Alpha Bank: Όαση ισχυρής ανάκαμψης η Ελλάδα – Να πάψει η τρόικα να αμφισβητεί τα επιτεύγματα

“Η Ελλάδα αποτελεί σήμερα μια όαση ισχυρής ανάκαμψης στην Ευρωζώνη, έχοντας σαφές προβάδισμα έναντι άλλων χωρών της Ευρωζώνης όσον αφορά στα δημοσιονομικά και τις αναπτυξιακές προοπτικές της”, υπογραμμίζει η Alpha Bank στο τελευταίο Εβδομαδιαίo Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, ενώ ζητά “να δοθεί ένα τέλος στην υποβόσκουσα αμφισβήτηση των προσπαθειών ενός ολόκληρου κόσμου”.

Αμήχανη η κοινή γνώμη παρακολουθεί την πορεία των διαπραγματεύσεων με την Τρόικα“, αναφέρει η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της τράπεζας στο εβδομαδιαίο δελτίο και προσθέτει:  “Από τις διαπραγματεύσεις αναδύεται μια άγονη αντιπαράθεση σε ήσσονος κατά γενική εκτίμηση σημασίας θέματα. Η στάση αυτή δεν αντανακλά τόσο στην κυβέρνηση όσο σε όλους τους πολίτες, που με τις θυσίες που επωμίσθηκαν έκαναν δυνατή την έξοδο της χώρας από την κρίση. Αντί θαυμασμού για το βάθος και εύρος της προσπάθειας προσαρμογής και των μεταρρυθμίσεων, εισπράττουμε σήμερα άρνηση των επιτευγμάτων της χώρας και αβεβαιότητα για το αύριο. Νέα μέτρα επικρέμανται για δευτερευούσης σημασίας διαρθρωτικές αλλαγές και για την κάλυψη δυνητικά ανύπαρκτων δημοσιονομικών κενών, που θα διογκώνονται εάν δεν ανασχεθεί η πλημμυρίδα των προσδοκιών στις αγορές για εκτροχιασμό του προγράμματος. Απαιτείται να δοθεί ένα τέλος στην υποβόσκουσα αμφισβήτηση των προσπαθειών ενός ολόκληρου κόσμου, που εκόντες άκοντες συνέβαλαν τα τελευταία χρόνια, με τεράστιο προσωπικό κόστος, στην δημιουργία μιας πιο σύγχρονης και πιο οργανωμένης χώρας, όπου η φοροδιαφυγή τιμωρείται, η διαφθορά αποκαλύπτεται, τα προνόμια καταργούνται, και τίθενται οι βάσεις για μια αποτελεσματικότερη οικονομικά και δικαιότερη κοινωνικά διαχείριση.

Είναι, επίσης, τουλάχιστον άκομψο να αποφαίνονται οι πιστωτές μας ότι η όποια, μικρή σε έκταση, αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, που η Τρόϊκα είχε υποσχεθεί από τον Νοέμβριο του 2012 εάν η χώρα πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα, δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε χρήσιμη.  Και, βεβαίως, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, διότι η Ελλάδα πέτυχε πολύ περισσότερα, έχει ήδη μεγαλύτερα πλεονάσματα από τα συμφωνηθέντα και τα πέτυχε ενωρίτερα απ’ ότι προβλεπόταν.  Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να αρνείται κανείς αψυχολόγητα την ηθική, κυρίως, επιβράβευση των προσπαθειών της χώρας τα τελευταία χρόνια.

Η σημερινή στάση των εκπροσώπων της Τρόικας είναι παντελώς ασύμμετρη απέναντι σε μια χώρα που είναι πρωταθλήτρια στην δημοσιονομική προσαρμογή, την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, την προσαρμογή στο εξωτερικό ισοζύγιο και την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως φαίνεται στον Πίνακα 1, όπου η χώρα μας καταλαμβάνει την πρώτη θέση μεταξύ όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στην εφαρμογή μέτρων προσαρμογής και την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων.

index

Μια χώρα που, χωρίς ανάπτυξη στην οικονομία, έχει ήδη πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ, πλεόνασμα που σίγουρα θα αυξηθεί καθώς θα αυξάνονται τα φορολογικά έσοδα από την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, όπως η οικονομία μπαίνει σε μια επιταχυνόμενη πορεία ανάπτυξης, και θα είναι σε θέση σύντομα να καλύπτει όλες τις πληρωμές για τόκους στο δημόσιο χρέος.

