Βόμβες ΕΚΤ-Φραντσέσκο Ντρούντι: Ασταθές το κλίμα για την Ελλάδα στις αγορές – Ήταν απαραίτητη η πιστοληπτική γραμμή! – “Κίτρινες κάρτες” για τράπεζες, capital controls

 

Ο επικεφαλής της αποστολής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην Ελλάδα -ΕΚΤ, Φραντσέσκο Ντρούντι, επαναφέρει το θέμα  για μια προληπτική γραμμή στήριξης στην Ελλάδα μετά τον Αύγουστο, λίγα εικοσιτετράωρα πριν φθάσουν οι εκπρόσωποι των δανειστών – θεσμών στην Αθήνα!  Ωστόσο, η απόφαση, λέει,  «εναπόκειται πλήρως» στην ελληνική κυβέρνηση.

Ένα προληπτικό πρόγραμμα «με αυστηρούς και αποτελεσματικούς όρους» θα διατηρούσε το waiver για τα ελληνικά ομόλογα, θα προλάμβανε τις διακυμάνσεις στις καταθέσεις, θα επιτάχυνε την άρση των capital controls και θα επέτρεπε τη συμπερίληψη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, επισημαίνει σε συνέντευξή του στην ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ.

Ως προς την πορεία της 4ης αξιολόγησης, ο κ. Ντρούντι μιλά για την ανάγκη επιτάχυνσης της προσπάθειας με ορόσημο τη συνεδρίαση του Eurogroup τον Ιούνιο. Σχολιάζοντας την εισήγηση της κυβέρνησης για το λεγόμενο ολιστικό αναπτυξιακό σχέδιο, διατυπώνει διπλή ένσταση: σε πρωτοβουλίες «ανταγωνιστικές προς τον τραπεζικό τομέα» και σε ενέργειες «που θα μπορούσαν να αυξήσουν τις υποχρεώσεις του Δημοσίου».

Αναφορικά με τα πρόσφατα stress tests, τονίζει ότι «δεν τέθηκε θέμα αποτυχίας ή επιτυχίας», υπογραμμίζοντας επί της ουσίας ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν μεν παρουσιάσει αξιόλογη βελτίωση, αλλά πρέπει να εξυγιάνουν περαιτέρω τους ισολογισμούς τους και να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ποια είναι αναλυτικά τα μηνύματα που στέλνει η ΕΚΤ για τους πλειστηριασμούς, τις καταθέσεις, τα capital controls και το χρέος.

Σε ποια σημεία επικεντρώνετε την προσοχή σας αναφορικά με την 4η αξιολόγηση του προγράμματος, πώς εξελίσσονται οι διαβουλεύσεις με βάση τα «σφιχτά» χρονοδιαγράμματα και ποια είναι τα εναλλακτικά σενάρια;

Δεδομένου ότι η τρέχουσα αξιολόγηση είναι η τελευταία του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, η προσοχή εστιάζεται κυρίως στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Όσον αφορά την πολιτική για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, δίνεται έμφαση στη βελτίωση των μέσων που υπάρχουν για την επίλυση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), όπως η εξωδικαστική ρύθμιση και η πώληση αυτών των δανείων. Ένα σημαντικό βήμα θα είναι επίσης η αναθεώρηση του πλαισίου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, όπου η ανάγκη προστασίας των ευπαθών κοινωνικών ομάδων πρέπει να καταστεί συμβατή με την παροχή των κατάλληλων κινήτρων στους οφειλέτες και ιδίως με την αποθάρρυνση της στρατηγικής αθέτησης πληρωμών. Επιπλέον, οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί πρέπει να συνεχιστούν με σταθερό τρόπο, σύμφωνα με τη δέσμευση που είχε αναληφθεί στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης τον Φεβρουάριο. Είναι σημαντικό να αποκατασταθεί η νοοτροπία των δανειοληπτών ως προς την αποπληρωμή των οφειλών τους η οποία, για πολλούς λόγους, εξασθένισε σημαντικά τα χρόνια της κρίσης.

