Πως σχολιάζει ο γερμανικός τύπος την επίσκεψη Μέρκελ στην Αθήνα

Πολλά τα δημοσιεύματα του γερμανικού τύπου για την επίσκεψη Μέρκελ στην Αθήνα. Κοινός παρονομαστής η διαπίστωση ότι η καγκελάριος έχει πλέον αγαστή σχέση συνεργασίας με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα.

Η εφημερίδα Süddeutsche Zeitung του Μονάχου επισημαίνει στον τίτλο της ανταπόκρισης από την Αθήνα ότι η Άνγκελα Μέρκελ είναι η “νέα, καλύτερη φίλη” του Έλληνα πρωθυπουργού. Δεν παραλείπει να υπενθυμίσει την κριτική προς την καγκελάριο μέχρι το 2015, σημειώνει ωστόσο ότι από τότε που ο Αλέξης Τσίπρας έγινε πρωθυπουργός άλλαξε ριζικά όχι μόνο ο ίδιος, “αλλά και η σχέση ανάμεσα στη Μέρκελ και στον κατά είκοσι χρόνια νεότερό της Έλληνα. Φαντάζει σχεδόν φιλική. Ήδη πριν από την άφιξή της στην Αθήνα την Πέμπτη το βράδυ, ο Τσίπρας διεμήνυσε στην καγκελάριο μέσω τηλεοπτικής συνέντευξης ότι ‘ποτέ δεν είχαμε σκοπό να κοροϊδέψει o ένας τον άλλον’. Από την πλευρά της η Μέρκελ είχε διαμηνύσει μέσω της εφημερίδας Καθημερινή- επίσης πριν από την άφιξή της- ότι η Ελλάδα μπορεί να βασίζεται στην εταιρική σχέση με τη Γερμανία”.

Υπενθυμίζοντας την έξοδο της Ελλάδας από το πρόγραμμα βοήθειας, αλλά και τη μετα-μνημονιακή εποπτεία, η Süddeutsche Zeitung υπενθυμίζει: “Τον Ιανουάριο επρόκειτο να περικοπούν και πάλι οι ελληνικές συντάξεις. Με τη σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ο Τσίπρας το απέφυγε. Ούτε το Βερολίνο εξέφρασε αντίρρηση- λόγω των καλών δημοσιονομικών μεγεθών, όπως ειπώθηκε. Επ’αυτού το συντηρητικό κόμμα της αντιπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία, ανέπτυξε τη θεωρία πως η επιείκεια αποτελεί αντάλλαγμα για το ότι ο Τσίπρας συμπεριφέρεται σε ενα σημαντικό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής όπως επιθυμεί η Μέρκελ: πρόκειται για την επίλυση της παλαιάς αντιπαράθεσης για το όνομα του βορείου γείτονα της Ελλάδας. Στο μέλλον η χώρα θα ονομάζεται Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας. Στην Ελλάδα (το ζήτημα) παραμένει διαμφισβητούμενο λόγω υποτιθέμενων εδαφικών αξιώσεων που προβάλλουν οι γείτονες απέναντι στη βορειοελλαδική Μακεδονία”.

Στην ατζέντα το “ζήτημα της ονομασίας”

“Η Ελλάδα και το ζήτημα της Μακεδονίας” επιγράφεται ανταπόκριση στην εφημερίδα Rheinische Post του Ντίσελντορφ. Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι “σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, δύο στους τρεις Έλληνες είναι αντίθετοι με τον συμβιβασμό για το όνομα. Και ο κυβερνητικός εταίρος του Τσίπρα, οι εθνολαϊκιστές “Ανεξάρτητοι Έλληνες” (ΑΝΕΛ), απορρίπτουν τη συμφωνία και απειλούν να εγκαταλείψουν την κυβέρνηση. Εάν συμβεί αυτό, ο Τσίπρας ίσως αναγκαστεί να προκηρύξει νέες εκλογές την άνοιξη. Από τη Μέρκελ ο Τσίπρας αναμένει υποστήριξη. Εκείνη είχε εγκωμιάσει τη συμφωνία ως ‘ιστορική ευκαιρία’, στην Αθήνα όμως υπογραμμίζει ότι δεν θέλει να αναμιχθεί στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας”.