Μια χώρα που το χρέος της έχει ρυθμισθεί και δεν χρειάζεται πάνω από €9 δισ. κατά μέσο όρο τον  χρόνο, και για τα επόμενα 30 χρόνια από το 2016 και μετά, για την ανανέωση των δανείων που λήγουν, και τα οποία μπορεί εύκολα να τα δανεισθεί στις αγορές.  Και αυτές θα είναι οι μόνες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας από εδώ και πέρα, με τον πρόσθετο δανεισμό, να καλύπτει τα χρεολύσια έτσι ώστε να διατηρείται το χρέος σε σταθερό επίπεδο σε απόλυτα μεγέθη, και την αύξηση του ΑΕΠ να οδηγεί σε σταθερή αποκλιμάκωση τους λόγους χρέους προς ΑΕΠ.

Μια χώρα που εισέρχεται σε αναπτυξιακή τροχιά έχοντας εφαρμόσει μια πληθώρα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως στην αγορά εργασίας και στο ασφαλιστικό σύστημα, που δημιουργούν κατάλληλες συνθήκες για την ανάληψη νέων επενδύσεων και την δημιουργία νέων επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία, με διεθνώς ανταγωνιστικούς όρους.  Σύμφωνα  με  στοιχεία  που  μόλις  δημοσιεύθηκαν  από  το  Παγκόσμιο  Δίκτυο  Επιχειρηματικότητας,  όπου  διάφορες  χώρες  αξιολογούνται  ανάλογα  με  τις  δυνατότητες  ανάληψης  επιχειρηματικών  κινδύνων,  η  Ελλάδα  το  2014  κατατάσσεται  47η  σε  σύνολο  130  χωρών,  έχοντας  βελτιώσει  την  θέση  της  κατά  11  βαθμίδες  μέσα  στον  τελευταίο  χρόνο.  Η  άνοδος  οφείλεται  κυρίως  στην  θετικότερη  στάση  των  επιχειρούντων  ατόμων  όσον  αφορά  στην  ανάληψη  κινδύνου,  και,  στην  αυξανόμενη  ποιότητα  του  ανθρώπινου  δυναμικού  και  εξωστρέφεια  των  ελληνικών  επιχειρήσεων.  Ο  δείκτης  λαμβάνει  υπόψη  τόσο  τα  χαρακτηριστικά  των  επιχειρούντων  ατόμων  (ικανότητα  εντοπισμού  των  ευκαιριών  και  ίδρυσης  μίας  επιχείρησης,  στάση  απέναντι  στην  ανάληψη  επιχειρηματικού  κινδύνου,  δικτύωση  με  άλλους  επιχειρηματίες  κ.ά.)  όσο  και  τους  θεσμούς  μιας  χώρας  (ύπαρξη  ανταγωνιστικών  αγορών,  επίπεδο  οικονομικής  ανάπτυξης,  ποιότητα  ανθρώπινου  δυναμικού,  δυνατότητα  χρηματοδότησης  μίας  επιχειρηματικής  ιδέας  κ.ά.),  που  προσδιορίζουν  την  ανάπτυξη  της  επιχειρηματικότητας  σε  μία  χώρα.

Μια χώρα που διαθέτει από τα ισχυρότερα μακροοικονομικά θεμελιώδη στοιχεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την προσωρινή απώλεια πρόσβασης στις αγορές για καθαρά πολιτικούς λόγους.

Η Ελλάδα αποτελεί σήμερα μια όαση ισχυρής ανάκαμψης στην Ευρωζώνη, έχοντας σαφές προβάδισμα έναντι άλλων χωρών της Ευρωζώνης όσον αφορά στα δημοσιονομικά και τις αναπτυξιακές προοπτικές της. Το δημόσιο χρέος δεν αποτελεί πλέον περιοριστικό παράγοντα στην ανάπτυξη, καθώς οι ακαθάριστες δανειακές της ανάγκες (για κάλυψη ελλείμματος και πληρωμή χρεολυσίων, όπως μειώνονται από άλλα μη δημοσιονομικά έσοδα, όπως έσοδα από αποκρατικοποιήσεις κ.λ.π.) το 2016 θα είναι περίπου το 1/5  των χρηματοδοτικών αναγκών που έχουν οι άλλες χώρες του Νότου.

