Γιατρός Εργασίας: Καταργούνται οι περιορισμοί στην απασχόληση που είχε επιβάλλει η πρώην κυβέρνηση

Με την από 20/3/2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, μεταξύ άλλων, καταργήθηκαν οι γεωγραφικοί περιορισμοί και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες για τις υπηρεσίες γιατρού εργασίας, ικανοποιώντας ένα φλέγον αίτημα που εδώ και σχεδόν δύο χρόνια είχαν εργαζόμενοι και επιχειρήσεις σε όλη την χώρα. Η  Ένωση Ιατρών Ασκούντων Ιατρική της Εργασίας χαιρετίζει την πρωτοβουλία του Υπ. Εργασίας και θεωρεί αναγκαίο όπως η σχετική ΠΝΠ οδηγηθεί προς ψήφιση στο Εθνικό Κοινοβούλιο, το αμέσως επόμενο διάστημα, προκειμένου να διατηρηθεί η ισχύς της και τα ευεργετικά αποτελέσματά της στους εργαζομένους όλης της χώρας.

Δείτε την εγκύκλιο στη Διαύγεια

Τι ακριβώς συνέβαινε τα τελευταία χρόνια

Κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν πρέπει να επισημάνουμε ότι  από το 1985, όταν και καθιερώθηκε για πρώτη φορά  η υποχρέωση για τις επιχειρήσεις που απασχολούσαν πάνω από  150 εργαζόμενους (από το 1996 το όριο κατέβηκε στους 50) να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες γιατρού εργασίας, έως και το 2005, η νομοθεσία επέτρεπε σε κάθε ιατρό ανεξαρτήτως ειδικότητας να ασκεί τα καθήκοντα αυτά. Εκτιμάται ότι το 2005 ασκούσαν καθήκοντα περίπου 800 ιατροί άλλων ειδικοτήτων και περίπου 90 ιατροί με την ειδικότητα της ιατρικής εργασίας.

Το 2005 τίθεται ο πρώτος περιορισμός, καθώς έκτοτε μπορούσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές, μόνο όσοι γιατροί άλλων ειδικοτήτων ασκούσαν καθήκοντα σε μία έστω επιχείρηση, καθώς επίσης και κάθε ιατρός με την ειδικότητα ιατρικής της εργασίας. Μετά το «κλείσιμο» του επαγγέλματος το 2005 σε νέους γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, η «δεξαμενή» αυτών των γιατρών άρχισε σταδιακά να μειώνεται φυσιολογικά για διάφορες αιτίες (συνταξιοδοτήσεις, έναρξη απασχόλησης στο ΕΣΥ, μετακίνηση στο εξωτερικό κ.α.). Παράλληλα, η αύξηση του αριθμού των ιατρών με την ειδικότητα της ιατρικής εργασίας ήταν πολύ μικρή ετησίως, κυρίως λόγω περιορισμένου αριθμού διαθέσιμων θέσεων για την συγκεκριμένη ειδικότητα.

Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με μελέτη του Ελληνικού Ινστιτούτου για την Υγεία και Ασφάλεια (ΕΛΙΝΥΑΕ) εκείνη την περίοδο, για την κάλυψη των αναγκών μόνο των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, απαιτούνταν 1000-1500 γιατροί, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες της χώρας μας (νησιωτικότητα, εποχική ζήτηση κ.α.).

Πως το κράτος ευνόησε μία συντεχνία

Το 2017, όταν σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι διαθέσιμοι ιατροί άλλων ειδικοτήτων δεν ήταν περισσότεροι από 550-600 και οι γιατροί με την ειδικότητα ιατρικής της εργασίας ήταν λιγότεροι από 150, η τότε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας έλαβε μια ακατανόητη απόφαση, καθιερώνοντας ένα πρωτοφανές καθεστώς στις υπηρεσίες γιατρού εργασίας.