Πέραν του χρηματοπιστωτικού τομέα, σημαντικές δεσμεύσεις επίσης επηρεάζουν, μεταξύ άλλων, το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, την αγορά ενέργειας, δημοσιονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και μεταρρυθμίσεις της δημόσιας διοίκησης. Είμαστε αισιόδοξοι ότι οι αρχές θα είναι σε θέση να εκπληρώσουν εγκαίρως τις δεσμεύσεις τους, παρότι για αυτό θα απαιτηθεί επιτάχυνση των προσπαθειών τις προσεχείς εβδομάδες. Ιδανικά, θα επιθυμούσαμε να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις ούτως ώστε η αξιολόγηση να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τη συνεδρίαση του Eurogroup τον Ιούνιο.

Ορισμένοι εκφράζουν την εκτίμηση ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα δίχτυ ασφαλείας για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος. Άλλοι θεωρούν ότι ένα νέο είδος προγράμματος για την Ελλάδα δύσκολα θα εγκριθεί από τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια. Εσείς πώς προσεγγίζετε τη συζήτηση και ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το βασικό σενάριο για την επόμενη μέρα; Επίσης, ποιος θα ήταν ο αντίκτυπος από την απουσία του waiver για τις ελληνικές τράπεζες και σε ποιον βαθμό η διατήρηση του waiver συνδέεται με μια προληπτική γραμμή στήριξης μετά το τέλος του προγράμματος; 

Τα προσεχή χρόνια η Ελλάδα θα πρέπει να επιστρέψει στις χρηματοπιστωτικές αγορές με διατηρήσιμο τρόπο. Προκειμένου να διασφαλιστεί αυτό, θα πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.

Μια προϋπόθεση είναι η επάνοδος σε πορεία διατηρήσιμης ανάπτυξης. Αυτό μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο μέσω της συνεχιζόμενης δέσμευσης για μεταρρυθμίσεις.

Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μια πειστική συμφωνία σχετικά με τη δέσμη μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για την εξασφάλιση διαρκούς πρόσβασης στις αγορές κεφαλαίων. Προκειμένου να συμβεί αυτό, απαιτείται η πλήρης υλοποίηση του προγράμματος, όπως έχει επανειλημμένως τονίσει το Eurogroup. Υπό την προϋπόθεση ότι θα σημειωθεί πρόοδος, π.χ. εάν επιτευχθεί σύντομα συμφωνία σε επιτελικό επίπεδο (staff level agreement – SLA) μέχρι την αρχή του καλοκαιριού θα γνωρίζουμε το εύρος της δέσμης μέτρων για το χρέος.

Ένα ισχυρό πλαίσιο μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος θα μείωνε επίσης τους κινδύνους από απρόσμενες διαταραχές. Από τη σκοπιά της νομισματικής πολιτικής, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι χρειάζεται ένα ορθά καθορισμένο πρόγραμμα (επίσης προληπτικού χαρακτήρα), με αυστηρούς και αποτελεσματικούς όρους, προκειμένου η ΕΚΤ να διατηρήσει την παρέκκλιση (waiver) σχετικά με την επιλεξιμότητα των ελληνικών κρατικών ομολόγων για όσο διάστημα οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις παραμένουν χαμηλότερες του επενδυτικού βαθμού. Αν και δεν θα πρέπει να υπερτονιστεί ο άμεσος αντίκτυπος της άρσης του waiver, ωστόσο η διατήρησή του επιτρέπει την καλύτερη αντιμετώπιση περιόδων τυχόν αυξημένης μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Μια αξιόπιστη συμφωνία μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος θα συνέβαλε επίσης και στην πρόληψη των διακυμάνσεων στις καταθέσεις και, κατ’ επέκταση, θα διευκόλυνε τη χαλάρωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, η οποία είναι πολύ σημαντική για την υγεία του τραπεζικού συστήματος. To waiver αποτελεί επίσης προϋπόθεση για τη συμπερίληψη των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού του δημόσιου τομέα (public sector purchase programme – PSPP), γνωστό ως ποσοτική χαλάρωση (quantitative easing – QE), το οποίο θα περιλαμβάνει αγορές που σχετίζονται με την επανεπένδυση ομολόγων που έχουν αποπληρωθεί.