index

Πηγή: ΔΝΤ, Fiscal Monitor, Οκτ. 2014

Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 3, οι χρηματοδοτικές ανάγκες διαμορφώνονται το 2016 σε 4,3% του ΑΕΠ για την Ελλάδα, έναντι 17,4% του ΑΕΠ για την Γαλλία, 24,6% του ΑΕΠ για την Ιταλία, 17,8% του ΑΕΠ για την Πορτογαλία και 19,4% του ΑΕΠ για την Ισπανία.  Ουσιαστικά, οι χώρες αυτές εκτός της Ελλάδος, δεν έχουν παρά λιγοστές προοπτικές ανάπτυξης, εάν πρέπει να αφιερώνουν πόρους ίσους με το 1/4 ή το 1/5 του ΑΕΠ στην εξυπηρέτηση του χρέους και όχι σε νέες επενδύσεις.  Και αργά ή γρήγορα, αυτό θα αναγνωρισθεί και θα προκαλέσει τριγμούς στις αγορές.  Στην Ελλάδα, το πρόβλημα είναι πλέον αμελητέο, ιδίως εάν συνεχίσουμε να πορευόμαστε με βάση τους κανόνες της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Το 2016, η Ελλάδα προβλέπεται, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Φθινοπώρου του 2014, να έχει συνολικά πλεόνασμα (όχι μόνο πρωτογενές αλλά και μετά την πληρωμή τόκων) 1,3% του ΑΕΠ και η οικονομία της να αναπτύσσεται με 3,7% τον χρόνο.  Μπορεί  έτσι σταδιακά σε βάθος χρόνου να αποταμιεύονται σημαντικά ποσά, και η απόδοση από την αξιοποίηση των κεφαλαίων αυτών να διατεθεί στο κράτος πρόνοιας και την μείωση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Εάν αυτό επιτευγχθεί και διατηρηθεί τα επόμενα χρόνια, η χώρα θα έχει καταφέρει να θέσει υποψηφιότητα για την είσοδο στην λέσχη των χωρών ΑΑΑ, που διαθέτουν δημοσιονομική πειθαρχία και ισχυρούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, σε μια αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση ενάρετου κύκλου προς όφελος της ευημερίας των ελλήνων πολιτών.  Κάτι τέτοιο είναι απολύτως επιτεύξιμο, εάν δεν ανατραπεί άρδην το μίγμα οικονομικής πολιτικής που ακολουθείται, λόγω πολιτικών εξελίξεων.  Θα είναι όνειδος για την σύγχρονη οικονομική ιστορία της χώρας και για τον ελληνικό λαό, εάν μετά από 7 χρόνια ισχνών αγελάδων, χαθεί η ευκαιρία να γίνουμε μια νοικοκυρεμένη χώρα, όπου θα ανταμείβεται η εργατικότητα και η αποταμίευση του καθενός, και θα αναγνωρίζεται στον διεθνή στίβο η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, και όπου η απασχόληση θα αυξάνει με στέρεες δουλειές που θα υπάρχουν και αύριο, καθώς θα είναι ενσωματωμένες στην τεχνολογική αναβάθμιση του παραγωγικού προτύπου. Και όλα αυτά χωρίς δανεικά.

Ήδη, όπως είχαμε επανειλημμένως προβλέψει, η Ελλάδα εξέρχεται με γρήγορα και σταθερά βήματα από την μεγαλύτερη κρίση και ύφεση της πρόσφατης οικονομικής της ιστορίας, επιτυγχάνοντας θετικό ρυθμό ανάπτυξης ήδη από το 1ο 3μηνο.2014 σε 3μηνιαία βάση και από το 2ο 3μηνο.2014 σε ετήσια βάση. Μάλιστα, η αύξηση του ΑΕΠ σε ετήσια βάση στο 3ο 3μηνο.2014 ανήλθε στο 1,7%, έναντι +0,4% στο 2ο 3μηνο.2014. Ως αποτέλεσμα, η αύξηση του ΑΕΠ στο 9μηνο.2014 ήταν +0,6% σε ετήσια βάση, και, επομένως, ενισχύονται τώρα ουσιαστικά οι ενδείξεις ότι η αύξηση του ΑΕΠ το 2014 ως σύνολο θα είναι πιο κοντά στο 1,0%, έναντι 0,6% που προβλέπει η Τρόικα, 0,4% που προβλέπει η Moody’s, 0,2% που προβλέπει η S&P, κ.ο.κ.

