Γ.Στουρνάρας: Οι επτά προτεραιότητες για την οικονομική πολιτική – Οι ευκαιρίες κ’ οι προκλήσεις

Για  επτά γενικές προτεραιότητες που πρέπει να υλοποιηθούν στην οικονομική πολιτική προκειμένου να περιοριστούν οι κίνδυνοι από την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, έκανε λόγο ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στην ομιλία του στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, την ημέρα μνήμης του Ιωάννη και της Ανθής Γενναδίου.Προκειμένου να περιοριστούν οι κίνδυνοι  από την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που προαναφέρθηκαν, αλλά και να υλοποιηθούν οι ευκαιρίες που συνδέονται με τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, προτείνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος οι ακόλουθες γενικές προτεραιότητες στην οικονομική πολιτική:

1ον Η εφαρμογή μιας μακροχρόνιας δημοσιονομικής πολιτικής και ενός δημοσιονομικού μίγματος που θα αποβλέπουν στην ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, χωρίς όμως να αποτελούν εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη.

Εκτιμάται από την Τράπεζα της Ελλάδος, μετά από τη διεξαγωγή άσκησης βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους με τη χρήση κατάλληλου υποδείγματος, ότι η μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα για το 2021 και το 2022 σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο από το σημερινό, δηλαδή κοντά στο 2,2% του ΑΕΠ αντί του 3,5% που ισχύει σήμερα (υπενθυμίζεται ότι μετά το 2022 ο μέσος όρος των πρωτογενών πλεονασμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι 2,2%) δεν θα επηρέαζε τη βιωσιμότητα του χρέους, ενώ θα ενίσχυε την οικονομική ανάπτυξη, σε συνδυασμό μάλιστα με την έγκαιρη υλοποίηση των απαραίτητων και συμφωνημένων μεταρρυθμίσεων και του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. Υπέρ της εκτίμησης αυτής συνηγορούν η σημαντική αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών τίτλων καθώς και η πρόωρη αποπληρωμή μέρους του δανείου του ΔΝΤ που ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο.

2ον Η ριζική αντιμετώπιση των προκλήσεων στον τραπεζικό τομέα, που είναι το υψηλό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση (DTC) και οι διάσπαρτες διατάξεις και ρυθμίσεις που καθορίζουν το πλαίσιο αφερεγγυότητας και πτώχευσης. Μια αποφασιστική λύση στα προβλήματα αυτά θα καταστήσει τις τράπεζες επενδυτικές ευκαιρίες και θα τους επιτρέψει να στρέψουν την προσοχή τους σε σύγχρονα επιχειρηματικά μοντέλα, στην αναζήτηση νέων επικερδών αναπτυξιακών ευκαιριών και δραστηριοτήτων, σε νέες τεχνολογίες και, πάνω απ’ όλα, στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

3ον Η ενίσχυση του “τριγώνου της γνώσης”, δηλ. της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, με την υιοθέτηση πολιτικών και μεταρρυθμίσεων που ενθαρρύνουν την έρευνα, διευκολύνουν τη διάδοση της τεχνολογίας, τονώνουν την επιχειρηματικότητα και ενισχύουν τους δεσμούς μεταξύ επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων.

4ον Η αντιμετώπιση της υψηλής ανεργίας. Τα ποσοστά ανεργίας των νέων, των γυναικών και των μακροχρόνια ανέργων παραμένουν υψηλά και αναδεικνύουν την ανάγκη διατήρησης της ευελιξίας της αγοράς εργασίας αφενός και εφαρμογής επιπρόσθετων στοχευμένων πολιτικών στήριξης της απασχόλησης για αυτές τις ομάδες αφετέρου.

5ον Η αντιστροφή του brain drain, δηλαδή της μαζικής φυγής στο εξωτερικό ενός σημαντικού τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, δεξιότητες και επαγγελματικά προσόντα. Το φαινόμενο αυτό επηρέασε σημαντικά το μέγεθος και την ποιότητα του εργατικού δυναμικού, επιδείνωσε τους δημογραφικούς δείκτες της χώρας και διεύρυνε το χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης δεξιοτήτων. Συνεπώς, η χάραξη και η αξιόπιστη εφαρμογή μιας ολιστικής εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής που θα βασίζεται στην ενδελεχή ανάλυση των κλάδων παραγωγής, με σκοπό την ταυτοποίηση των απαιτούμενων δεξιοτήτων υψηλής εξειδίκευσης, είναι προτεραιότητα για την αναστροφή του φαινομένου (“brain regain”).

6ον Η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής τους ώστε να καλύπτουν το σύνολο των τομέων όπου υστερεί η Ελλάδα σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους στους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας. Ενδεικτικά, οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, την επιτάχυνση των διαδικασιών για την απόκτηση (μέσω αγοραπωλησίας) και εγγραφή εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και για την έκδοση οικοδομικών αδειών και τη βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Σύμφωνα με τους δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας, υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης, ειδικά αν οι μεταρρυθμίσεις εστιάσουν στη βελτίωση του κράτους δικαίου και της ποιότητας του ρυθμιστικού περιβάλλοντος. Ο δρόμος της επιτάχυνσης της ανάπτυξης είναι δύσκολος και απαιτεί παρεμβάσεις μακριά από τις αγκυλώσεις που μέχρι σήμερα έχουν λειτουργήσει ως βαρίδι στην ανάπτυξη και στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Με άλλα λόγια, απαιτείται μια “νοοτροπία” που θα προωθεί την εφαρμογή των νόμων, τη λογοδοσία, την ορθή και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης χωρίς παρεμβάσεις, την ποιότητα του ρυθμιστικού πλαισίου, και την εμπιστοσύνη στη σωστή λειτουργία και ανεξαρτησία των θεσμών του κράτους.