Ωστόσο, μετά από οκτώ χρόνια σε πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής έχει καίρια σημασία το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων να το αναλάβει η ίδια η Ελλάδα, που θα πρέπει να έχει και την κυριότητά του. Η απόφαση για την υποβολή ή μη σε πρόγραμμα προληπτικού χαρακτήρα εναπόκειται επομένως πλήρως στις ελληνικές αρχές.

Πώς αξιολογείτε τις επιδόσεις του ελληνικού δημοσίου μέσα από τις πρόσφατες κινήσεις στις κεφαλαιαγορές και τι μηνύματα στέλνουν ως προς την ικανότητα της Ελλάδας να σταθεί μόνη στις αγορές μετά τον Αύγουστο 2018;

Η μεταβλητότητα στις ελληνικές χρηματοπιστωτικές αγορές τους τελευταίους μήνες σίγουρα επηρεάστηκε από τις διεθνείς εξελίξεις μετά την κάμψη των τιμών των μετοχών στα διεθνή χρηματιστήρια τον Φεβρουάριο. Η αύξηση των διαφορών αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων, η οποία ήταν εντονότερη από ό,τι σε άλλες χώρες, υποδηλώνει ότι το κλίμα στις αγορές σχετικά με την Ελλάδα παραμένει μάλλον ασταθές.

Πράγματι, στο πλαίσιο των ευμετάβλητων αγορών, η έκδοση του νέου επταετούς ομολόγου τον Φεβρουάριο μπορεί να συνέβαλε στην επιτάχυνση της ανοδικής τάσης των αποδόσεων σε μια αδύναμη αγορά. Πρόσφατα είδαμε θετικές ενδείξεις στην αγορά ομολόγων, αλλά το κλίμα παραμένει εύθραυστο.

Αυτή η εμπειρία τονίζει την ανάγκη να γίνουν προσεκτικές κινήσεις προκειμένου να αποκατασταθεί σταδιακά η ευρείας βάσης εμπιστοσύνη των επενδυτών και να αυξηθεί η ανθεκτικότητα της δημοσιονομικής θέσης της χώρας έναντι ξαφνικών μεταβολών του κλίματος στην αγορά. Η διαρκής υλοποίηση των δεσμεύσεων πολιτικής είναι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς.

Η ΕΚΤ είναι ικανοποιημένη από την ελληνική πρόοδο στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων; Πώς εξελίσσονται οι πλειστηριασμοί και πού είναι πρακτικά ο πήχης για τις ελληνικές τράπεζες και την ελληνική κυβέρνηση;

Όπως έχει επανειλημμένως τονίσει δημοσίως η ΕΚΤ, οι ελληνικές τράπεζες πρέπει να σημειώσουν ταχεία πρόοδο προς τη διευθέτηση των ΜΕΔ, σύμφωνα με τους στόχους που έχουν γνωστοποιήσει στην ΕΚΤ. Αυτό έχει καίρια σημασία για την οικονομική ανάκαμψη και τη μελλοντική κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε πολύ στενά τις προσπάθειές τους σε αυτόν τον τομέα.

Μέχρι σήμερα οι επιδόσεις των ελληνικών τραπεζών ήταν σε γενικές γραμμές συμβατές με τους εγκεκριμένους στόχους τους όσον αφορά τα ΜΕΔ, όπως φαίνεται στις τριμηνιαίες αναφορές παρακολούθησής τους που καταρτίζει η Τράπεζα της Ελλάδος. Ωστόσο, θα χρειαστεί να επιταχυνθούν οι προσπάθειες διευθέτησής τους για να επιτευχθούν οι στόχοι μείωσης το 2018 και το 2019, δεδομένου ότι η αναμενόμενη μείωση των ΜΕΔ – κατά περίπου 38% από τα μέσα του 2016 έως το τέλος του 2019 – είναι οπισθοβαρής.