Οι βασικοί δείκτες οικονομικού και επιχειρηματικού κλίματος και καταναλωτικής εμπιστοσύνης εξακολουθούν να σηματοδοτούν θετικές προοπτικές για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τόσο στο 4ο 3μηνο.2014, όσο και στα επόμενα 3μηνα. Ειδικότερα, οι ακόλουθοι παράγοντες σηματοδοτούν ότι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας θα συνεχιστεί και θα ενισχυθεί περαιτέρω κατά το 2015 για να εξελιχθεί σε υγιή ανάπτυξη με ρυθμό άνω του 3,0% από το 2016 και στα επόμενα έτη.

Πρώτον, από το 2015 και μετά η αρνητική επίπτωση στην αύξηση του ΑΕΠ από την δημοσιονομική προσαρμογή θα μειωθεί σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αφού τα αναγκαία πρωτογενή πλεονάσματα θα μπορούν να επιτευχθούν ακόμα και με λογική αύξηση και των δημοσίων δαπανών.

Δεύτερον, η εγχώρια ζήτηση που ανακάμπτει ήδη ελαφρά (κατά +0,4%) το 2014, μετά τη μείωσή της σε δραστικά μειωμένα επίπεδα το 2013  (κατά -32,9% έναντι του 2008), θα συνεχίσει να ενισχύεται με αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης ήδη από το 2ο 3μηνο.2014 και με σημαντική αύξηση και των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου από το 2015, μετά την μη αναμενόμενη νέα πτώση τους (κατά -3,6% περίπου) και το 2014 ως σύνολο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανάπτυξη έγινε γεγονός το 2014 όχι τόσο με την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, όπως συνήθως γίνεται μετά από παρατεταμένη ύφεση σε κάποια οικονομία, και παρά τον νέο καταποντισμό των επενδύσεων σε κατοικίες που ήταν αποτέλεσμα της διπλής φορολόγησής τους με τον ΕΝΦΙΑ και με τον συμπληρωματικό φόρο και με τη χρήση υπέρμετρα διογκωμένων αντικειμενικών αξιών. Αντίθετα, η ανάπτυξη και η αύξηση της απασχόλησης (κατά 1,5% σε ετήσια βάση στο 3ο 3μηνο.2014, μετά την πτώση της κατά -3,6% σε ετήσια βάση στο 3ο 3μηνο.2013) στηρίχθηκαν κατά κύριο λόγο στη σημαντικά βελτιωμένη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας που συνέβαλε στη μεγάλη αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (κυρίως του τουρισμού), η οποία διαμορφώθηκε στο 9,6% στο 1ο 6μηνο.2014 και αναμένεται να υπερβεί το 6,5% το 2014 ως σύνολο, μετά την αύξησή τους κατά 2,1% και το 2013. Η εντυπωσιακή άνοδος του τουρισμού το 2014 συνέβαλε και στη βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης και στην μικρή ανάκαμψη (και θετική επίπτωση στην αύξηση του ΑΕΠ) της ιδιωτικής κατανάλωσης το 2014.

Τρίτον, η προαναφερθείσα σημαντική βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, τόσο ως προς το κόστος παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων, όσο και με βάση το ΔΤΚ, αναμένεται να συνεχιστεί και στα επόμενα έτη αφενός λόγω των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έχουν θεσπιστεί και ολοκληρώνονται στη χώρα (ιδιαίτερα στις αγορές εργασίας και προϊόντων) και αφετέρου λόγω και της υποτίμησης του Ευρώ και της μεγάλης πτώσης των τιμών του πετρελαίου που μπορεί με τη σειρά τους να συμβάλλουν στην περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών, στην ανάκαμψη των επενδύσεων και στη μεγαλύτερη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης από το 2015.