7ον Η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης και γενικότερα της κρατικής λειτουργίας. Η μείωση της γραφειοκρατίας, οι ευκολότερες αδειοδοτήσεις, η εισαγωγή διεθνών λογιστικών προτύπων και σύγχρονων μεθόδων διοίκησης σε μεγάλους κρατικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις, η ψηφιοποίηση των διαδικασιών και η εισαγωγή μεθόδων αξιολόγησης, καθώς και η αύξηση της κινητικότητας του προσωπικού εντός της δημόσιας διοίκησης, θα βελτιώσουν κατακόρυφα την παραγωγικότητα και τη διαφάνεια.

Οι πολιτικές που περιγράφονται παραπάνω θα βοηθήσουν να αντισταθμιστούν οι κίνδυνοι από την παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση, κυρίως όμως να κεφαλαιοποιηθούν οι θετικές προσδοκίες που έχουν διαμορφωθεί στο εσωτερικό αλλά και στις διεθνείς αγορές, ώστε να ενισχυθεί η συνολική παραγωγικότητα, η δυνητική ανάπτυξη και, σε τελευταία ανάλυση, η ευημερία της Ελλάδας. Βεβαίως, πρέπει να τονιστεί ότι, για να ενισχυθεί η πραγματική σύγκλιση με τα επίπεδα ευημερίας των εταίρων της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, δεν αρκούν μόνο οι εθνικές προσπάθειες, αλλά πρέπει να ληφθούν μέτρα και σε επίπεδο ζώνης του ευρώ, που θα οδηγήσουν σε μια «βαθύτερη» (δηλαδή πιο ομοσπονδιακή) Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Τα σημαντικότερα από αυτά τα μέτρα είναι ο καλύτερος συντονισμός των κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ τόσο σε θέματα οικονομικής πολιτικής όσο και σε άλλα (π.χ. προσφυγική κρίση), και η ταυτόχρονη προώθηση μέτρων επιμερισμού και μέτρων μείωσης των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κινδύνων. Μέτρα επιμερισμού των κινδύνων είναι π.χ. η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων, η ολοκλήρωση της ένωσης κεφαλαιαγορών, η δημιουργία ενός ασφαλούς στοιχείου ενεργητικού (safe asset) ως προάγγελος ενός κοινού ομολόγου, η ενίσχυση της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών, ώστε να υπάρχει συμμετρική προσαρμογή μεταξύ κρατών-μελών με ελλείμματα και κρατών-μελών με πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, και η δημιουργία ενός κεντρικού εργαλείου δημοσιονομικής σταθεροποίησης που θα μπορούσε να προσφέρει προστασία απέναντι σε ασύμμετρες περιφερειακές αναταράξεις.  Από τα μέτρα μείωσης των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κινδύνων, το σημαντικότερο είναι η μείωση των ΜΕΔ. Εάν προχωρήσουν τέτοιες πολιτικές, οι οικονομίες των κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ, και ιδιαίτερα οι πλέον ευάλωτες, θα ωφεληθούν σημαντικά.

…ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Την περίοδο 2000-2007 οι μακροοικονομικές συνθήκες ήταν  ευνοϊκές για την Ελλάδα, με υψηλούς ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ (αρκετά πάνω από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ), σχετικά σταθερό πληθωρισμό και σταδιακά μειούμενο ποσοστό ανεργίας. Η οικονομική μεγέθυνση στηρίχθηκε από την ταχεία πιστωτική επέκταση και το χαμηλό κόστος δανεισμού μετά την απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) το 2001.

Τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ως προϋποθέσεις για την ένταξη μιας χώρας στην ΟΝΕ, βασίζονταν αποκλειστικά στην ονομαστική σύγκλιση και, ως εκ τούτου, δεν παρείχαν κίνητρα για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και εργασίας και στη λειτουργία του δημόσιου τομέα, που ήταν απαραίτητες για την ενίσχυση της πραγματικής σύγκλισης, την αύξηση της δυνητικής ανάπτυξης και την εξασφάλιση, μακροχρονίως, της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών. Αντίθετα, τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις, που θα ενίσχυαν την ανταγωνιστικότητα, συνάντησαν ισχυρές αντιδράσεις από οργανωμένα συμφέροντα, από την πλευρά τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Αν και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά την περίοδο της οικονομικής άνθησης, προσεγγίζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το θεσμικό χάσμα έναντι της ζώνης του ευρώ δεν περιορίστηκε. Έτσι, η Ελλάδα συνέχισε να υστερεί σημαντικά έναντι των εταίρων της στη ζώνη του ευρώ σε διάφορους δείκτες διακυβέρνησης και διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, το ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον της περιόδου δεν αξιοποιήθηκε όπως θα έπρεπε προκειμένου να εξορθολογιστούν οι δημόσιες υπηρεσίες, να βελτιωθεί η φορολογική διοίκηση, να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή και να περιοριστεί το υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Η απότομη επιδείνωση του δημοσιονομικού και μακροοικονομικού περιβάλλοντος το 2008 και το 2009 και η συνακόλουθη υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας και η εκτόξευση των αποδόσεων των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου είχαν ως αποτέλεσμα να αποκλειστούν το Ελληνικό Δημόσιο και οι ελληνικές τράπεζες από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων και χρήματος. Η σημαντική εκροή καταθέσεων, η μείωση των τιμών των εξασφαλίσεων (ακινήτων) των δανείων και οι ασφυκτικές συνθήκες ρευστότητας άσκησαν έντονες πιέσεις και στον τραπεζικό τομέα.

