EKT: Υψηλό χρέος, αδύναμες τράπεζες, ακίνητα οι κίνδυνοι για την Ευρωζώνη

Eνισχύονται οι κίνδυνοι για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα σημειώνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με την οικονομία της ευρωζώνης να κατεβάζει ταχύτητα φέτος, υπογραμμίζοντας έναν μεγάλο κατάλογο με ευπάθειες, από τις φούσκες στο real estate μέχρι το υψηλό κρατικό χρέος και το Brexit.

Τονίζει πάντως ότι η οικονομική ανάκαμψη στην ευρωζώνη έχει καθυστερήσει και δεν έχει αποτύχει.

Όπως θυμίζει το Reuters, η ανάπτυξη στις 19 χώρες του ευρώ έχει επιβραδυνθεί απότομα τον τελευταίο χρόνο ενώ το παγκόσμιο εμπόριο θα μπορούσε να ρίξει ακόμη πιο βαθιά το επιχειρηματικό κλίμα, αυξάνοντας τον κίνδυνο μίας επιζήμιας μεταβλητότητας στην αγορά.

Στην αξιολόγηση της η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι η ασθενέστερη από το αναμενόμενο οικονομική μεγέθυνση και η πιθανή κλιμάκωση της εμπορικής έντασης θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέα υποχώρηση των αγορών.

Αναφέρει ακόμα ότι η χαμηλή τραπεζική κερδοφορία, το υψηλό δημόσιο χρέος σε ορισμένες χώρες και ένας αυξανόμενος αριθμός εταιρειών με χαμηλότερη πιστοληπτική ικανότητα είναι οι βασικές αδυναμίες του χρηματοοικονομικού συστήματος. “Είναι θετικό πάντως ότι οι τράπεζες έχουν ενισχύσει τα κεφαλαιακά τους αποθέματα και το χρηματοοικονομικό σύστημα είναι πιο ποικιλόμορφο”, προσθέτει.

“Εάν οι καθοδικοί κίνδυνοι στις προοπτικές της ανάπτυξης υλοποιηθούν, οι κίνδυνοι στη χρηματοοικονομική αστάθεια ενδεχομένως να αυξηθούν”, αναφέρει ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Λουίς ντε Γκίντος σε σχετική ανακοίνωση.

Τον περασμένο Μάρτιο, η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης αναθεώρησε καθοδικά τις εκτιμήσεις της για την πορεία της ανάπτυξης το 2019 στο 1,1% από 1,7% προηγουμένως.

«Οι προκλήσεις για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα αυξάνονται, καθώς τα ρίσκα για την οικονομική προοπτική είναι καθοδικά», σημειώνει η ΕΚΤ στην εξαμηνιαία Εκθεση Σταθερότητας. «Εάν τα καθοδικά ρίσκα όσον αφορά την ανάπτυξη πραγματοποιηθούν, τα κόστη χρηματοδότησης για ευάλωτα κράτη αναμένεται να αυξηθούν, γεγονός που μπορεί να φέρει στην επιφάνεια ανησυχίες βιωσιμότητας χρέους».

Ενδεικτικό του κλίματος είναι η πρόθεση της ΕΕ να ξεκινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά της Ιταλίας τη επόμενη εβδομάδα, για παραβίαση των δημοσιονομικών κανόνων του μπλοκ.

«Μία έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας, η καθυστέρηση των δημοσιονομικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ή ακόμη και αντιστροφή των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων ίσως αναζωπυρώσει πιέσεις σε πιο ευάλωτα κράτη», τονίζει η ΕΚΤ.

«Η ΕΚΤ παρακολουθεί τις εξελίξεις στην αγορά ακινήτων επίσης και μπορεί να ενισχύσει τα εθνικά μακροπροληπτικά μέτρα κεφαλαιακής βάσης, εάν χρειαστεί», προσθέτει, καθώς βλέπει ενδείξεις ήπιας υπερτιμημένης αγοράς κατοικιών στην ευρωζώνη.

Οσον αφορά το Brexit, «σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις μέσω του εμπορίου, οι δυνητικές διαταραχές στη χρηματοοικονομική αγορά που σχετίζονται με το σενάριο της εξόδου της Βρετανίας χωρίς συμφωνία θέτουν ουσιαστικό καθοδικό ρίσκο για την ανάπτυξη ΑΕΠ της ευρωζώνης», αναφέρει.

Σημειώνει επίσης ότι αναμένει αδύναμα κέρδη στον τραπεζικό τομέα, με την απόδοση ιδίων κεφαλαίων στο περίπου 6% τα επόμενα δύο-τρία χρόνια.

Oι τράπεζες στην ευρωζώνη θα έχουν λιγότερες αποδόσεις φέτος, σημείωσε ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Λουίς ντε Γκίντος, προβλέποντας μία αργή ανάκαμψη τα επόμενα δύο χρόνια.

Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων θα υποχωρήσει χαμηλότερα από 6% φέτος και θα αυξηθεί πάνω από το 6% το 2021, σε σημείο που θεωρείται χαμηλό, με δεδομένο το κόστος κεφαλαίου και τις προσδοκίες των επενδυτών, τόνισε ο ντε Γκίντος στη συνέντευξη Τύπου.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να επανεξετάσει τη στρατηγική νομισματικής πολιτικής και να χαλαρώσει τον ορισμό της σταθερότητας τιμών, σημείωσε ο Ολι Ρεν, μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ και επικεφαλής της Τράπεζας της Φινλανδίας, μιλώντας στο Reuters.

Ο συνεχής χαμηλός πληθωρισμός στον αναπτυγμένο κόσμο έχει τροφοδοτήσει μία συζήτηση για την πολιτική των κεντρικών τραπεζών και την αποτελεσματικότητα της επίτευξης των στόχων που αφορούν τον πληθωρισμό.

Ο Ρεν σημείωσε ότι δεν θα άλλαζε αυτόν «καθ’ εαυτόν» τον στόχο της ΕΚΤ, αλλά θα εξέταζε τον ορισμό της σταθερότητας τιμών.

«Η άποψή μου είναι ότι το 2% δεν είναι το ταβάνι και ο πληθωρισμός μπορεί να παρεκκλίνει και προς τις δύο κατευθύνσεις», τόνισε χαρακτηριστικά.

SHARE