Προσοχή, όχι παροχές μετά τον Αύγουστο! Τι συνιστά στην κυβέρνηση το Γραφείο του Προϋπολογισμού της Βουλής

Μήνυμα για την ανάγκη, μετά την έξοδο της χώρας από το Μνημόνιο, να εφαρμοσθεί υπεύθυνη οικονομική πολιτική, στέλνει το Γραφείο του Προϋπολογισμού της Βουλής.

Οι πρώτοι μήνες που θα ακολουθήσουν την έξοδο από το πρόγραμμα θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμοι καθώς τα μηνύματα που θα στείλει η κυβέρνηση θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία της εγχώριας οικονομικής πολιτικής και κατά συνέπεια το ύψος των επιτοκίων της αγοράς, αναφέρει η έκθεση και ο επικεφαλής του γραφείου Φ. Κουτεντάκης. συστήνοντας να περιοριστούν στο ελάχιστο οι κίνδυνοι που προέρχονται από τις πολιτικές πιέσεις που θα ασκηθούν για περισσότερο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και επιβράδυνση εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων μετά το τέλος του προγράμματος.

Σε ότι αφορά την έξοδο της χώρας στις αγορές ο επικεφαλής του Γραφείου του Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή συνέστησε οι όποιες κινήσεις να είναι προσεκτικές καθώς όπως ανέφερε δεν υπάρχει λόγος βιασύνης αφού άλλωστε η Ελλάδα είναι χρηματοδοτικά καλυμμένη.

Απαντώντας σε ερώτηση σχετική με το θέμα των συντάξεων ο κ. Κουτεντάκης ανέφερε ότι δημοσιονομικά δεν είναι απαραίτητη η μείωσή τους αν και σε πολιτικό επίπεδο υπάρχει η σχετική συμφωνία με τους δανειστές.

Το Γραφείο στην έκθεσή του χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως θετική την απόφαση του Eurogroup για τη δεκαετή επιμήκυνση των λήξεων του ελληνικού δημόσιου χρέους και το γεγονός ότι η απόφαση αυτή δεν συνοδεύεται από προϋποθέσεις. Παρ΄όλα αυτά υπάρχουν οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ που βάζουν το στοιχείο της αβεβαιότητας όσον αφορά την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους. Και όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Κουτεντάκης εφόσον το ΔΝΤ εκφράζει τις επιφυλάξεις του για το θέμα αυτό οι αγορές το λαμβάνουν υπόψη παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με το Ταμείο το χρέος είναι βιώσιμο έως το 2038.

ΠΟΡΕΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Στην έκθεσή του για το β’ τρίμηνο του έτους, το Γραφείο Προϋπολογισμού παρατηρεί ότι οι οικονομικές συνθήκες παραμένουν ευνοϊκές με τον ρυθμό μεγέθυνσης να είναι θετικός, την απασχόληση και τις αμοιβές της εργασίας να αυξάνονται, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να είναι σχετικά ισορροπημένο και την εκτέλεση του προϋπολογισμού να είναι εντός στόχων.

Όπως σημειώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού, λιγότερο ευνοϊκή είναι η εικόνα της ανεργίας που δεν μειώθηκε το πρώτο τρίμηνο και του πληθωρισμού που παραμένει χαμηλός, αν και σε θετικό έδαφος. Την ίδια περίοδο καταγράφηκαν θετικές εξελίξεις στις μεταβλητές αποθεμάτων: τόσο τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια όσο και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των φορολογούμενων προς την εφορία κατέγραψαν μικρή μείωση, ωστόσο οι ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές οφειλές αυξήθηκαν.

ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΒΑΡΟΣ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το βάρος της οικονομικής πολιτικής από εδώ και πέρα θα πρέπει να στραφεί στα ζητήματα που καθορίζουν τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, πρώτη προτεραιότητα θα πρέπει να αποτελέσει η διασφάλιση της ομαλής και με χαμηλό κόστος χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας. Αυτό, κατά το Γραφείο Προϋπολογισμού, θα επιτρέψει τη σταδιακή αποκατάσταση της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τον ιδιωτικό τομέα και αναμένεται να οδηγήσει σε ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη. Σε διαφορετική περίπτωση προειδοποιεί πως, όπως έχουν δείξει διεθνείς μελέτες (π.χ. ΔΝΤ), η απουσία τραπεζικής χρηματοδότησης οδηγεί σε χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης και πιο αναιμική ανάκαμψη κατά την οποία επηρεάζονται αρνητικά οι επιχειρήσεις, οι κλάδοι και οι δραστηριότητες (π.χ. επενδύσεις) που βασίζονται σε εξωτερική χρηματοδότηση.

