεια ανέρχονται σε 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία έχουν προγραμματιστεί να εξοφληθούν το 2020 και το 2021. Τα επιτόκια αυτών των δανείων (5% περίπου) θεωρούνται πολύ υψηλά.
Στην κεφαλαιαγορά, η Ελλάδα παίρνει τώρα χρήματα με πολύ πιο ευνοϊκούς όρους.
Σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα, η Αθήνα μπορεί να εξοικονομήσει περίπου 70 εκατομμύρια ευρώ σε τόκους με την πρόωρη αποπληρωμή δανείων του ΔΝΤ.

Φτηνά χρήματα για εταιρείες

Δεν είναι μόνο το δημόσιο που  επωφελείται από τις μειούμενες αποδόσεις της εξυπηρέτησης του χρέους.
Οι ελληνικές εταιρείες παίρνουν επίσης φθηνότερα χρήματα.
Ο ΟΤΕ έχει πλέον τη δυνατότητα να διαθέσει στην αγορά ένα ομολογιακό δάνειο 500 εκατομμυρίων ευρώ.
Η εταιρεία, που ανήκει κατά πλειοψηφία στην Deutsche Telekom, καταβάλλει στους επενδυτές επιτόκιο 0,875%. Πέρυσι, η Ελληνική Τηλεπικοινωνία έπρεπε να προσφέρει το 2,4%.
Η πτώση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων σηματοδοτεί την αυξανόμενη εμπιστοσύνη των αγορών ενόψει του μέλλοντος της Ελλάδας.
Αλλά όχι μόνο, όπως αναφέρει ο Jakob Suwalski, αναλυτής  για την Ελλάδα στον οίκο αξιολόγησης Scope Ratings στο Βερολίνο, «οι χαμηλές αποδόσεις μπορούν να εξηγηθούν σε μεγάλο βαθμό από την έλλειψη επενδυτικών εναλλακτικών λύσεων με μεκροπρόθεσμο ορίζοντα και από την εμπιστοσύνη στις ευρωπαϊκές συνθήκες-πλαίσιο”.
Μεταξύ των σημαντικότερων οργανισμών αξιολόγησης, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα . Την Παρασκευή αο οργανισμός Standard & Poor’s (S & P) θέλει να επικαιροποιήσει την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, η DBRS θα ακολουθήσει την 1η Νοεμβρίου.
Η S & P αξιολογεί επί του παρόντος τα ελληνικά κρατικά ομόλογα στο B + ως “εξαιρετικά κερδοσκοπική επένδυση”.
Η βαθμολογία είναι τέσσερα επίπεδα κάτω από τον πολυπόθητο επενδυτικό βαθμό.
Στη Moody’s, η Ελλάδα απέχει από την επενδυτική βαθμίδα κατά τέσσερα  επίπεδα, στα Fitch, DBRS και Scope κατά τρία.
Η Scope Ratings βελτίωσε την αξιολόγηση της χώρας από BB- σε BB με μια θετική προοπτική.
Ο πρωθυπουργός Μιτσοτάκης έχει τον φιλόδοξο στόχο να οδηγήσει την οικονομία της χώρας στην επενδυτική διαβάθμηση  το 2021. Το κλειδί για μια καλύτερη πιστοληπτική αξιολόγηση είναι πάνω απ ‘όλα η σταθεροποίηση των προβληματικών τραπεζών.
Οι τέσσερις συστημικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί αγωνίζονται με τεράστιους πιστωτικούς κινδύνους.
Σύμφωνα με την ελληνική κεντρική τράπεζα, το άθροισμα των απαιτήσεων που δεν εξυπηρετούνται πλέον  ήταν στο τέλος Ιουνίου ήταν 78,8 δισ. ευρώ.
Αυτό αντιστοιχούσε στο 43% όλων των χορηγηθέντων δανείων.
Μέχρι το τέλος του 2021, οι τράπεζες επιθυμούν να μειώσουν τα επισφαλή δάνεια κατά δύο τρίτα, από μόλις 79 δισ. Ευρώ σε 26,5 δισ. ευρώ.
Αυτό θα βοηθήσει με ένα σύνολο μέσων που ανέπτυξαν τις τελευταίες εβδομάδες ο Γιώργος Ζαββός, ο υφυπουργός Οικονομικών αρμόδιος για τις τράπεζες, σε στενή συνεργασία με τις τράπεζες, το ελληνικό ταμείο διάσωσης ΤΧΣ, την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή Τραπεζών, τον  SSM και τηνDG Comp.

Αυξημένη κεφαλαιοποίηση των τραπεζών

Το λεγόμενο Σχέδιο Προστασίας Ενεργητικού που ονομάζεται “Σχέδιο Hercules”, προβλέπει την ομαδοποίηση και τη μεταπώληση επισφαλών δανείων προκειμένου να διαχωριστούν οι κίνδυνοι από το  υπόλοιπο δανειακό χαρτοφυλάκιο των τραπεζών. Με τον τρόπο αυτό, πρέπει να ενισχυθεί η κεφαλαιοποίηση των θεσμικών οργάνων.
Το κράτος θα εγγυηθεί ορισμένα από τα ομόλογα, δηλαδή τα λιγότερο ριψοκίνδυνα.
Πριν η χώρα να μπορέσει να  ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, οι συνθήκες στον οικονομικό και χρηματοπιστωτικό τομέα πρέπει να συνεχίσουν να εξομαλύνονται και η πρόσβαση της πραγματικής οικονομίας στη ρευστότητα που απαιτείται  να βελτιωθεί, λέει ο ειδικός  για την Ελλάδα αναλυτής της Scope κ  Suwalski.
Η Ελλάδα εξαρτάται από το ξένο κεφάλαιο για σταθερή ανάπτυξη.
Προκειμένου να συμβεί αυτό, η χώρα πρέπει να ανοίξει περαιτέρω τα σχέδιά της για ιδιωτικοποιήσεις και απελευθέρωση της αγοράς.
Ακόμη και αν η Ελλάδα  απέχει τρεις έως τέσσερίς βαθμίδες από την επενδυτική είναι ακριβώς η ταξινόμησή της ως “τίτλος junk” που κάνει τα ελληνικά ομόλογα τόσο ελκυστικά  στην παρούσα φάση.
Εάν οι οργανισμοί αξιολόγησης αναβαθμίσουν τη πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στο μέλλον, οι τιμές των ομολόγων θα  συνεχίσουν να αυξάνονται. Οι κατέχοντες ελληνικά ομόλογα σε μια τέτοια περίπτωση θα αποδειχθούν κερδισμένοι
Οι ελληνικές μετοχές θα μπορούσαν επίσης να επωφεληθούν από μια καλύτερη βαθμολογία.
Το 2013, ο πάροχος χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών MSCI υποβάθμισε την Ελλάδα από μια αναπτυγμένη σε μια αναδυόμενη αγορά.
Το 2015, υποβαθμίστηκε και από τον  FTSE.
Οι παρατηρητές της αγοράς στην Αθήνα αναμένουν ότι το ελληνικό χρηματιστήριο θα μπορέσει να επανέλθει στο ανώτερο επίπεδο μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.

SHARE