Στα σκαριά η Περιφερειακή Τράπεζα Πελοποννήσου – Μοντέλο των γερμανικών Sparkassen

Τον ερχόμενο Απρίλιο εκτιμά ο περιφερειάρχης Πελοποννήσου, Πέτρος Τατούλης, ότι θα έχει κατατεθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος ο φάκελος για την αδειοδότηση στην Πελοπόννησο, της πρώτης περιφερειακής τράπεζας στην Ελλάδα.

Κλείνοντας τις εργασίες του 16ου Συνεδρίου Διαχείρισης Τραπεζών (16th Bank Management Conference), ο περιφερειάρχης Πελοποννήσου παρουσίασε το καινοτόμο εγχείρημα στο πλαίσιο των Περιφερειαρχών Αρχών αλλά και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ελλάδας – που θα ακολουθήσει το μοντέλο των Sparkassen, δηλαδή των περιφερειακών ταμιευτηρίων που ανθούν στη Γερμανία εδώ και 200 χρόνια.

Τόσο κατά την καταληκτική ομιλία του, όσο και στη συνέντευξη που παραχώρησε στη συνέχεια στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Τατούλης εξέφρασε τον έντονο σκεπτικισμό του για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν την κρίση τα υπάρχοντα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Όπως σημείωσε, επέδειξαν αδυναμία στην ανάγνωση της κρίσης, οι πρακτικές τους συνεπάγονται δυσκολίες στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, ενώ συνεχίζουν να ασχολούνται με τα τραπεζικά προϊόντα, χωρίς να εστιάζουν στα άλλα προβλήματα που έχουν προκύψει.

Όπως σημείωσε κατά την ομιλία του στο συνέδριο, «σε αυτήν την περίοδο που τα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών δεν επαρκούν για τη χρηματοδότηση των αναγκών της πραγματικής οικονομίας, η Περιφέρεια Πελοποννήσου έκρινε ότι έπρεπε να δημιουργηθεί ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα με κύρια χαρακτηριστικά την τοπικότητα και την ανάπτυξη παιδείας αποταμίευσης στα υφιστάμενα νοικοκυριά».

Μεταξύ των 650.000 μονίμων κατοίκων της Περιφέρειας Πελοποννήσου, οι καταθέσεις μειώθηκαν στο διάστημα 2010-2017 από 7,5 δισ. ευρώ σε 5,450 δισ. ευρώ – ανέφερε ο κ. Τατούλης. Το συγκριτικό πλεονέκτημα μιας περιφερειακής τράπεζας είναι ότι δεν υπόκειται στο haircut των καταθέσεων. «Αντιλαμβάνεσθε ότι με αυτόν τον τρόπο κινητοποιούμε χρήματα τα οποία βρίσκονται εκτός χρηματοπιστωτικού συστήματος και αυτό είναι επ’ ωφελεία ολόκληρης της πραγματικής οικονομίας» είπε στο πλαίσιο της συνέντευξής του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Στο επίκεντρο της πολιτικής της Περιφερειακής Τράπεζας Πελοποννήσου θα βρίσκεται η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και η βελτίωση των συνθηκών της επιχειρηματικής λειτουργίας σε επίπεδο Περιφέρειας, καθώς στόχος δεν θα είναι η μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους, αλλά η εξασφάλιση της βιωσιμότητας και η επανεπένδυση των κεφαλαίων στην τοπική οικονομία.

Για τη δημιουργία της Περιφερειακής Τράπεζας Πελοποννήσου, υπάρχει στενή συνεργασία με την Τράπεζα της Ελλάδος, το υπουργείο Οικονομικών αλλά και το Ίδρυμα των Sparkassen. Αυτή τη στιγμή, η Περιφέρεια Πελοποννήσου βρίσκεται σε συζητήσεις με το υπουργείο Οικονομικών, προκειμένου να υπάρξει η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, και να δοθεί η δυνατότητα σε όλες τις Περιφέρειες να λάβουν τοπικές πρωτοβουλίες.

