Τράπεζες: Σε δρόμο αναβάθμισης λένε κορυφαία στελέχη ξένων Οίκων – “Ο Μαραθώνιος δεν τελείωσε”

Big Bank

Ακόμη και η πιθανότητα της αναβάθμισης των ελληνικών τραπεζών εξετάζεται απο τους ξένους Οίκους στην περίπτωση που συνεχιστούν οι ελληνικές μεταρρυθμίσεις και οι τράπεζες πετύχουν να μειώσουν τα κόκκινα δάνεια.

Τις εκτιμήσεις για την πορεία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος διατύπωσαν εκπρόσωποι μεγάλων διεθνών οίκων από το βήμα του ετήσιου συνεδρίου το Economist για την Ελλάδα που γίνεται στο Λαγονήσι.

Ο Νώντας Νικολαΐδης, Αντιπρόεδρος και Senior Credit Officer, Financial Institutions Group,  της Moody’s Investors Service είπε ότι κόστος δανεισμού και το κόστος σχηματισμού προβλέψεων θα παραμείνει υψηλό στον τραπεζικό κλάδο.

Ο κ. Νικολαΐδης άφησε να εννοηθεί ότι στον βαθμό που προωθηθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις υπάρχουν πιθανότητες αναβάθμισης των τραπεζών, αλλά ο Μαραθώνιος‘ δεν έχει τελειώσει, όπως είπε χαρακτηριστικά. Αναφέρθηκε στα stress tests, τονίζοντας ότι παρά τη μείωση κατά 15,5 δις. ευρώ του κεφαλαίου Common Equity Tier (CET1) κάτω από το αρνητικό σενάριο, ο δείκτης CET1 κάθε τράπεζας σε σταθμισμένα περιουσιακά στοιχεία παρέμεινε πάνω από 5,5%. Αυτό είναι μια καλή εξέλιξη παρά το γεγονός ότι η ποιότητα των κεφαλαίων παραμένει αδύναμη και, όπως σχολίασε ο κ. κ. Νικολαΐδης, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η μείωση των ΝΡΕ.

Οι στόχοι των ελληνικών τραπεζών για μείωση των NPE κατά περίπου 40% την περίοδο του Ιουνίου 2016 – Δεκεμβρίου 2019 δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην πώληση προβληματικών δανείων, σημείωσε εξηγώντας ότι η κατάσταση των NPE στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα συσχετισμένη με τις πολιτικές εξελίξεις. ενώ προβλέπεται ότι η μεγαλύτερη μείωση των NPEs θα είναι κυρίως μέσω αναδιαρθρώσεων, πωλήσεων και διαγραφών. Σχολίασε ότι τα προβληματικά ενυπόθηκα δάνεια είναι δυσκολότερο να αντιμετωπιστούν  (το 30% των δανειοληπτών ενυπόθηκων δανείων υπέβαλαν αίτηση για νομική προστασία βάσει του νόμου Κατσέλη).

Επίσης, o κ. Νικολαΐδης αναφέρθηκε στο 45% των περιπτώσεων που έχουν φτάσει μέχρι στιγμής στα δικαστήρια και καταλήγουν υπέρ των τραπεζών.

Julien Petit, διευθύνων σύμβουλος του Investment Banking Division, της Goldman Sachs εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος για το τραπεζικό σύστημα και τη δυνατότητα διοχέτευσης ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, μέσω χορηγήσεων δανείων στις επιχειρήσεις εμφανίστηκε από το βήμα του ετήσιου συνεδρίου του Economist.

Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στη βελτίωση της κεφαλαιακής θέσης και  ρευστότητας των τραπεζών, τα επιτυχημένα τεστ αντοχής στον εξορθολογισμό της βάσης κόστους και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους. Ειδικότερα, όπως είπε, το κόστος κινδύνου, παρότι είναι σε διαφορετικό επίπεδο για κάθε τράπεζα, βρίσκεται στα χαμηλά επταετίας. Η GS Research (η οποία αποτελεί ανεξάρτητο φορέα από το Investment Banking Division της Goldman Sachs) προβλέπει συνολικό RoTE 4,0% για τις συστημικές τράπεζες το 2019 και 5,7% το 2020.

Για το θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σημείωσε ότι τα NPLs έχουν μειωθεί, από τα 75 δισ. ευρώ το 2014 σε 65 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2018. Στόχος του SSM είναι να μειωθούν στα 40 δισ. ευρώ και τα ΝΡΕs στα 62 δισ. μέχρι το 2019 – και θεωρείται εφικτός, αν και δύσκολος, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον κ. Petit, έχουν γίνει κάποιες επιτυχημένες κινήσεις πώλησης χαρτοφυλακίων μεγάλης κλίμακας NPL και υπάρχουν συζητήσεις για επιπλέον πωλήσεις χαρτοφυλακίων ακαθάριστης λογιστικής αξίας 6 έως 7 δισ. ευρώ”.

Εκτίμησε κερδοφόρα πορεία για τις τράπεζες εάν προωθηθούν διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και μιλώντας για την απόδοση των τιμών των μετοχών του τραπεζικού κλάδου τόνισε ότι “σε μεγάλο βαθμό παρακολουθεί το μακροοικονομικό κλίμα – ο κλάδος διαπραγματεύεται σε τιμές ελαφρώς χαμηλότερες από τις τιμές στις οποίες ανακεφαλαιοποιήθηκε, τον Δεκέμβριο του 2015, με εξαίρεση την Τράπεζα Πειραιώς που διαπραγματεύεται σε discount. Ο κλάδος διαπραγματεύεται με μέσο P/TBV 0,3 φορές έναντι 0,8 φορές κατά μέσο όρο για τη νότια Ευρώπη και 1,1 φορές για την υπόλοιπη Ευρώπη”.

 

SHARE