Επιπλέον της προόδου που έχει σημειωθεί όσον αφορά τα ΜΕΔ και τώρα που αποκτήθηκε περισσότερη εμπειρία με την ολοκλήρωση των πρώτων πωλήσεων αυτών των δανείων το δεύτερο εξάμηνο του 2017, θα καλωσορίζαμε την άρση ορισμένων εναπομεινάντων εμποδίων που, σύμφωνα με τα ενδιαφερόμενα μέρη, θεωρούνται καίριας σημασίας για την επίλυση νομικών ασαφειών που επί του παρόντος συνδέονται με την πώληση και την αναδιάρθρωση των ΜΕΔ και συμπιέζουν τις τιμές προς τα κάτω. Θεωρούμε ότι αυτά τα ζητήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως προτεραιότητα, καθώς η πώληση δανείων έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία και αποτελεί βασικό παράγοντα για την αποτελεσματική επίλυση του προβλήματος των ΜΕΔ.

Όσον αφορά τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, είναι καίριας σημασίας να ακολουθείται διαρκώς μια συνολική προσέγγιση που θα αφορά όλους τους ενδιαφερομένους ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι το σύστημα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών θα συνεχίσει να λειτουργεί με επιτυχία. Σε αυτό το σημείο υπήρξε σαφής βελτίωση. Απαιτείται περαιτέρω πρόοδος όσον αφορά την αύξηση του αριθμού των πλειστηριασμών, ιδίως για τα ακίνητα που βρίσκονται εκτός Αττικής. Για αυτόν τον σκοπό, θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε στενά την κατάσταση σε συνεργασία με τις αρχές. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η πρόοδος σε αυτόν τον τομέα είναι μία από τις δύο προϋποθέσεις για την εκταμίευση του δεύτερου ποσού που συνδέεται με την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης. Η άλλη προϋπόθεση είναι η επίτευξη των στόχων σχετικά με την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Ποια είναι η θέση της ΕΚΤ αναφορικά με την προστασία της πρώτης κατοικίας από τους πλειστηριασμούς; Ποιες αλλαγές δρομολογούνται στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο;

Η προστασία των οφειλετών του ιδιωτικού τομέα και των νοικοκυριών που εφαρμόζεται στην Ελλάδα μέσω του ισχύοντος νομικού πλαισίου και συγκεκριμένα μέσω του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (Ν. 3869/2010) είναι προσανατολισμένη προς τις ευπαθείς ελληνικές οικογένειες που έχουν αθετήσει την εξυπηρέτηση των στεγαστικών ή καταναλωτικών τους δανείων. Ταυτόχρονα, η αρχική εφαρμογή αυτού του νόμου σε ευρύ κύκλο νοικοκυριών και ιδιωτών, χωρίς επαρκώς αποσαφηνισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας, οδήγησε στην πράξη σε σημαντικές αδυναμίες και υπονόμευσε τη νοοτροπία των δανειοληπτών ως προς την αποπληρωμή των οφειλών τους μέσω της ενθάρρυνσης των στρατηγικών αθετήσεων πληρωμών, κάτι που αποβαίνει τελικά σε βάρος κυρίως των πιο ευπαθών οφειλετών και νοικοκυριών. Η εξασφάλιση πρόσθετης προστασίας για την πρώτη κατοικία παρείχε ισχυρά κίνητρα για εφαρμογή του νόμου ακόμη και σε δανειολήπτες που δεν πληρούσαν τα σχετικά κριτήρια, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα για την εκδίκαση των υποθέσεων τους από το δικαστικό σύστημα. Θέλω να το τονίσω ιδιαίτερα αυτό, γιατί από τα στοιχεία που έχουμε λάβει μέχρι στιγμής, περίπου το ένα τρίτο των προγραμματισμένων πλειστηριασμών είτε ακυρώνονται είτε αναβάλλονται, κυρίως επειδή οι οφειλέτες ξεκινούν εκ νέου να αποπληρώνουν τις οφειλές τους ή επιδιώκουν να τακτοποιήσουν τα χρέη τους.