Το 2010 τέθηκε έτσι σε εφαρμογή το πρώτο πρόγραμμα οικονομικής διάσωσης αλλά και οικονομικής προσαρμογής της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ), το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), με σκοπό την αποφυγή της χρεωκοπίας και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Το πρόγραμμα αυτό απεδείχθη, εκ των πραγμάτων, ότι δεν ήταν αρκετό, παρά την αρχική ομαλή πορεία του.

Το 2012 τέθηκε σε εφαρμογή το δεύτερο πρόγραμμα. Και αυτό, παρά την επικαιροποίησή του μετά τις διπλές εκλογές το καλοκαίρι του 2012 και την ομαλή εφαρμογή του μέχρι το τέλος του 2014, εξετράπη της πορείας του σύντομα μετά τις εκλογές στις αρχές του 2015, λίγο πριν την ολοκλήρωσή του.

Το τρίτο πρόγραμμα τέθηκε σε εφαρμογή αμέσως μετά το περιπετειώδες πρώτο εξάμηνο του 2015, και ολοκληρώθηκε ομαλά τρία χρόνια μετά, το καλοκαίρι του 2018.

Τα τρία προγράμματα παρείχαν, παραλλήλως προς τα μέτρα προσαρμογής της οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και εκταμιεύσεις δόσεων από δάνεια που συνομολογήθηκαν με τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ και το ΔΝΤ στην αρχή και με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και το διάδοχό του Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) στη συνέχεια. Οι εκταμιεύσεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν για την αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους (χρεολυσίων που έληγαν), για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και για την κάλυψη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, όσο η Ελλάδα δεν είχε πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων και χρήματος.

Η κρίση είχε σημαντικό κόστος σε όρους προϊόντος, εισοδημάτων και πλούτου. Από το 2008 έως το 2016 η Ελλάδα έχασε πάνω από το 1/4 του ΑΕΠ της σε σταθερές τιμές, ενώ το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε κατά περίπου 16 ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοδύναμα αγοραστικής δύναμης μειώθηκε στο 67,4% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2018, από 93,3% το 2008. Παράλληλα, ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων εκτινάχθηκε στο 50% περίπου, υπήρξε μεγάλο κύμα μετανάστευσης μορφωμένων Ελλήνων (brain drain) και σημαντική αποεπένδυση, με πολύ σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Ως αποτέλεσμα των αρνητικών ρυθμών μεταβολής του ΑΕΠ, ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αυξήθηκε κατακόρυφα και διαμορφώθηκε σε μη βιώσιμα επίπεδα, παρά την πολύ σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν δυσκολίες στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις στην εξυπηρέτηση του χρέους τους. Αυτός ήταν ο κύριος – αλλά όχι ο μοναδικός – λόγος για τον οποίο τα ΜΕΔ αυξήθηκαν κατακόρυφα, με συνέπεια να επιδεινωθεί η ποιότητα των στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών, δυσχεραίνοντας τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Για να ξεπεραστεί η ελληνική κρίση χρειάστηκαν οκτώ χρόνια, τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, εκταμιεύσεις δόσεων δανείων της τάξης των 290 δισεκ. ευρώ συνολικά στο πλαίσιο αυτών των τριών προγραμμάτων, σημαντική αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και τρεις γύροι ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Σε καμία άλλη χώρα-μέλος της ευρωζώνης σε καθεστώς προγράμματος οικονομικής προσαρμογής δεν συνέβη αυτό.

Με το όφελος της «στερνής γνώσης», η διάρκεια και η ένταση της ελληνικής κρίσης μπορούν να αποδοθούν σε επτά παράγοντες:

Πρώτον, η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν πρωτοφανής σε μέγεθος και ταχύτητα. Αυτό συνδεόταν κυρίως με το γεγονός ότι οι αρχικές μακροοικονομικές ανισορροπίες (δημοσιονομική και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών) ήταν πολύ σοβαρότερες στην Ελλάδα από ό,τι στα άλλα κράτη-μέλη που αντιμετώπισαν δυσχέρειες. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των τριών προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής δόθηκε, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερη έμφαση στις αυξήσεις της φορολογίας παρά στις περικοπές δαπανών, τις μεταρρυθμίσεις με αναπτυξιακό περιεχόμενο και τις ιδιωτικοποιήσεις.

Δεύτερον, οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές αποδείχθηκαν υψηλότεροι από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί στο πρόγραμμα προσαρμογής από τους διεθνείς οργανισμούς, επιδεινώνοντας την ύφεση. Ως εκ τούτου, η οικονομία σύντομα παγιδεύτηκε σε ένα φαύλο κύκλο λιτότητας και ύφεσης.

Τρίτον, η χρονική σειρά με την οποία υλοποιήθηκαν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είχε ως αποτέλεσμα οι πραγματικές αποδοχές να μειωθούν περισσότερο από ό,τι είχε αρχικά σχεδιαστεί και να επιδεινωθεί η ύφεση. Με άλλα λόγια, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια επικεντρώθηκε περισσότερο στην αγορά εργασίας παρά στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, οι ονομαστικές αποδοχές μειώθηκαν ταχύτερα και εντονότερα από ό,τι οι τιμές. Τα νοικοκυριά υπέστησαν κατακόρυφη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, η οποία με τη σειρά της περιόρισε την ιδιωτική κατανάλωση και βάθυνε την ύφεση.