Συγκεκριμένα, με Υπουργική Απόφαση που εκδόθηκε τότε, έπρεπε όλοι οι γιατροί άλλων ειδικοτήτων, που παρείχαν τις υπηρεσίες αυτές ήδη για τουλάχιστον 12 χρόνια, να ενταχθούν σε έναν κατάλογο και αυτό αν πληρούσαν κάποια κριτήρια, για να εξακολουθήσουν να έχουν το δικαίωμα αυτό. Η διαδικασία  περιελάμβανε ορισμένα εξωφρενικά κριτήρια, όπως για παράδειγμα, κάθε γιατρός να διαθέτει αποδεικτικά παροχής των υπηρεσιών του πριν το 2005, δηλαδή δώδεκα και πλέον χρόνια νωρίτερα, και παράλληλα να είχε ενεργή ανάθεση στις 15/5/2009. Ενδεικτικά μέσω της διαδικασίας αυτής είχε απορριφθεί γιατρός που ασκούσε από το 2003 έως το 2008 καθήκοντα, το 2009 έλειπε για λίγους μήνες στο εξωτερικό, ασκούσε και πάλι καθήκοντα από τον Ιούνιο του 2009 έως και το 2017, και απορρίφθηκε γιατί δεν είχε ενεργή ανάθεση την 15η Μαΐου του 2009.

Επίσης,  απορρίφθηκαν γιατροί που δεν κατάφεραν να βρουν αποδεικτικά παροχής υπηρεσιών προ του 2005, ενώ οι επιχειρήσεις στις οποίες παρείχαν υπηρεσίες είχαν κλείσει πολλά χρόνια νωρίτερα και έτσι δεν ήταν εφικτό να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία, ενώ και οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν ήταν σε θέση να τους δώσουν σχετικές βεβαιώσεις για τόσα χρόνια πριν, καθώς δεν είχαν μηχανογραφημένο αρχείο και δεν μπορούσαν να αναζητήσουν τα στοιχεία αν ο γιατρός δεν είχε στη διάθεση του τον αριθμό πρωτοκόλλου της ανάθεσης.  Το αποτέλεσμα αυτής της απίστευτης υπουργικής απόφασης ήταν να υποβάλλουν αίτηση μόνο περίπου 450 γιατροί άλλων ειδικοτήτων, εκ των οποίων εντάχθηκαν αρχικά 354 και μετά την υποβολή ένστασης άλλοι 20, ήτοι συνολικά 374 πανελλαδικά.

Συνεπώς ενώ η αγορά χρειαζόταν πάνω από 1000 γιατρούς εργασίας, με διάφορα τερτίπια της νομοθεσίας για την εξυπηρέτηση συντεχνιακών συμφερόντων, έμεινε τελικά με περίπου 150 γιατρούς με την ειδικότητα ιατρού εργασίας και άλλους 374 άλλων ειδικοτήτων. Όμως δεν έμεινε εκεί η τότε πολιτική ηγεσία. Θέλοντας να κατοχυρώσει επίσημα το μονοπώλιο των 150 γιατρών, προχώρησε περισσότερο και θεσμοθέτησε νέες ρυθμίσεις που καταργούσαν πολλές θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος όπως η ελευθερία των συμβάσεων αλλά και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Συγκεκριμένα για τους 374 γιατρούς που τελικά κατάφεραν να μπουν στον εν λόγω κατάλογο, απαγόρευσε την παροχή υπηρεσιών εκτός των ορίων του Ιατρικού Συλλόγου στον οποίο ανήκαν, ενώ ήδη από το 2011 είχε καταργηθεί κάθε γεωγραφικός περιορισμός στην άσκηση κάθε επαγγέλματος. Δηλαδή ίσχυε το εξής απίστευτο, ένας παθολόγος που είχε ενταχθεί στον κατάλογο μπορούσε να ασκεί την ειδικότητα του σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς κανένα περιορισμό, όμως υπηρεσίες ιατρού εργασίας μπορούσε να παρέχει μόνο εντός των ορίων του Ιατρικού του Συλλόγου. Επίσης για να έχει την δυνατότητα κάθε γιατρός εκ των 374, να παρέχει τις υπηρεσίες του σε κάθε επιχείρηση, έπρεπε να προσκομίσει βεβαίωση του Ιατρικού Συλλόγου, ότι δεν υπάρχει ή δεν είναι διαθέσιμος γιατρός με την ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας στην περιοχή του Ιατρικού Συλλόγου.