Ακολουθεί η συνέντευξη του περιφερειάρχη Πελοποννήσου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τη Μαρία Δεληθανάση:

-ΕΡ: Κύριε περιφερειάρχα, έχει συζητηθεί το θέμα στην Ένωση Περιφερειών Ελλάδας;  

-ΑΠ: Ασφαλώς και υπάρχει η σύμφωνη γνώμη της ΕΝΠΕ στο εγχείρημα, το οποίο μάλιστα παρακολουθεί από κοντά και περιμένει την εξέλιξή του.  

-ΕΡ: Το αρχικό κεφάλαιο από που θα προέλθει;

 
-ΑΠ: Το κεφάλαιο για τη σύσταση μιας τέτοιας τράπεζας είναι περίπου 18 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τον κανονισμό των Sparkassen, το 51% της τράπεζας πρέπει να ανήκει στην Περιφέρεια. Το υπόλοιπο ποσοστό μαζεύεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Γι’ αυτό ζητάμε νομοθετική πρωτοβουλία. Για να υπάρχει σαφές νομοθετικό πλαίσιο για τον τρόπο λειτουργίας των τραπεζών αυτών. Μιλάμε για μια δημόσια τράπεζα, η οποία δεν θα ανήκει στο κράτος, αλλά σε θεσμούς του Δημοσίου.

Μιλάμε για μια τράπεζα, η οποία δεν θα στέκεται στις τραπεζικές υπηρεσίες, που τελικά ήταν το μόνο θέμα που συζητήθηκε εδώ. Δεν μίλησαν καθόλου για το πώς θα ενισχυθεί η πραγματική οικονομία. Αυτός ήταν και ο λόγος που έκανα το σχόλιο. Διότι εκτιμώ ότι συνεχίζουν στην ίδια ρότα. Δεν έχουν πρόταση. Δεν έχουν άποψη. Κι ας αποτελεί ένα μεγάλο ζητούμενο η εν δυνάμει κεφαλαιακή επάρκεια, προκειμένου να προσεγγίσουν τα προβλήματα και τους κεφαλαιακούς κινδύνους του συστήματος.

-ΕΡ: Είπατε ότι «δεν μας ενδιαφέρει τόσο η μεγιστοποίηση των κερδών, όσο η εξυπηρέτηση των πολιτών». Μας το εξηγείτε αυτό;

-ΑΠ: Ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα τις τελευταίες δεκαετίες, στηρίχθηκε κυρίως στη δημιουργία τραπεζικών υπηρεσιών, προκειμένου να εξασφαλισθούν βραχυπρόθεσμα κέρδη από την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Όμως, το μεγάλο πρόβλημα προέκυψε στο επίπεδο του δανειακού τους χαρτοφυλακίου. Και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, που θα έπρεπε να τους απασχολεί. Θα έπρεπε να διαμορφώσουν συνθήκες, ώστε να επιμερίζονται και οι ίδιοι τα ρίσκα μέσα από το δανειακό τους χαρτοφυλάκιο.  

Εμείς, λοιπόν, θα δημουργήσουμε μια τράπεζα που θα παίρνει κομμάτι του ρίσκου και θα είναι κυρίως συμβουλευτική. Η τράπεζα αυτή δεν πρόκειται ποτέ να δανειοδοτήσει μια προσπάθεια, εάν το σχέδιο δεν είναι βιώσιμο και δεν υπάρχουν σταθερές βιωσιμότητας. Δεν πρόκειται ποτέ να δανειοδοτήσει μια προσπάθεια στη λογική των, εκτός των τραπεζών, παρεμβάσεων.