Τέταρτον, το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), απόρροια κυρίως της ύφεσης, αποδείχθηκε εξαιρετικά δυσεπίλυτο. Το πρόβλημα επέτειναν περαιτέρω νομοθετικές παρεμβάσεις όπως η αναστολή των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, η κατάχρηση του πλαισίου προστασίας από κατασχέσεις, καθώς και διάφορα άλλα νομικά και δικαστικά εμπόδια, όπως οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης και η έλλειψη επαρκών γνώσεων των λειτουργών της δικαιοσύνης για θέματα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Εκ των υστέρων, αν είχε υπάρξει δυναμικότερη αντίδραση τα πρώτα χρόνια της κρίσης, αν δηλαδή οι αναγκαίες νομοθετικές αλλαγές είχαν εφαρμοστεί πολύ νωρίτερα και είχε θεσπιστεί μια συστημική λύση με τη μορφή μιας εταιρίας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού (bad bank) που θα αναλάμβανε την κεντρική διαχείριση των ΜΕΔ, όπως είχε γίνει σε άλλα κράτη-μέλη, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα θα ήταν πιο περιορισμένο.

Πέμπτον, η υλοποίηση ορισμένων μεταρρυθμίσεων καθυστέρησε σε σχέση με το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα λόγω της απροθυμίας υιοθέτησης (ownership) των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, εξαιρετικά ατυχών επιλογών, όπως αυτές του πρώτου εξαμήνου του 2015 που έφεραν την Ελλάδα μία ανάσα από την έξοδο από τη ζώνη του ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, του έντονου λαϊκισμού, των πολιτικών αντιπαραθέσεων και του διχαστικού πολιτικού κλίματος, καθώς και λόγω της αντίστασης που προέβαλαν στις μεταρρυθμίσεις ποικίλα κεκτημένα συμφέροντα. Οι συνέπειες υπήρξαν σοβαρές: σημαντικές καθυστερήσεις, ένα τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής το 2015, όταν όλα έδειχναν ότι μπορούσε η ελληνική οικονομία να βγει από την κρίση το 2015, επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, κυρίως για να ανακοπεί η εκροή τραπεζικών καταθέσεων, νέος γύρος ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και μία ακόμα διετία οικονομικής στασιμότητας, ακυρώνοντας την πρόοδο που είχε επιτευχθεί την αμέσως προηγούμενη περίοδο.

Έκτον, στην καθυστέρηση της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο και οι πολιτικές συνθήκες και αντιπαραθέσεις σε επίπεδο ζώνης του ευρώ. Η απόφαση που έλαβε το Eurogroup το Νοέμβριο του 2012 για περαιτέρω ελάφρυνση του ελληνικού χρέους εφαρμόστηκε με μεγάλη καθυστέρηση, τον Ιούνιο του 2018, παρά το ότι είχαν εκπληρωθεί όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις (προαπαιτούμενα) την άνοιξη του 2014. Αυτό υπονόμευσε τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και παρέτεινε την κρίση. Εάν αυτή η μορφή ελάφρυνσης του χρέους είχε εφαρμοστεί στην αρχή του πρώτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, παράλληλα με την υλοποίηση φιλόδοξων αναπτυξιακών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και τη σύσταση εταιρίας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού για την αντιμετώπιση των ΜΕΔ, θα είχε θετικότερη επίδραση στην οικονομία, περιορίζοντας σημαντικά τις απώλειες σε όρους προϊόντος και απασχόλησης.

Έβδομον, όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση, η ζώνη του ευρώ δεν διέθετε εργαλεία για την αποτροπή και την αντιμετώπιση της κρίσης. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) απέτυχε να περιορίσει τη συσσώρευση δημόσιου χρέους κατά την προ της κρίσης περίοδο. Δεν υπήρχε επαρκής παρακολούθηση και έλεγχος των μακροοικονομικών ανισορροπιών, όπως η εξέλιξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Ο φαύλος κύκλος αρνητικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ τραπεζικού τομέα και δημόσιων οικονομικών επέτεινε τη χρηματοπιστωτική κρίση και την ύφεση. Τα εργαλεία διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων που διέθετε η ζώνη του ευρώ ήταν ελάχιστα ή ανύπαρκτα, λόγω υπερβολικής ανησυχίας για τυχόν φαινόμενα ηθικού κινδύνου και λόγω της έλλειψης κατάλληλου θεσμικού πλαισίου. Η αρχική αρχιτεκτονική της ζώνης του ευρώ δεν προέβλεπε κανένα επιμερισμό των κινδύνων. Στο πλαίσιο αυτό, οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ, ιδίως μετά τα μέσα του 2012, έδωσαν στις κυβερνήσεις της ζώνης του ευρώ το χρόνο που χρειάζονταν για να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ενίσχυση της ΟΝΕ.

Μετά την κορύφωση της κρίσης το καλοκαίρι του 2015 και τη θέση σε ισχύ του τρίτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, η οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε μέχρι το τέλος του προγράμματος το καλοκαίρι του 2018 και κατόπιν ήταν συνεπής με τους στόχους του τρίτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, αν και υπήρξαν πρωτογενή υπερπλεονάσματα (δηλαδή πρωτογενή πλεονάσματα υψηλότερα του στόχου), λόγω κυρίως της υποεκτέλεσης του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με αρνητικές συνέπειες στο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.