Τo πλέον βασικό ζητούμενο είναι η συνέχιση της αποκλιμάκωσης του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η βελτίωση των ισολογισμών των τραπεζών που θα τους επιτρέψει να παρέχουν περισσότερη ρευστότητα στην οικονομία. Επιπρόσθετα, πρέπει να διασφαλιστεί η πλήρης αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, η συνέχιση του προγράμματος αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, η διαμόρφωση ευνοϊκού περιβάλλοντος για τις εγχώριες και ξένες επενδύσεις και η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στις επενδύσεις και ιδιωτικοποιήσεις στις οποίες υπάρχει δέσμευση των επενδυτών για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου που εκτείνεται σε βάθος χρόνου.

Μακροπρόθεσμα, η πλέον κρίσιμη οικονομική μεταβλητή είναι η παραγωγικότητα της εργασίας που έχει μειωθεί δραματικά στη διάρκεια της κρίσης. Τονίζεται πως η χώρα μας είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας οφείλεται στην ταχύτερη μείωση των μισθών από την παραγωγικότητα. Η εξέλιξη αυτή, εκτιμά το Γραφείο Προϋπολογισμού, ίσως να βοήθησε στην ενίσχυση των εξαγωγών αγαθών (αν και όχι υπηρεσιών) στην περίοδο της κρίσης. Μακροχρόνια όμως, όπως συμπληρώνει, ένα σενάριο συνεχούς μείωσης της παραγωγικότητας με τους μισθούς να συμπιέζονται όλο και περισσότερο προκειμένου να διατηρηθεί χαμηλά το μοναδιαίο κόστος εργασίας, δεν είναι βιώσιμο. Αντίθετα, εκτιμάται ότι η μακροχρόνια οικονομική μεγέθυνση και η αντιμετώπιση μακροοικονομικών ανισορροπιών απαιτούν τη σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας, ο ρυθμός μεταβολής της οποίας θα πρέπει να αποτελεί το όριο αυξήσεων στους μισθούς.

Μάνδρα και Μάτι υποδηλώνουν αδύναμο κράτος

Ύπαρξη αδυναμιών στον κρατικό μηχανισμό διαπιστώνει εξάλλου το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, αναφερόμενο στις πλημμύρες στη Μάνδρα και στις πυρκαγιές στην Ανατολική Αττική. Στην έκθεσή του για το β’ τρίμηνο του 2018, επισημαίνει ότι ένας βασικός παράγοντας που θα οδηγήσει στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση των υπηρεσιών που παρέχει το κράτος προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.

Όπως παρατηρεί, τα πρόσφατα καταστροφικά γεγονότα στην Αττική (πλημμύρες στη Μάνδρα, πυρκαγιές στην Ανατολική Αττική) που οδήγησαν σε απώλεια ανθρώπινων ζωών υποδηλώνουν την ύπαρξη αδυναμιών στον κρατικό μηχανισμό. Τονίζει, δε, ότι πέρα από τα προβλήματα στην οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, πολλά από αυτά τα προβλήματα οφείλονται και στις χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους όπως η έλλειψη εθνικού κτηματολογίου και κατάλληλου χωροταξικού σχεδιασμού.

Συνολικά, κατά το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους, ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση των υπηρεσιών της κεντρικής διοίκησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, των δημόσιων επιχειρήσεων και των ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών αποτελεί προαπαιτούμενο για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του κράτους, τη διασφάλιση της καλύτερης λειτουργίας των αγορών και την ενίσχυση της συνολικής παραγωγικότητας της οικονομίας. Κάτι τέτοιο, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, θα έχει ως αποτέλεσμα, πέρα από την προστασία των συμφερόντων των πολιτών, την ουσιαστική άνοδο του μακροπρόθεσμου δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας, καθώς η ποιότητα της διακυβέρνησης και η αποτελεσματικότητα των κρατικών θεσμών συνδέονται με υψηλότερο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης.

 

SHARE