Για να είμαστε σαφείς: τα νοικοκυριά θα συνεχίσουν να είναι σε θέση να προσφεύγουν στο δικαστήριο για προστασία. Η προστασία αυτή συνεπάγεται τη ριζική αναδιάρθρωση του χρέους και εν τέλει τη διαγραφή του, εφόσον ο οφειλέτης συμμορφώνεται με ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα πληρωμών το οποίο αποφασίζεται από το δικαστήριο. Εννοείται ότι αυτή η προστασία θα εξακολουθήσει να υπάρχει. Ωστόσο, θα επιθυμούσαμε να τροποποιηθεί ο νόμος ούτως ώστε να αποθαρρύνονται να προσφεύγουν στο δικαστήριο άνθρωποι οι οποίοι δεν δικαιούνται προστασίας.

Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται αυτός ο νόμος. Ο υπερβολικός αριθμός αιτημάτων που έχουν κατατεθεί στα ελληνικά δικαστήρια και οι σχετικές ακροαματικές διαδικασίες που μπορεί να διαρκέσουν πολλά χρόνια έχουν παγιδεύσει σε δικαστικές διαδικασίες ένα σημαντικό ύψος κεφαλαίων χορηγήσεων, με αποτέλεσμα αυτά να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν για νέες χορηγήσεις στην ελληνική οικονομία. Αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον στόχο της ταχείας διευθέτησης του ζητήματος των ΜΕΔ. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι ελληνικές αρχές έχουν δεσμευτεί για την αντιμετώπιση αυτών των αδυναμιών στο πλαίσιο της τέταρτης αξιολόγησης, με σκοπό να αποθαρρυνθούν περαιτέρω οι στρατηγικοί κακοπληρωτές και να δοθεί η δυνατότητα εφαρμογής της προστασίας που προβλέπει ο νόμος σε όσους την έχουν ανάγκη. Φυσικά, τα νοικοκυριά θα εξακολουθήσουν να επωφελούνται από κάθε άλλη προστασία που προβλέπεται από τον νόμο, η οποία έχει απεριόριστη διάρκεια και γενική εφαρμογή.

Πώς αξιολογείτε την εμπιστοσύνη των καταθετών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα; Πόσο κοντά ή πόσο μακριά βρισκόμαστε από την πλήρη άρση των capital controls;

Όπως γνωρίζετε, μια σειρά περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων έχουν σταδιακά χαλαρώσει, γεγονός που σηματοδοτεί βελτίωση της κατάστασης ρευστότητας των τραπεζών. Επιπλέον, πολλές κεφαλαιακές ροές εξαιρούνται από τους περιορισμούς, όπως οι επενδύσεις που έρχονται στην Ελλάδα από το εξωτερικό. Αυτό σημαίνει ότι το «νέο χρήμα» που εισρέει στον ελληνικό τραπεζικό τομέα δεν υπόκειται στους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και οι επενδυτές μπορούν ελεύθερα να μεταφέρουν αυτά τα κεφάλαια εκτός Ελλάδας εάν το επιθυμούν. Αυτό είναι σημαντικό για τους ξένους επενδυτές που θέλουν σήμερα να επενδύσουν στην Ελλάδα.

Πέραν τούτου και βάσει των διαθέσιμων δεδομένων, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις βελτίωσης του καταθετικού κλίματος, όπως επιβεβαιώνεται από μια περιορισμένη επιστροφή καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και τη μειωμένη διακράτηση μετρητών. Οι καταθέσεις του Δημοσίου και των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της ανάκτησης καταθέσεων από τότε που τέθηκαν σε ισχύ οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων. Όσον αφορά τα νοικοκυριά, παρότι υπάρχουν κάποιες θετικές ενδείξεις, η μείωση των σωρευμένων εκροών από τον Δεκέμβριο του 2014 παραμένει μάλλον περιορισμένη.