Παρά τις σοβαρές αστοχίες, τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, ακόμα και τις σοβαρές οπισθοδρομήσεις των προγραμμάτων προσαρμογής, την απώλεια πάνω από 25% του ΑΕΠ και την αύξηση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, έχει επιτευχθεί πολύ σημαντική πρόοδος από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα στην αντιμετώπιση των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών ανισορροπιών. Τα κύρια αίτια της κρίσης, δηλαδή τα πολύ μεγάλα «δίδυμα» ελλείμματα (της γενικής κυβέρνησης και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών) έχουν εξαλειφθεί, η ανταγωνιστικότητα σε όρους κόστους εργασίας έχει αποκατασταθεί (λιγότερο όμως σε όρους τιμών και  διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας), το τραπεζικό σύστημα έχει σήμερα ικανοποιητικά κεφάλαια (αντιμετωπίζει όμως ακόμη έναν πολύ μεγάλο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων και το πρόβλημα της λεγόμενης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης – DTC), η φορολογική διοίκηση έχει βελτιωθεί, ενώ έχουν ψηφιστεί σημαντικές διατάξεις που βελτιώνουν τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και περιορίζουν τις δημοσιονομικές του επιπτώσεις. Συνολικά, κατά τη χρονική διάρκεια εφαρμογής των τριών προγραμμάτων 2010-2018, εγκρίθηκαν από την Ελληνική Βουλή 15 μεγάλες μεταρρυθμιστικές δέσμες στην Υγεία, την Κοινωνική Ασφάλιση, την Αγορά Εργασίας, τις Ιδιωτικοποιήσεις, τη Φορολογική Διοίκηση και Πολιτική, και το  Χρηματοπιστωτικό Τομέα.

Με άλλα λόγια, τα τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής συνέβαλαν αποφασιστικά στην εξάλειψη των σημαντικότερων οικονομικών ανισορροπιών, ενώ το δημόσιο χρέος έχει αναχρηματοδοτηθεί από τους δανειακούς πόρους που διατέθηκαν από τους εταίρους της Ελλάδας στο πλαίσιο των τριών προγραμμάτων προσαρμογής με πολύ ευνοϊκούς όρους, και διακρατείται σε πολύ μεγάλο ποσοστό από διεθνείς οργανισμούς (κυρίως τον ESM, που είναι πλέον ο ευρωπαϊκός οργανισμός με τη μεγαλύτερη έκθεση στο ελληνικό δημόσιο χρέος, και δευτερευόντως το Ευρωσύστημα και το ΔΝΤ, προς το οποίο το Νοέμβριο του 2019 αποπληρώθηκε ήδη μέρος του χρέους), καθώς και από κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ.

Παράλληλα, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να ανακάμπτει με ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από 2%, παρά την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Οι δείκτες οικονομικού κλίματος και προσδοκιών έχουν βελτιωθεί σημαντικά και υποδηλώνουν συνέχιση της αναπτυξιακής δυναμικής. Καταγράφονται θετικές εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα, με αύξηση των καταθέσεων και σημαντική βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης των τραπεζών. Η εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα έχει ενισχυθεί, και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων καταργήθηκαν πλήρως από την 1η Σεπτεμβρίου 2019. Η αύξηση των καταθέσεων και γενικότερα η βελτίωση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος συνέβαλαν στην αύξηση της τραπεζικής χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων. Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών και εταιρικών ομολόγων αποκλιμακώθηκαν σημαντικά τους τελευταίους μήνες, ιδίως μετά τις ευρωεκλογές του Μαΐου και τις εθνικές εκλογές του Ιουλίου. Η αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων και η πρόωρη αποπληρωμή μέρους του δανείου του ΔΝΤ επιφέρουν μείωση των δαπανών για τόκους και βελτιώνουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Η θετική έως τώρα πορεία αντανακλάται και στην αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδας από τον οίκο αξιολόγησης S&P τον Οκτώβριο του 2019 και πιο πρόσφατα από τον οίκο αξιολόγησης Fitch τον Ιανουάριο του 2020, που φέρνουν την ελληνική οικονομία πιο κοντά στην επενδυτική βαθμίδα. Η πρόσφατη έκδοση 15ετούς ομολόγου με επιτόκιο 1,875%, μέσω του οποίου αντλήθηκαν 2,5 δισεκ. ευρώ, είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που πιστοποιεί την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι η λήξη του τίτλου έχει ημερομηνία μεταγενέστερη του 2032, δηλαδή του έτους κατά το οποίο προβλέπεται να λήξει η αναβολή πληρωμών τόκων προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας  (EFSF), όπως συμφωνήθηκε στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους. Ήδη τα δεκαετή κρατικά ομόλογα έχουν απόδοση κάτω από 1% και η διαφορά της απόδοσής τους με τα αντίστοιχα ιταλικά έχει μηδενιστεί. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι πρόσφατα η Ελλάδα βελτίωσε κατά επτά θέσεις την κατάταξή της στο δείκτη αντίληψης της διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας.

Οι εκτιμήσεις για τις προοπτικές της οικονομίας περιλαμβάνουν όμως και σημαντικούς κινδύνους, οι οποίοι προέρχονται κατά κύριο λόγο από το εξωτερικό περιβάλλον. Ειδικότερα, οι κίνδυνοι αυτοί συνδέονται με μια μεγαλύτερη του αναμενομένου επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης και του παγκόσμιου εμπορίου εξαιτίας του εμπορικού προστατευτισμού και της εξάπλωσης του κορωνοϊού, με το περιεχόμενο και το χρόνο σύναψης της συμφωνίας για τη μελλοντική σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση, μια απότομη διόρθωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και ενδεχόμενη αύξηση των γεωπολιτικών εντάσεων και αναζωπύρωση της προσφυγικής κρίσης.