Η προσφυγή που «κόλλησε» στο ΣτΕ

Χαρακτηριστικό στοιχείο της προχειρότητας και αντισυνταγματικότητας των νομοθετικών αυτών διατάξεων, αποτελεί το γεγονός ότι όταν 64 θιγόμενοι ιατροί προσέβαλαν τις διατάξεις αυτές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η συζήτηση τους στο ΣτΕ αναβλήθηκε 5 φορές με πρωτοβουλία του δημοσίου που προσπαθούσε προσχηματικά να καθυστερήσει την συζήτηση της προσφυγής, όταν δε έγινε η συζήτηση, το δημόσιο δεν παρέστη παρότι είχε έννομο συμφέρον, γεγονός πρωτοφανές στα νομικά χρονικά. Δυστυχώς τρία χρόνια μετά την άσκηση της προσφυγής δεν έχει εκδοθεί ακόμα η απόφαση του ΣτΕ.

Οι νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις οδήγησαν όπως ήταν φυσικό σε αδιέξοδο καθώς :

  • Οι ειδικοί ιατροί εργασίας ζητούσαν πλέον από τις επιχειρήσεις  2πλάσιες και 3πλάσιες αμοιβές από ότι ζητούσαν μέχρι τότε, πιέζοντας τους Ιατρικούς Συλλόγους, να μην δίνουν βεβαιώσεις στους ιατρούς άλλων ειδικοτήτων αν δεν τους ρωτούν για κάθε μία επιχείρηση ξεχωριστά. Δηλαδή ίσχυε η παγκόσμια πρωτοτυπία να διαλέγει ο γιατρός (προμηθευτής) τον πελάτη σε τιμή που θα καθορίζει αυτός, και όχι ο πελάτης τον προμηθευτή σε τιμή που καθορίζεται από τον ανταγωνισμό. Ενδεικτικά υπάρχουν πολλοί Ιατρικοί Σύλλογοι όπου είναι εγγεγραμμένοι 1 ή 2 γιατροί με την ειδικότητα ιατρικής της εργασίας. Οι επιχειρήσεις στις περιοχές αυτές ένοιωσαν στο πετσί τους τι θα πει ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ. Ακόμα και σε Ιατρικούς Συλλόγους όπου υπήρχαν περισσότεροι από 1-2 εγγεγραμμένοι, η διαδικασία που ακολουθούσαν οι Ιατρικοί Σύλλογοι εφαρμόζοντας το νόμο, ήταν να ζητούν από τους ιατρούς των άλλων ειδικοτήτων να υποβάλλουν αιτήσεις για κάθε μία επιχείρηση ξεχωριστά, τις οποίες προωθούσαν στους ειδικούς γιατρούς εργασίας για να δηλώσουν αν είναι διαθέσιμοι και αν έστω ένας δήλωνε διαθεσιμότητα, η επιχείρηση ήταν υποχρεωμένη να συνεργαστεί μαζί του ανεξαρτήτως τιμήματος και εργασιακής πρακτικής. Κατά μία περίεργη σύμπτωση, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, μόνο ένας δήλωνε διαθεσιμότητα.
  • Μεγάλο μέρος των υπόχρεων επιχειρήσεων πανελλαδικά ήταν στον αέρα, καθώς μαθηματικά την πλειοψηφία των επιχειρήσεων κάλυπταν οι 374 γιατροί άλλων ειδικοτήτων, δηλαδή όλες αυτές οι επιχειρήσεις ξαφνικά βρέθηκαν ακάλυπτες και σε ενδεχόμενο ατύχημα ή έλεγχο ήταν υπόλογεςΣε αρκετές μάλιστα επιβλήθηκαν πρόστιμα για τον λόγο αυτό.
  • Οι εργαζόμενοι πολλών επιχειρήσεων έμειναν χωρίς παροχή υπηρεσιών γιατρού εργασίας, η οποία είναι κοινώς αποδεκτό ότι βοηθά στην προστασία της υγείας τους, κυρίως δε σε απομακρυσμένες περιοχές και νησιά, όπου δεν υπήρχε διαθέσιμη λύση ανεξαρτήτως κόστους. Χαρακτηριστικά χιλιάδες εργαζόμενοι στα ξενοδοχεία μας τα προηγούμενα δύο καλοκαίρια έμειναν χωρίς γιατρό εργασίας.