-ΕΡ: Γιατί μια περιφερειακή τράπεζα είναι για τον πολίτη και τον μικρομεσαίο επιχειρηματία καλύτερη και πιο ασφαλής από τις μεγάλες, συστημικές;

-ΑΠ: Διότι, καταρχήν, η τοπικότητα μας δίνει τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε τις ιδιαιτερότητες των δικών επιχειρηματιών, των δικών μας ανθρώπων. Ξέρουμε ακριβώς τον τρόπο που σκέφτονται και λειτουργούν, και αυτό δίνει μια δυνατότητα συνέπειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Το δεύτερο είναι ότι θα κινητοποιήσουμε και θα ενεργοποιήσουμε τις καταθέσεις. Ένας τέτοιος φορέας τραπεζών, μια τέτοια τράπεζα, δεν υπόκειται – όπως γνωρίζετε πάρα πολύ καλά – στο haircut των καταθέσεων. Αντιλαμβάνεσθε ότι με αυτόν τον τρόπο κινητοποιούμε χρήματα, τα οποία βρίσκονται εκτός χρηματοπιστωτικού συστήματος, και αυτό είναι επ’ ωφελεία της πραγματικής οικονομίας.

Και βέβαια, έτσι ενισχύεται στην ολότητά του το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα, καθώς είναι πάρα πολύ σημαντικό, η αγορά να κινείται με πόρους που η ίδια εξασφαλίζει. Άλλωστε η πολυκυκλικότητα των κεφαλαιακών επαρκειών των τραπεζών, τις κρατά σε αδυναμία χρηματοδότησης μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Φανταστείτε ότι σήμερα, αν μια μικρομεσαία επιχείρηση θέλει Χ ποσό προκειμένου να χρηματοδοτήσει τη ρευστότητά της, οι εγγυήσεις που πρέπει να καταβάλει είναι πέντε φορές το ποσό που θα δοθεί. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι τραγικό, εξωφρενικό, εγκληματικό και δείχνει τον προστατευτισμό του κράτους απέναντι στις ελληνικές τράπεζες.

-ΕΡ: Αυτή η προϋπόθεση δηλαδή δεν θα υπάρχει στις περιφερειακές τράπεζες;

-ΑΠ: Ασφαλώς και είναι έξω από τη λογική και τη φιλοσοφία τους. Άλλωστε και ο τρόπος διοίκησης των τραπεζών θα εξασφαλίζει την αυτονομία της λειτουργίας τους μέσα από το Εποπτικό Συμβούλιο, το οποίο θα είναι ανεξάρτητο. Το Εποπτικό Συμβούλιο, με όχημα τον κανονισμό που θα έχουμε ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, θα βαδίζει με βάση τον κανονισμό της τράπεζας. Το διοικητικό συμβούλιο θα αποφασίζει τις πολιτικές που πρέπει να ακολουθήσει η τράπεζα, αλλά δεν θα εμπλέκεται. Η Περιφερειακή Αρχή θα έχει τη δική της ευθύνη, όπως και οι άλλοι μέτοχοι της τράπεζας, μέσω του ΔΣ.

-ΕΡ: Όμως οι άνθρωποι των τραπεζών έχουν την κουλτούρα που στηλιτεύσατε πριν. Ποιοι, λοιπόν, θα στελεχώσουν την τράπεζα;

-ΑΠ: Θα υπάρχει τεχνική βοήθεια και σε ανθρώπινους πόρους. Μέρος της συμφωνίας μας με την Sparkassen, είναι να μας στείλουν τεχνολογία, αλλά και ανθρώπινους πόρους – Έλληνες που είναι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι, για να εγκαθιδρύσουν τη νέα φιλοσοφία. Δεν θα είμαστε μια τράπεζα, σύμφωνα με τα δεδομένα των συνεταιριστικών τραπεζών, ή των υπόλοιπων χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Κυρίως εισάγουμε ένα μοντέλο που θα έχει κυρίως ως βασική αρχή την αύξηση της εμπιστοσύνης στον πολίτη και από τον πολίτη.

-ΕΡ: Πότε αναμένετε την ολοκλήρωση των διαδικασιών;

-ΑΠ: Η εκτίμησή μου είναι ότι μέχρι τον Απρίλιο θα έχουμε καταθέσει τον φάκελο για την αδειοδότηση από την Τράπεζα της Ελλάδος.

 

SHARE