Σε ό,τι αφορά το εγχώριο περιβάλλον, κίνδυνοι απορρέουν κυρίως από τυχόν καθυστέρηση στην εφαρμογή των συμφωνημένων με τους θεσμούς μεταρρυθμίσεων. Αντιθέτως, η ταχύτερη υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, η άμεση ή/και έμμεση μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα κοντά στο μεσοπρόθεσμο στόχο του 2,2% του ΑΕΠ από 3,5% που είναι σήμερα και η ταχύτερη του αναμενομένου αποκλιμάκωση των ΜΕΔ καθιστούν πολύ πιθανή μια θετικότερη του αναμενομένου έκβαση για την οικονομική ανάπτυξη.

Η Ελλάδα καλείται επίσης να αντιμετωπίσει μια σειρά προκλήσεων την προσεχή περίοδο, οι οποίες είναι κυρίως, αλλά όχι μόνο, κληρονομιά της κρίσης, και επιβαρύνουν τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Οι προκλήσεις αυτές αφορούν: το υψηλό δημόσιο χρέος (παρά βεβαίως τη σημαντική βελτίωση της βιωσιμότητάς του, που θεωρείται εξασφαλισμένη μεσοπρόθεσμα με τα μέτρα που ενέκρινε το Eurogroup από το 2012 έως το 2018), το πολύ υψηλό ποσοστό των ΜΕΔ, τη μεγάλη αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της χώρας, το υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας, την προβλεπόμενη δημογραφική επιδείνωση λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, τον αργό ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, το μεγάλο επενδυτικό κενό, περίπου 10% του ΑΕΠ ετησίως, που δημιουργήθηκε εξαιτίας της πολυετούς ύφεσης, τη χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, τη φυγή ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό (brain drain), την κλιματική αλλαγή (που ως Μεσογειακή χώρα, η Ελλάδα ενδεχομένως να υποστεί νωρίτερα ορισμένες από τις συνέπειές της), και το κόστος μετάβασης σε πιο καθαρές μορφές ενέργειας.

Υπάρχουν όμως και προκλήσεις που συνδέονται με σημαντικές ευκαιρίες που αφορούν τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Σήμερα, είναι τεράστια η πρόκληση της μετάβασης από μια οικονομία χαμηλής εξειδίκευσης και χαμηλής εντάσεως τεχνολογίας, σε μία οικονομία μέσης και υψηλής εντάσεως τεχνολογίας, καθώς και η ενίσχυση της συμμετοχής της Ελλάδας στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Η δημιουργία εγχώριων συστάδων παραγωγής (clusters) υψηλής προστιθέμενης αξίας και η προώθηση των οικονομιών συγκέντρωσης δραστηριοτήτων εξωτερικής ανάθεσης (outsourcing) σε χωρικά οργανωμένες περιοχές (βιομηχανικά πάρκα, τεχνολογικά πάρκα, πάρκα εφοδιαστικής αλυσίδας κ.λπ.) θα λειτουργήσουν θετικά προς την κατεύθυνση αυτή.

Ο εθνικός πλούτος της χώρας είναι το άθροισμα των δημόσιων και ιδιωτικών πόρων της. Η αναπτυξιακή πολιτική πρέπει να αποβλέπει στη μεγιστοποίηση αυτού του αθροίσματος. Οι συνέργειες μεταξύ τους βελτιστοποιούν το συνολικό αποτέλεσμα. Η συνεργασία και οι συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), όπου ο καθένας συνεισφέρει ανάλογα με το είδος του πλούτου, των πόρων, της τεχνογνωσίας και του συγκριτικού πλεονεκτήματος που διαθέτει, θα πρέπει να αποτελέσουν βασικό πυλώνα της νέας αναπτυξιακής στρατηγικής. Οι συνεργασίες αυτές και οι συμπράξεις θα αυξήσουν την απασχόληση και θα συμβάλουν στον επαναπατρισμό και στη δημιουργική απασχόληση των ταλαντούχων Ελλήνων επιστημόνων και εργαζομένων υψηλής εξειδίκευσης οι οποίοι, λόγω της κρίσης, έφυγαν από τη χώρα. Ήδη πολλά έργα και στην Ελλάδα εκτελούνται σήμερα ως ΣΔΙΤ. Αυτή η γενική αρχή μπορεί να επεκταθεί με διάφορους τρόπους. Έμφαση θα πρέπει να δίνεται σε τομείς με υψηλή οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική αξία, όπως είναι η διαχείριση αποβλήτων, η εξοικονόμηση ενέργειας, οι κοινωνικές υποδομές και οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ). Αλλά ακόμη πιο σημαντικό είναι οι μελλοντικές ΣΔΙΤ να συνδεθούν με μεγάλα επενδυτικά σχέδια.

Η Ελλάδα έχει σημαντικές και ανεκμετάλλευτες ακόμη δυνατότητες όσον αφορά την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ Α.Ε.) διαχειρίζεται ένα χαρτοφυλάκιο ακινήτων το οποίο περιλαμβάνει τουριστικά ακίνητα, Ολυμπιακά Ακίνητα, καθώς και 71.000 περίπου τίτλους ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου. Επιπλέον, το ΤΑΙΠΕΔ έχει στο χαρτοφυλάκιό του 10 λιμάνια με τη μορφή ανωνύμων εταιριών, τα οποία θα μπορεί να εκμεταλλευθεί στο άμεσο μέλλον, ενώ υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον από ξένους επενδυτές για την αξιοποίηση σημαντικού αριθμού από τα υπόλοιπα 23 περιφερειακά αεροδρόμια που διαχειρίζεται η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας.

