Τα πάνω – κάτω για τους αριθμούς της ελληνικής οικονομίας από το ΔΝΤ – 2,9% και όχι 3,5% το πρωτογενές το 2018

Βελτιωμένη πρόβλεψη για το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας τόσο κατά το 2017 όσο και κατά το 2018 αλλά και επιδείνωση των εκτιμήσεων για την πορεία του ελληνικού χρέους περιλαμβάνει η έκθεση για τις δημοσιονομικές εκτιμήσεις (Fiscal Monitor) που έδωσε πριν από λίγο στη δημοσιότητα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μέσω της έκθεσής του Fiscal Monitor   ανεβάζει κατά δύο ολόκληρες μονάδες την πρόβλεψη για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2017, εξακολουθεί όμως να προβλέπει πως το τρέχον έτος ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα δεν θα επιτευχθεί αν και με «βελτιωμένες» εκτιμήσεις όπως προεξοφλούσαν τις προηγούμενες ημέρες κυβερνητικές πηγές.

Συγκεκριμένα για το 2017 υποστηρίζει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα σε όρους προγράμματος διαμορφώθηκε στο 3,7% του ΑΕΠ (η προηγούμενη εκτίμησή τον Οκτώβριο αφορούσε σε πλεόνασμα μόλις 1,7 .

Για φέτος θέτει τον πήχη στο 2,9% του ΑΕΠ (από 2,2%) όταν, όμως, ο στόχος παραμένει «κολλημένος» στο 3,5% του ΑΕΠ πετώντας έτσι το μπαλάκι στο ευρωπαϊκό στρατόπεδο για το αν χρειάζονται πρόσθετα μέτρα.

Φαινομενικά η μικρή διαφορά των 0,6 ποσοστιαίων μονάδων μεταφράζεται σε κάτι εξαιρετικά επώδυνο –εάν φυσικά επιβεβαιωθεί η εκτίμηση του Ταμείου- για τον μέσο Έλληνα πολίτη, καθώς αντιστοιχεί σε νέα μέτρα περίπου 1,1 δισ. ευρώ.

Πιθανώς το Ταμείο προετοιμάζει το έδαφος προκειμένου τα εκ των προτέρων συμφωνηθέντα μέτρα για το 2019 (όπως για παράδειγμα η  μείωση του αφορολόγητου) να έρθουν νωρίτερα.

Μάλιστα, το ΔΝΤ και με βάση την εκτίμηση ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ δεν θα επιτευχθεί φέτος, θεωρείται βέβαιο οτι θα επιμείνει στην ανάγκη ενεργοποίησης το 2019 του συνόλου των συμφωνηθέντων μέτρων 2% του ΑΕΠ (1% από συντάξεις το 2019 και 1% από το αφορολόγητο το 2020 όπως έχει ψηφιστεί).

Αντίστοιχα το Ταμείο μετά και τις νέες του προβλέψεις εκτιμάται ότι θα επιμείνει και στο «πάγωμα» ή τη μετάθεση για αργότερα των «αντισταθμιστικών» μέτρων για τα οποία υπήρξε συμφωνία να εφαρμοστούν μαζί με τα νέα υφεσιακά μέτρα το 2019 και το 2020, εφόσον όμως επιτευχθούν οι στόχοι του προγράμματος.

Ωστόσο, στην έκθεση του το Ταμείο κρύβει ένα «δώρο» για την ελληνική κυβέρνηση καθώς εκτιμά ότι η Ελλάδα θα καταφέρει να επιτύχει το στόχο του 3,5% του ΑΕΠ από το 2019 έως και το 2022. Η επίτευξη του στόχου βέβαια θα γίνει υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοστούν τα μέτρα που έχουν ήδη ψηφιστεί για το 2019 και το 2020.

 Το χρέος γενικής κυβέρνησης από τα 323,3 δισ. ευρώ το 2017 υπολογίζεται ότι θα αυξηθεί στα 349,8 δισ. ευρώ φέτος. Ο λόγος για μία άνοδο της τάξης του 10% του ΑΕΠ, η οποία ερμηνεύεται από διαπραγματευτικές πηγές ως απόρροια των παρεμβάσεων στο χρέος που θα γίνουν και με την έλευση των υπολοίπων δόσεων/μαξιλαριού του ESM.

Τα επόμενα χρόνια σε αξία σταθεροποιείται σχετικά, ενώ ως αναλογία του ΑΕΠ από το 191,2% το 2018 διαμορφώνεται στο 165% του ΑΕΠ το 2023.

Προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης μόλις 2% φέτος και 1,8% το 2019, μία εκτίμηση δραστικά πιο χαμηλή από αυτή που είχε ανακοινώσει το 2017, αλλά και από τις παραδοχές του ΥΠΟΙΚ και της Κομισιόν.

Η έκθεση για τα δημοσιονομικά μεγέθη κλείνει ένα “σερί” ανακοινώσεων του Ταμείου. Πλέον, η “σκυτάλη” δίδεται στις… διαβουλεύσεις που θα λάβουν χώρα στην Ουάσιγκτον έως την Κυριακή, όταν ολοκληρώνονται οι εργασίες του ΔΝΤ.

Οι νέες εκτιμήσεις του ΔΝΤ σε συνδυασμό με τις χθεσινές προβλέψεις οι οποίες «κουρεύουν» τους στόχους για το ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής Οικονομίας, δείχνουν ότι για ακόμα μια χρονιά στο περιθώριο της Εαρινής Συνόδου στην Ουάσιγκτον θα υπάρξει ακόμα μια «μάχη» μεταξύ Ταμείου και Ευρωπαίων αναφορικά με τη ρύθμιση του χρέους, τη λήψη των μέτρων, αλλά και των προβλέψεων που κάνει το Ταμείο σχετικά με τις δυνατότητες της Ελληνικής Οικονομίας να επιτύχει τους στόχους.

SHARE