Επιπλέον, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας λαμβάνει χώρα σε συνδυασμό:

α) Με την πλήρη σταθεροποίησή της που αντικατοπτρίζεται στα σημαντικά πλεονάσματα που επιτυγχάνονται στο πρωτογενές ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης (0,8% του ΑΕΠ το 2013 και 2,0% του ΑΕΠ το 2014) και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας (1,3% του ΑΕΠ το 2013 και 2,5% του ΑΕΠ το 2014), από ελλείμματα άνω του 10,0% και 12,0% του ΑΕΠ αντίστοιχα στα ισοζύγια αυτά το 2009.

β) Με εκ βάθρων αναδιαρθρωμένο και αναμορφωμένο το θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας της που εξασφαλίζει την προσέλκυση σημαντικών επενδύσεων και την περαιτέρω ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας στο μέλλον.

γ) Με εκ βάθρων αναδιαρθρωμένο και πλήρως κεφαλαιοποιημένο το Τραπεζικό σύστημα της χώρας που είναι τώρα σε θέση να συμβάλει στην υγιή και διεθνώς ανταγωνιστική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας με ικανοποιητική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών της χώρας και με αποτελεσματική διαχείριση των αυξημένων προβληματικών απαιτήσεων που έφερε η κρίση.

Οι ανωτέρω εντυπωσιακά ευνοϊκές εξελίξεις, αφήνουν προφανώς οριστικά πίσω τα σενάρια της καταστροφής σε σχέση με τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία (και εις βάρος της προσπάθειας για διακοπή της πτωτικής της πορείας), σε ολόκληρη την περίοδο από τα μέσα του 2012 και έως πρόσφατα. Σενάρια που απέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό την πιο έγκαιρη αποκατάσταση σε ικανοποιητικά επίπεδα του οικονομικού και επενδυτικού κλίματος στη χώρα και την πιο έγκαιρη ανάκαμψη της οικονομίας.

Από την άλλη πλευρά, οι εξελίξεις αυτές δεν φαίνεται να σηματοδοτούν μια πιο εποικοδομητική και αποτελεσματική και λιγότερη επώδυνη αντιμετώπιση της χώρας από την Τρόικα. Εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες σπαταλήθηκαν από τα τέλη του 2012 έως και τον Νοέμ.2013 για τα υποτιθέμενα τεράστια δημοσιονομικά κενά που, σύμφωνα με την Τρόικα, αντιμετώπιζε η χώρα το 2013 και που έπρεπε να καλυφθούν με επιπρόσθετα μέτρα. Τελικά, το 2013 όχι μόνο δεν υπήρξε δημοσιονομικό κενό αλλά επιτεύχθηκε και πρωτογενές πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ, έναντι ελλείμματος -0,2% του ΑΕΠ που προέβλεπε το ΔΝΤ τον Ιούλ.2013. Στη συνέχεια, νέα δημοσιονομικά και χρηματοδοτικά κενά προβλέπονταν από την Τρόικα για το 2014, για να φτάσουμε στο 10μηνο.2014 όπου το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού της κεντρικής κυβέρνησης διαμορφώνεται στα € 2,4 δις και είναι σε συμφωνία με τον στόχο που είχε τεθεί για το 10μηνο αυτό. Αυτό δε συμβαίνει παρά το ότι το πλεόνασμα του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) είναι κατά € 708 εκατ. χαμηλότερο από τον στόχο, κυρίως λόγω μη είσπραξης ακόμη των προγραμματισμένων εσόδων από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ, και επίσης οι επιστροφές φόρων ήταν κατά € 270 εκατ. υψηλότερες από τον στόχο. Επίσης, η έως τον Οκτ.2014 είσπραξη των εσόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού από τους φόρους περιουσίας συμπεριλαμβάνει μόνο δύο δόσεις του ΕΝΦΙΑ, αντί για 4-δόσεις που είχε προγραμματιστεί, με αποτέλεσμα τα έσοδα από αυτή την πηγή να είναι μειωμένα σε σχέση με τον στόχο που είχε τεθεί κατά € 885 εκατ. Τα έσοδα αυτά θα εισπραχθούν σε μεγάλο βαθμό στους επόμενους μήνες και θα ενταχθούν στον Π2014. Με αυτά τα δεδομένα, η εκτίμηση του προσχεδίου του Π2015 για πλεόνασμα 2,0% του ΑΕΠ το 2014 (έναντι στόχου για πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ) είναι τώρα απολύτως επιτεύξιμη, δείχνοντας ότι το 2014 θα είναι το 3ο συνεχόμενο έτος κατά το οποίο ο προϋπολογισμός εκτελείται από τις ελληνικές κυβερνήσεις πολύ καλύτερα του αναμενομένου, παρά τις προβλέψεις της Τρόικα για μεγάλα «δημοσιονομικά κενά» σε όλα αυτά τα έτη. Και ενώ συμβαίνουν αυτά, η Τρόικα, όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, εκτιμά και πάλι (στα τέλη του 2014) ότι υπάρχει «δημοσιονομικό κενό» ύψους € 2,5 δις έως και € 3,6 δις για το 2015 και με αυτό το πρόσχημα πιέζει και πάλι την κυβέρνηση να λάβει νέα μέτρα για να το κλείσει, καθυστερώντας και πάλι (με εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες για την οικονομία και για τη χώρα) την ολοκλήρωση της αξιολόγησης που έχει αρχίσει από τον Σεπτέμβριο 2014 και συνεχίζεται έως σήμερα. Αυτές οι ατέλειωτες «διαπραγματεύσεις», με βάση εκτιμήσεις που είναι εξαιρετικά αμφισβητούμενες, συμβάλλουν αναπόφευκτα στη διατήρηση μιας εντελώς τεχνητής αβεβαιότητας στην αγορά με τις δυσμενείς επιπτώσεις που σε όλους είναι εμφανείς.