Εκτός όμως από τα παραπάνω, η ελληνική οικονομία θα πρέπει να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης οικονομίας. Η Ελλάδα, για να μπορεί να είναι πρωτοπόρος των εξελίξεων, χρειάζεται σύγχρονο κράτος και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, ικανή να εφαρμόζει με συνέπεια τη δημόσια πολιτική και να αντιμετωπίζει με υπευθυνότητα και τεχνογνωσία τα προβλήματα των πολιτών. Ο εκσυγχρονισμός και ο ψηφιακός μετασχηματισμός της δημόσιας διοίκησης θα πρέπει να είναι στις βασικές προτεραιότητες του προγράμματος μεταρρύθμισης.

Η ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας στο αστικό περιβάλλον και στις υπηρεσίες προς όφελος των πολιτών, αυτό δηλαδή που συχνά ονομάζεται “έξυπνη πόλη” (smart city), αποτελεί σημαντική πρόκληση για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Ο μετασχηματισμός των πόλεων ώστε να περιλαμβάνουν αυτοματοποιημένες συγκοινωνίες, δίκτυα και “έξυπνες” υποδομές υψηλής διασύνδεσης (ειδικά στις δημόσιες επιχειρήσεις ή υπηρεσίες κοινής ωφέλειας), ποιοτικές υπηρεσίες και χαμηλό περιβαλλοντικό και ενεργειακό αποτύπωμα (για παράδειγμα κτίρια υψηλής ενεργειακής απόδοσης), θα βελτιώσει την αποδοτικότητα των υποδομών, θα αναβαθμίσει την ποιότητα ζωής, θα διασφαλίσει την κοινωνική συνοχή και θα δημιουργήσει συνέργειες μεταξύ όλων των παραγόντων της αστικής ανάπτυξης. Αρκετοί ελληνικοί δήμοι έχουν άλλωστε ήδη αναλάβει πρωτοβουλίες εφαρμόζοντας τέτοιου είδους «έξυπνες» λύσεις.

Επιπλέον, οι επενδύσεις έντασης γνώσης και η εκπαίδευση/κατάρτιση του πληθυσμού θα προσδιορίσουν, σε σημαντικό βαθμό, το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Η καινοτομία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των μεγάλων χωρών που διαθέτουν πολλούς πόρους για έρευνα και ανάπτυξη, έχουν μεγάλα ερευνητικά κέντρα, συγκεντρώνουν ισχυρό επιστημονικό προσωπικό και έχουν εταιρίες με μεγάλο προϋπολογισμό για έρευνα και ανάπτυξη. Η καινοτομία πλέον διαχέεται σε όλο τον κόσμο. Μικρές χώρες (π.χ. Σουηδία, Ισραήλ) έχουν κατορθώσει, με κατάλληλες πολιτικές να αναδειχθούν ηγέτιδες της καινοτομίας, με εμφανή αντίκτυπο στην οικονομική τους ανάπτυξη. Το Ισραήλ έχει δημιουργήσει ένα από τα πιο επιτυχημένα επιχειρηματικά οικοσυστήματα στον κόσμο, αποτελώντας ένα άριστο παράδειγμα για το πώς μία μικρού μεγέθους οικονομία μπορεί, ακολουθώντας μία συγκεκριμένη στρατηγική, να στηρίξει τις νεοφυείς επιχειρήσεις και να προσελκύσει επενδύσεις από τις μεγαλύτερες εταιρίες του κόσμου στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογίας.

Η επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης (Artificial Intelligence) θα μετασχηματίσει πολύ ταχύτερα απ’ ό,τι αρκετοί θεωρούν πολλούς τομείς της οικονομίας και της αγοράς εργασίας. Η Ελλάδα θα πρέπει να είναι έτοιμη να διαχειριστεί αυτό το μετασχηματισμό επ’ ωφελεία της οικονομίας και της κοινωνίας. Τα ρομπότ και οι αλγόριθμοι θα αυξήσουν την παραγωγικότητα, θα εκτελούν πολλές εργασίες πολύ πιο αποτελεσματικά και γρήγορα απ’ ό,τι οι άνθρωποι. Είναι πολύ πιθανόν η τεχνητή νοημοσύνη να οδηγήσει σε λιγότερες ώρες ή/και ημέρες εργασίας. Η Ελλάδα, λόγω των φυσικών πλεονεκτημάτων που διαθέτει, μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτή την εξέλιξη, αναπτύσσοντας περισσότερο τους τομείς του τουρισμού, της πολιτιστικής κληρονομιάς και της αναψυχής. Η μεγαλύτερη παραγωγικότητα θα αυξήσει το ΑΕΠ αλλά θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε οι εξελίξεις αυτές να μην οδηγήσουν σε αύξηση της ανεργίας και σε άνιση κατανομή αυτού του οφέλους. Αυτό είναι εφικτό με τη χρήση κατάλληλων μέτρων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αξιόλογο κόμβο τεχνολογίας (technology hub). Στην κατεύθυνση αυτή, ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να δραστηριοποιηθεί αναλαμβάνοντας πρώτος πρωτοβουλίες και επιχειρηματικά ρίσκα που θα αποφέρουν κέρδη σε βάθος χρόνου. Οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να προέλθουν από τη συνεχή και δυναμική διαβούλευση, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάδειξη των τεχνολογικών προτεραιοτήτων πρέπει να έχουν οι επιχειρήσεις και οι παραγωγικοί φορείς γενικότερα. Η χώρα διαθέτει σήμερα ένα σημαντικό αριθμό αξιόλογων, διεθνώς αναγνωρισμένων επιστημόνων. Επίσης, σημαντικός αριθμός εξαιρετικών Ελλήνων επιστημόνων δραστηριοποιείται στο εξωτερικό. Αυτός ο πλούτος για τη χώρα δεν έχει αξιοποιηθεί επί δεκαετίες. Ο ιδιωτικός τομέας οφείλει να εμπιστευτεί το καινοτόμο ταλέντο των νέων Ελλήνων επιστημόνων.