Παράλληλα, η συντεχνία πολεμούσε κάθε προσπάθεια διαφάνειας και είχε πείσει την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου να αναβάλλει συνεχώς, με διάφορα προσχήματα, την ένταξη και των αναθέσεων ιατρού εργασίας στην ηλεκτρονική πλατφόρμα sepenet του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, όπως έχει θεσμοθετηθεί εδώ και δύο χρόνια με τις αναθέσεις τεχνικού ασφαλείας. Είναι κοινό μυστικό ότι ορισμένοι της συντεχνίας εκμεταλλευόμενοι τις μονοπωλιακές συνθήκες και την έλλειψη δυνατότητας διασταύρωσης των στοιχείων μεταξύ των διάφορων τμημάτων του ΣΕΠΕ, δήλωναν την ίδια στιγμή επισκέψεις σε διαφορετικές επιχειρήσεις σε διαφορετικά μέρη ανά την επικράτεια.

Και ύστερα… ήρθε η πανδημία

Τα δύο τελευταία χρόνια φορείς, επιμελητήρια, σύνδεσμοι, επιχειρήσεις απηύθυναν εκκλήσεις στο Υπουργείο Εργασίας για επίλυση του ζητήματος. Είναι γεγονός ότι η νυν πολιτική ηγεσία από την πρώτη στιγμή είχε δηλώσει ότι αναγνωρίζει το πρόβλημα. Δυστυχώς έπρεπε να φτάσουμε στην σημερινή συγκυρία, όπου ο θεσμός του ιατρού εργασίας είναι πολύ σημαντικός για έναν ακόμα λόγο, γιατί οι γιατροί παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες στις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους σχετικά με την πανδημία, για να τερματιστεί αυτό το θέατρο του παραλόγου. Βέβαια η λύση που δόθηκε δεν αντιμετωπίζει οριστικά το πρόβλημα, καθώς η πρόσφατη ΠΝΠ ναι μεν καταργεί την προτεραιότητα των 150, καταργεί τους γεωγραφικούς περιορισμούς για τους υπόλοιπους και επαναφέρει το δικαίωμα να παρέχουν υπηρεσίες όσοι «κόπηκαν» από την λίστα το 2018, όμως δεν ανοίγει το επάγγελμα σε νέους γιατρούς. Και καθώς ο ρυθμός αύξησης των ειδικών ιατρών εργασίας παραμένει εξαιρετικά αργός  λόγω περιορισμένων νέων θέσεων για την ειδικότητα αυτή και, ο μέσος όρος ηλικίας των γιατρών των άλλων ειδικοτήτων είναι λίγο πάνω από τα 60, η δυσχέρεια εξεύρεσης γιατρών εργασίας για τις επιχειρήσεις, θα μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο.

*Με πληροφορίες από το www.grtimes.g

 

 

SHARE