Στον Καναδά ψάχνουν λύση για το ελληνικό χρέος Γερμανία – ΔΝΤ

 

 

Οι διαπραγματεύσεις για τον ελληνικό χρέος  θα συνεχιστούν εντατικά τις επόμενες μέρες, με σκοπό να αρθεί το αδιέξοδο. Σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο, οι τελικές αποφάσεις θα μπορούσαν να ληφθούν μακριά από τις Βρυξέλλες, στο G7 των υπουργών Οικονομικών που θα γίνει στο Γουίσλερ του Καναδά, 31 Μαΐου – 2 Ιουνίου.

Η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα παραμένει σημαντική για μια σειρά από πρωτεύουσες και όχι μόνο για το Βερολίνο, καθώς δίνει περισσότερη αξιοπιστία στο πρόγραμμα, αναφέρει δημοσίευμα της Καθημερινής. 

«Ολοι θέλουμε την παρουσία του ΔΝΤ, θα βρούμε τρόπο να το αποφασίσουμε θετικά τις επόμενες μέρες», δήλωνε ο πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο μετά τη λήξη της συνεδρίασης, αποφεύγοντας τις πιεστικές ερωτήσεις των δημοσιογράφων για το πόσο κοντά βρίσκονται σε συμφωνία. Η συμμετοχή του ΔΝΤ είναι ιδιαίτερα σημαντική, πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο για την Ελλάδα, καθώς αυτή τη στιγμή αποτελεί τον καλύτερο σύμμαχο της χώρας. Οι λόγοι είναι δύο: Πρώτον, το Ταμείο είναι ο βασικός υπερασπιστής της Ελλάδας στην ελάφρυνση του χρέους και ο μεγαλύτερος μοχλός πίεσης στις Βρυξέλλες για περαιτέρω μέτρα που θα καταστήσουν το χρέος βιώσιμο. Δεύτερον, οι αγορές είναι ξεκάθαρο ότι χρειάζονται τη σφραγίδα της αξιοπιστίας του ΔΝΤ όσον αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους.

Μια έξοδος του Ταμείου από το ελληνικό πρόγραμμα όσο «ευγενικά» και να γίνει, είναι πολύ πιθανόν να αυξήσει το κόστος δανεισμού σε επίπεδα απαγορευτικά. Ειδικότερα τώρα που υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα για την ιταλική οικονομία, η μη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα θα μπορούσε να αποδυναμώσει ιδιαίτερα την έξοδο της χώρας στις αγορές. Ομως για να βρεθεί η λύση τις επόμενες μέρες θα πρέπει ΔΝΤ και Βερολίνο να κάνουν υποχωρήσεις. Η βασική διαφωνία ανάμεσά τους έγκειται στο ότι το ΔΝΤ θέλει αυτόματη και εμπροσθοβαρή εφαρμογή των μέτρων μακριά από πολιτικά κριτήρια, μια ελάφρυνση χρέους που να μπορεί άμεσα να ποσοτικοποιηθεί και να υπολογιστεί στην ανάλυση βιωσιμότητάς του. Το Βερολίνο, από την άλλη, θέλει τα μέτρα να εφαρμόζονται σταδιακά, μόνον αν τηρούνται οι δεσμεύσεις από την ελληνική πλευρά, και να εγκρίνονται κάθε φορά από τη γερμανική Βουλή.

Η άλλη διαφορά ανάμεσα σε Βερολίνο και ΔΝΤ, που φαίνεται κάπως να γεφυρώνεται, είναι αυτή που αφορά τον χρόνο επέκτασης της ωρίμανσης των δανείων. Το Ταμείο επιμένει σε μια επέκταση τουλάχιστον 10 ετών, με το Βερολίνο να έχει πλέον συμφωνήσει σε μία επιμήκυνση μεγαλύτερη των 5 ετών που είχε αρχικά θέσει ως όριο αλλά μακριά από τη δεκαετία.

 

SHARE