Θα πρέπει επομένως να δοθεί περισσότερος χώρος στην ερευνητική και επιχειρηματική δραστηριότητα, να δημιουργηθεί ένα αξιόπιστο, απλό και ευέλικτο θεσμικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη τεχνοβλαστών και νεοφυών επιχειρήσεων (spin-offs και start-ups) και για τη μεγέθυνση των υφιστάμενων επιχειρήσεων και να αξιοποιηθούν οι πόροι των ταμείων παροχής εγγυήσεων και χρηματοδοτήσεων. Και όλα αυτά με βασικό γνώμονα την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας όπου η επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας, δηλαδή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, ανέδειξε ως κυρίαρχο ζήτημα την επιτυχή συμβολή του εκπαιδευτικού συστήματος στη δημιουργία νέων εξειδικεύσεων και ειδικοτήτων που επιζητά η αγορά, αλλά και στην αποτελεσματική μετεκπαίδευση των  ανθρώπων εκείνων οι οποίοι κατέχουν ειδικότητες που η εξέλιξη της τεχνολογίας και ο αυτοματισμός τις έχουν υποβαθμίσει.

Η δημιουργία όμως ισχυρής βάσης επιστημονικών δεξιοτήτων προϋποθέτει τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Στην Ελλάδα, ένας μεγάλος αριθμός μαθητών κινδυνεύει να είναι λειτουργικά αναλφάβητος ολοκληρώνοντας τη σχολική εκπαίδευση. Η ρίζα του προβλήματος, όπως αποδεικνύεται, βρίσκεται στα πρώτα χρόνια του σχολείου και αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Το σύγχρονο ελληνικό σχολείο θα πρέπει να διδάσκει τους μαθητές πώς να μαθαίνουν μέσα από την πράξη (learning by doing), να αναπτύσσουν κριτική και επαγωγική σκέψη και να παίρνουν αποφάσεις χρησιμοποιώντας πολλαπλές πηγές πληροφόρησης μετά από σύγκριση και έλεγχο της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας κάθε πηγής. Η εκπαίδευση που θα εξοπλίζει τους νέους με αυτές τις πιο ουσιαστικές δεξιότητες είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Παράλληλα, το κράτος, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα και τον ακαδημαϊκό χώρο, θα πρέπει να αναλάβει στοχευμένη δράση για την ψηφιακή αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με στόχο τη βελτίωση του ψηφιακού αλφαβητισμού.

Επισημαίνεται ότι, όσο μεγαλύτερο είναι το κόστος προσαρμογής (λόγω έλλειψης δεξιοτήτων και ανεπάρκειας επενδύσεων) στις νέες ψηφιακές τεχνολογίες, τόσο βραδύτερη θα είναι η διάχυση των νέων τεχνολογιών στην οικονομία και την κοινωνία και τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος εισοδηματικών αποκλίσεων από τις άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες και ειδικά τις χώρες-μέλη της ΟΝΕ.

Βασική προϋπόθεση για την επιτυχή υλοποίηση των παραπάνω δράσεων από την πλευρά του Δημοσίου είναι η αύξηση των δημοσίων εσόδων με τη δραστική αντιμετώπιση της παραοικονομίας. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η παραοικονομία ήταν, κατά μέσο όρο, πάνω από το 30% του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιορίζονται τα δημόσια έσοδα, να αυξάνεται το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής για τους συνεπείς φορολογούμενους και να περιορίζονται οι διαθέσιμοι πόροι για τη χρηματοδότηση της υγείας, της παιδείας και των κοινωνικών δαπανών. Από εδώ και στο εξής απαιτείται περαιτέρω βελτίωση της φορολογικής διοίκησης, μεγαλύτερη έμφαση στους φορολογικούς ελέγχους, αλλά και επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών σε όλες τις οικονομικές δραστηριότητες. Επιπλέον, θα πρέπει να περιοριστεί το φορολογικό βάρος και να δοθεί έμφαση στην ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και στο άνοιγμα όλων των κλειστών επαγγελμάτων. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η δυνατότητα απόκρυψης εισοδημάτων, σε συνδυασμό με ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις και με την ύπαρξη μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων σε ορισμένες επαγγελματικές δραστηριότητες, επιδρά αρνητικά στη συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας, καθώς ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού επιλέγει είτε την αυτοαπασχόληση είτε τη δημιουργία μικρών επιχειρήσεων, όπου οι δυνατότητες φοροδιαφυγής είναι μεγαλύτερες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται το μέσο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, γεγονός που δρα ανασταλτικά στις νέες επενδύσεις και στην συνολική αναβάθμιση του  παραγωγικού δυναμικού της χώρας.

 

 

SHARE