Ένα από τα βασικά θέματα που φαίνεται να επικαλείται η Τρόικα για την ανωτέρω νέα εκτεταμένη χρονοτριβή εις βάρος της ελληνικής οικονομίας είναι και η ρύθμιση την οποία θέσπισε η Κυβέρνηση στην προσπάθειά της να εισπράξει όσο το δυνατό περισσότερα από τις συσσωρευμένες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του δημοσίου από φορολογικές υποθέσεις και από εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία. Ειδικότερα:

Σύμφωνα με το άρθρο 51 του πρόσφατου νόμου 4305/31.10.2014, παρέχονται οι διευκολύνσεις που συμπεριλαμβάνονται στον κατωτέρω Πίνακα 1 για την πληρωμή των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Φορολογική Διοίκηση έως την 1η Οκτωβρίου 2014. Σημειώνεται ότι το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το ελληνικό Δημόσιο ανερχόταν στα € 70,16 δις τον Σεπτ.2014, με αύξησή τους κατά € 9,7 δις στο 9μηνο. Ιαν.-Σεπτ.2014 και κατά € 923 εκατ. μόνο τον Σεπτ.2014. Επομένως, ο Π2014 εκτελείται καλύτερα του αναμενομένου στο 9μηνο.2014 παρά το ότι βεβαιωμένα έσοδα ύψους € 9,7 δις σε αυτό το 9μηνο δεν εισπράχθηκαν αλλά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα. Η Κυβέρνηση για να διευκολύνει το πλήθος των φορολογουμένων (Φυσικών Προσώπων και Επιχειρήσεων) που αντιμετωπίζουν δυσκολίες πληρωμής και για να επιταχύνει κατά το δυνατό την είσπραξη αυτών των οφειλών, ψήφισε τον ανωτέρω νόμο που παρέχει πολύ πιο ουσιαστικές διευκολύνσεις στους φορολογούμενους από ότι προηγούμενες  ρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν χωρίς μεγάλη επιτυχία.

