Τσακαλώτος: Θα βγούμε στις αγορές σε 2,3,4 μήνες – Μειώνουμε τη λιτότητα, δεν κάνουμε παροχές

“Δε θα στοιχημάτιζα, όπως στοιχηματίζει η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, ότι δε θα βγούμε στις αγορές λόγω της Ιταλίας. Και το ακούσατε εδώ, μπορείτε να με κρίνετε σε δύο, τρεις, τέσσερις μήνες» είπε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος το βράδυ της Παρασκευής  σε εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης, υπογραμμίζοντας ότι «Έχουμε μια δυνατότητα να αλλάξουμε την Ελλάδα» και  ότι για πρώτη φορά, μετά από χρόνια, ο προϋπολογισμός είναι «επεκτατικός» και «αντί να παίρνει από την οικονομία, δίνει στην οικονομία» και «μειώνει τη λιτότητα».

«Δεν κάνουμε θαύματα, είναι υψηλό το επίπεδο της λιτότητας και το μειώνουμε σταδιακά, αλλά με τη δημοσιονομική αξιοπιστία που έχουμε, κάθε φορά από δω και πέρα θα το μειώνουμε σταδιακά. Γιατί έχουμε έναν δημοσιονομικό χώρο 3,5 δισεκατομμυρίων, που σημαίνει ότι προβλέπεται να είναι επεκτατικός προϋπολογισμός και το 2019 και το ’20 και το ‘21 και το ’22» υποστήριξε.

Αναφερόμενος στην ανάπτυξη, υπογράμμισε ότι αυτή έχει επιστρέψει, αλλά πρέπει να είναι και βιώσιμη και ισορροπημένη και να αφορά όχι λίγους, αλλά όλους.

«Η ανάπτυξη έχει επιστρέψει, θα πρέπει να την κάνουμε βιώσιμη, έχουμε μια λύση για το χρέος τουλάχιστον για δεκαπέντε χρόνια – πιστεύω για περισσότερο εγώ -, όπου έχουμε τον αέρα και τον χρόνο και χαμηλότερες χρηματοδοτικές ανάγκες από ό,τι έχει η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, παρεμπιπτόντως. Έχουμε μια δυνατότητα να αλλάξουμε την Ελλάδα».

Ο υπουργός Οικονομικών υπογράμμισε ότι στις επόμενες εκλογές, είτε ευρωπαϊκές είτε αυτοδιοικητικές, είτε εθνικές, όποτε γίνουν, πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα τι είδους ανάπτυξη θέλει και χρειάζεται η χώρα.

«Θέλουμε την ανάπτυξη που μας υποσχέθηκαν οι ίδιοι άνθρωποι πριν από το 2008, με όλες τις στρεβλώσεις και τις ανισότητες; Ή θέλουμε μια βιώσιμη ανάπτυξη που παίρνει όλον τον κόσμο μαζί;»  «Να προχωρήσουμε μαζί για μια πιο κοινωνική Ελλάδα, για μια Ελλάδα που είναι περήφανη για τη θέση της στον κόσμο, χωρίς κόμπλεξ, γιατί ξέρει ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, εάν βρεθούν οι άνθρωποι αυτοί που πιστεύουν ότι πρέπει να αλλάξει» υπογράμμισε.

Ο ίδιος χαρακτήρισε «απάτη» την πολιτική «μείωσης μόνο των φόρων», που, όπως είπε, υπόσχεται η Ν.Δ., καθώς για τη «δεξιά πολιτική» αυτό σημαίνει στην επόμενη φάση μείωση των κοινωνικών παροχών, στην παιδεία, στην υγεία, κ.α. ενώ, αντίθετα, «η σημερινή κυβέρνηση τάσσεται υπέρ μιας πολιτικής μείωσης των φόρων, με αναπτυξιακά αλλά και με κοινωνικά οφέλη».

«Αυτοί που σας υπόσχονται ότι υπάρχει μία λύση για όλα τα προβλήματα, η μείωση των φόρων, να το εξετάσετε και να το ξαναεξετάσετε» είπε ο κ. Τσακαλώτος. Τόνισε ότι ο κ. Χουλιαράκης, που δε φημίζεται για «υπερβολές» στις εκτιμήσεις του, εκτίμησε ότι «το πρόγραμμα που ανακοίνωσε ο κ. Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη είναι έξι δισεκατομμύρια».

«Ποιος λέει ότι κάνουμε παροχές; Για 910 (εκατομμύρια) που βγήκε με συμφωνία και των θεσμών ότι αυτός είναι ο δημοσιονομικός χώρος και αυτές είναι οι προτεραιότητες, ή αυτός που λέει για έξι δισ.; Και δε λέει από πού θα βγούνε αυτά; Ποιος κάνει παροχολογία;» διερωτήθηκε.

«Θυμάστε τι λέγανε το 2017; Ότι και οι συντάξεις θα μειωθούν και δεν υπάρχουν και αντίμετρα. Ότι τα αντίμετρα είναι οι φαντασιώσεις του Τσίπρα, του Τσακαλώτου, του Χουλιαράκη, του Δραγασάκη και δε ξέρω εγώ ποιου άλλου. Και όχι μόνο δε θα μειωθούν και οι συντάξεις, αλλά θα κάνουμε σχεδόν και όλα τα αντίμετρα» υποστήριξε.

Για τη Συμφωνία των Πρεσπών ο κ. Τσακαλώτος υπογράμμισε ότι η Θεσσαλονίκη δε μπορεί να πάει μπροστά, «αν κοιτάει μόνο προς τον νότο, προς την Αθήνα».

Παράλληλα, είπε ότι θεωρεί πως η συμφωνία είναι σημαντική προς την κατεύθυνση να γίνει όλη η ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων ένα παράδειγμα, όχι προς αποφυγή, αλλά προς μίμηση και εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι σε «είκοσι, τριάντα χρόνια» ακόμη και άνθρωποι που τώρα εναντιώνονται στη συμφωνία θα έχουν αναθεωρήσει τις απόψεις τους, βλέποντας την πρόοδο που θα έχει σημειωθεί στη Θεσσαλονίκη.

Για τις καταλήψεις στα σχολεία για το θέμα της ΠΓΔΜ, σημείωσε ότι, ανεξαρτήτως της έκτασής του, είναι ένα φαινόμενο «ανησυχητικό», που πάντως πρέπει να λυθεί, όχι κατασταλτικά, αλλά με διάλογο των μαθητών και με τους καθηγητές και ενδεχομένως και σε συνεννόηση και με το αρμόδιο υπουργείο.

Πηγή: ΑΜΠΕ

 

SHARE