Καθώς η κατάσταση συνεχίζει να βελτιώνεται, αναμένουμε ότι η κυβέρνηση θα λάβει περαιτέρω μέτρα για τη μείωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, κατ’ αρχάς κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) των περιορισμών στις εγχώριες πληρωμές και αργότερα των περιορισμών στις εξωτερικές πληρωμές, προκειμένου να εξομαλυνθεί η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα και να αποκομισθούν πλήρως τα οφέλη από τη συμμετοχή στη νομισματική ένωση. Αν και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων προστατεύουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα βραχυπρόθεσμα, συνεπάγονται σημαντικό οικονομικό κόστος και θα πρέπει να αρθούν πλήρως μόλις εξαλειφθούν οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η απόφαση σχετικά με τον χρόνο λήψης περαιτέρω μέτρων για τη χαλάρωση των περιορισμών εναπόκειται πλήρως στις ελληνικές αρχές.

Τουλάχιστον μέχρι πρότινος, το ΔΝΤ έθετε ζήτημα ενδεχόμενης ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Μεσολάβησαν τα stress tests. Ποια συμπεράσματα εξάγετε από τα πολύ πρόσφατα αποτελέσματα της άσκησης;

Στην άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων δεν τέθηκε θέμα αποτυχίας ή επιτυχίας των τραπεζών που συμμετείχαν. Τα αποτελέσματα της άσκησης, τα οποία ανακοινώθηκαν στις 5 Μαΐου, χρησιμοποιούνται από την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ για τη διαμόρφωση μιας συνολικής εποπτικής αξιολόγησης της κατάστασης των τραπεζών. Η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων θεωρείται μεν σημαντικό εργαλείο, αλλά είναι όμως ένα από τα πολλά εργαλεία στη διάθεση της εποπτείας. Τα αποτελέσματά της θα ενσωματωθούν στη Διαδικασία Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process – SREP), η οποία μεταξύ άλλων χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των κατευθύνσεων του Πυλώνα 2 για τις τράπεζες. Συνολικά, τα αποτελέσματα της άσκησης έδειξαν ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι ανθεκτικές σε μια σχετική επιβράδυνση της οικονομίας και είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν σε σενάριο σοβαρής κατάστασης κρίσης.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν παρουσιάσει αξιόλογη βελτίωση τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά απαιτείται περαιτέρω εξυγίανση των ισολογισμών τους και μείωση των ΜΕΔ. Η ΕΚΤ συνεχίζει να παρακολουθεί πολύ στενά τις προσπάθειές τους σε αυτόν τον τομέα. Η πρόοδος ως προς τη διευθέτηση του ζητήματος των ΜΕΔ θα εξαρτηθεί επίσης από τη σταθεροποίηση του οικονομικού περιβάλλοντος και, το σημαντικότερο, από την αδιάλειπτη αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας που έχει θεσπίσει η ελληνική κυβέρνηση, όπως οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί για την πώληση των υπό κατάσχεση ακινήτων.

Πώς αξιολογείτε το λεγόμενο ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης, για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος, όπως το έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής η ελληνική κυβέρνηση;

Η στρατηγική περιέχει μια σειρά από θετικά στοιχεία. Γενικά, η κυβέρνηση θα πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειες ακολουθώντας την κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων που υλοποιήθηκαν στη διάρκεια του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής και να διευρύνει και να εμβαθύνει την εφαρμογή τους.