index

Όπως φαίνεται στον ανωτέρω Πίνακα 2 η ρύθμιση του χρέους σε 100 δόσεις ή σε 72 μηνιαίες δόσεις δεν είναι χωρίς κόστος για τον φορολογούμενο. Αντίθετα, οι φορολογούμενοι που έχουν πραγματικό όφελος από τη ρύθμιση είναι ακόμη εκείνοι που επιλέγουν την πληρωμή του χρέους τους σε 12 έως και 36 δόσεις. Για παράδειγμα, με την υπόθεση ότι το συνολικό χρέος ενός φορολογούμενου ανέρχεται στις € 14.000 (€ 10.000 αρχικό χρέος και € 4.000 προσαυξήσεις), τότε με την ένταξή του στη ρύθμιση αυτός ο φορολογούμενος μπορεί να εξοφλήσει το χρέος του με πληρωμή μόνο € 10.660 (σε δόσεις των € 888 μηνιαίως), ή μόνο € 11.320 (σε δόσεις των € 472 μηνιαίως), ή μόνο € 12.000 (σε δόσεις των € 333 μηνιαίως). Η εξόφληση σε 100 δόσεις καταλήγει σε πληρωμή συνολικά € 15.890 χιλιάδων (σε δόσεις των € 159 μηνιαίως). Επομένως, το πιο πιθανό είναι ότι η ρύθμιση θα αυξήσει τα έσοδα από την πηγή αυτή στην 3ετία 2015 – 2017, με περισσότερα και όχι λιγότερα έσοδα το 2015 και το 2016 από ότι θα μπορούσε να αναμένεται με βάση τις προηγούμενες ρυθμίσεις. Επιπλέον, με την διαφαινόμενη εκτίμηση (της Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων) ότι στη ρύθμιση εντάσσονται οφειλές που ανέρχονται στα € 14 δις, μπορεί κανείς να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στα επόμενα 5-έτη θα εισπραχθούν πολύ περισσότερα από αυτό το ποσό από ότι θα εισπράττονταν χωρίς την υπό συζήτηση νέα ρύθμιση. Με βάση αυτή την ανάλυση δεν είναι αυτονόητη η φερόμενη ως εκτίμηση της Τρόικα ότι από την ανωτέρω ρύθμιση για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές θα προκύψει δημοσιονομικό κενό της τάξης των € 1,0 δις το 2015. Αντίθετα, το πιθανότερο είναι ότι τα έσοδα από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές θα είναι υψηλότερα το 2015 με τη ρύθμιση, από ότι θα ήταν χωρίς τη ρύθμιση. Επιπλέον, η ένταξη στη ρύθμιση μιας επιχείρησης ή ενός φυσικού προσώπου συνεπάγεται την επανένταξή του στο σύστημα και αυτό, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της οικονομίας, θα έχουν ως συνέπεια τη σημαντική μείωση του ρυθμού με τον οποίο οι βεβαιωμένες οφειλές προς το Δημόσιο θα καθίστανται ληξιπρόθεσμες το 2015. Για παράδειγμα, αν αντί για αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών κατά € 1,0 δις μηνιαίως (όπως συμβαίνει το 2014), επιτευχθεί ο περιορισμός της αύξησή τους στα € 0,7 δις μηνιαίως το 2015, τότε αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετα έσοδα κατά το επόμενο έτος ύψους άνω των € 3.0 δις.

Η κατάσταση αυτή μπορεί βέβαια να εμποδιστεί, ή και να ανατραπεί με την εκ νέου παρεμπόδιση της ανάπτυξης της οικονομίας με τη συνέχιση της τρέχουσας διαδικασίας της ενίσχυσης της αβεβαιότητας με την πρακτική της διαιώνισης των διαπραγματεύσεων για την λήξη και της τρέχουσας αξιολόγησης και των πιέσεων στην ελληνική κυβέρνηση για κάθε μέτρο που η τελευταία τολμά να λάβει για τη διόρθωση των αρνητικών καταστάσεων στην οικονομία και στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που έφερε η τεράστια ύφεση στην περίοδο 2010-2013.

Γεγονός παραμένει ότι η κυβέρνηση έχει ήδη καταφέρει να σταθεροποιήσει την οικονομία, με μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα στη γενική κυβέρνηση από ότι προγραμματίζεται στα τελευταία 3-έτη και με αναμφισβήτητη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας. Επιπλέον, κατάφερε  να φέρει και την ανάκαμψη της οικονομίας, την αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της ανεργίας (στο 25,9% τον Αύγουστο του 2014, από 27,9% τον Αύγουστο του 2013) πολύ πιο έγκαιρα από ότι εκτιμούσε η πλειοψηφία των εγχώριων και ξένων αναλυτών και των ειδικών, αλλά και αυτή η ίδια η Τρόικα. Σε τελική ανάλυση αυτό είναι που έχει πραγματική σημασία. Η ενίσχυση της ανάπτυξης με περαιτέρω βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και του οικονομικού και επενδυτικού κλίματος θα πρέπει από εδώ και πέρα να αποτελεί τον βασικό στόχο όλων. Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων από εδώ και πέρα θα πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στις ευνοϊκές επιπτώσεις της ανάπτυξης της οικονομίας.

SHARE