Στον χρηματοπιστωτικό τομέα η προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η διευκόλυνση της μείωσης των ΜΕΔ και η δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέψουν στις τράπεζες να επεκτείνουν την παροχή πιστώσεων. Αυτό συνεπάγεται την κάλυψη τυχόν νομικών κενών και την ενίσχυση του δικαστικού συστήματος. Για παράδειγμα, οι δικαστικές αρχές έχουν επί του παρόντος κατακλυστεί με υποθέσεις που συνδέονται με την εφαρμογή του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, γεγονός που δημιουργεί μεγάλη αβεβαιότητα. Πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν την κυβέρνηση σε ανταγωνιστική σχέση προς τον τραπεζικό τομέα θα ήταν προβληματικές. Με δεδομένη την ανάγκη διατήρησης διαρκούς πρόσβασης στις αγορές, θα πρέπει επίσης να αποφευχθούν ενέργειες που θα μπορούσαν να αυξήσουν τις υποχρεώσεις του Δημοσίου.

Υπό ποιες προϋποθέσεις θα καταστεί διατηρήσιμο το ελληνικό δημόσιο χρέος; Επαρκούν τα μέτρα που ήδη εφαρμόζονται; Αν τελικά συμφωνηθούν και νέες παρεμβάσεις, οι οποίες θα ήταν σε θέση να οδηγήσουν την ΕΚΤ σε μια θετική ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, υπάρχει περίπτωση τα ελληνικά ομόλογα να υπαχθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE);

Πέρα από την πλήρη υλοποίηση του προγράμματος, για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους θα χρειαστεί επίσης να εφαρμοστούν πρόσθετα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που βασίζονται στους όρους και τις δεσμεύσεις που περιέχονται στις δηλώσεις του Eurogroup της 25ης Μαΐου 2016 και της 15ης Ιουνίου 2017.

Από την οπτική της ΕΚΤ, τα μέτρα για το χρέος θα πρέπει να είναι και επαρκώς φιλόδοξα και σαφώς καθορισμένα ώστε να πείσουν τους επενδυτές με αξιόπιστο τρόπο και τελικά να διασφαλίσουν τη μακροχρόνια πρόσβαση της ελληνικής κυβέρνησης στις αγορές. Για αυτόν τον σκοπό, τα μέτρα θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τις ανησυχίες που περιβάλλουν τη βιωσιμότητα του χρέους και να λαμβάνουν υπόψη όλους τους σχετικούς κινδύνους τόσο για τα μακροοικονομικά όσο και για τα δημοσιονομικά αποτελέσματα. Τα περισσότερα μέτρα δεν θα πρέπει να συνδέονται με όρους πολιτικής. Από αυτήν την άποψη, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα, ένα μεγάλο μέρος των μέτρων θα έπρεπε να ληφθεί άμεσα με τη λήξη του προγράμματος.

Πέραν τούτου, η συνέχιση της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας θα μπορούσε να ενισχυθεί με τη θέσπιση όρων για μια περιορισμένη δέσμη μέτρων για το χρέος (όπως είναι, π.χ., η μεταβίβαση από τα κράτη μέλη των εσόδων που συνδέονται με τη διακράτηση από το Ευρωσύστημα ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου).

Τα μέτρα που περιγράφηκαν στην περσινή δήλωση του Eurogroup δεν είναι επαρκώς λεπτομερή. Συνεχίζονται οι εργασίες για τον ακριβέστερο καθορισμό του εύρους και του σχεδιασμού των μέτρων. Μόνον όταν οι χώρες της ζώνης του ευρώ θα έχουν συμφωνήσει για τον τελικό και πλήρη σχεδιασμό καθώς και τη διαμόρφωση όλων των μέτρων για το χρέος η ΕΚΤ θα είναι σε θέση να διεξαγάγει ολοκληρωμένη ανάλυση βιωσιμότητας χρέους και να αξιολογήσει την επάρκεια της συνολικής δέσμης μέτρων για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Όταν θα πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο συμμετοχής στο πρόγραμμα PSPP. Στην παρούσα συγκυρία είναι υπερβολικά νωρίς για να μιλήσουμε για τη σκοπιμότητα και τον χρόνο διεξαγωγής μιας συζήτησης σχετικά με τη συμπερίληψη των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου στο πρόγραμμα αυτό.

 

SHARE