Στην ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην καγκελάριο και τον πρωθυπουργό αναφέρεται η ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού DER SPIEGEL με τίτλο “Γιατί τώρα η Μέρκελ αρέσει στον Τσίπρα”. Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι “ο Αλέξης Τσίπρας ανήλθε στην εξουσία ξιφουλκώντας εναντίον της Μέρκελ. Αυτό έγινε πριν από χρόνια, σε εποχές κρίσης. Τώρα όμως ο κλονισμένος πρωθυπουργός εναποθέτει μεγάλες ελπίδες στην επίσκεψη της καγκελαρίου”. Μάλιστα το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι, “για να μην επιδεινώσει το κλίμα ανάμεσα στην Αθήνα και στο Βερολίνο, ο Τσίπρας ανέβαλε την επικείμενη ψηφοφορία στο ελληνικό κοινοβούλιο σχετικά με αξιώσεις που αφορούν την καταβολή γερμανικών αποζημιώσεων για τα ναζιστικά εγκλήματα πολέμου. Όλα αυτά δείχνουν την εκπληκτική αλλαγή που έχει επέλθει στη σχέση ανάμεσα στη Μέρκελ και τον Τσίπρα από την τελευταία επίσκεψη της καγκελαρίου στην Ελλάδα το 2014”.

Το παρελθόν δεν έχει ξεχαστεί

Leipziger Zeitung της Λειψίας κάνει τη δική της σύγκριση με το παρελθόν: “Δεν ήταν πολύ εύκολο. Τόσο η Γερμανίδα καγκελάριος όσο και ο Έλληνας πρωθυπουργός έπρεπε να υπερβούν ιδεολογικές αγκυλώσεις. Και οι δύο τα κατάφεραν, ευτυχώς. Αλλά τόσο η Γερμανίδα, όσο και ο Έλληνας, προκάλεσαν κάποια σύγχυση στο κομματικό τους ακροατήριο. Η Άνγκελα Μέρκελ επέδειξε μεγαλύτερη αλληλεγγύη, ο Αλέξης Τσίπρας περισσότερη σοβαρότητα”. Τέλος, τις πιο οδυνηρές στιγμές του παρελθόντος υπενθυμίζει η εφημερίδα  Neue Osnabrücker Zeitung: “Αξέχαστα είναι τα κακόγουστα φωτομοντάζ ελληνικών εφημερίδων στο απόγειο της κίσης, που έδειχναν την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ να φορά περιβραχιόνιο με σβάστικα. Το ότι η καγκελάριος επισκέπτεται την Αθήνα, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη ομαλοποίησης. Αλλά πρόκειται για επιφανειακή ανάγνωση. Το πρόβλημα της υπερχρέωσης έχει αναβληθεί, αλλά δεν έχει επιλυθεί. Η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι βιώσιμη, η πολιτική των περικοπών θα μπορούσε να αμφισβητηθεί με τις εκλογές το φθινόπωρο”.

FAZ: “Απογοητευμένοι Έλληνες. Οικονομικά η χώρα βρίσκεται πολύ πίσω. Ο Πρωθυπουργός Τσίπρας δεν τήρησε πολλά πράγματα”:

Πολλά υποσχόμενη ρητορική και καλή εικόνα θα προσφέρει ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, όταν η Καγκελάριος Angela Merkel θα φτάσει για πρώτη φορά και πάλι στην Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια. Ο Τσίπρας θα αναφέρει ότι η χώρα του έχει αφήσει πίσω της τα προγράμματα εξυγίανσης. Ωστόσο, πίσω από τις λέξεις, οι ευκαιρίες της Ελλάδας για ανάπτυξη και οικονομική ανάκαμψη είναι πολύ πιο πενιχρές απ’ ό,τι συχνά θεωρείται. Μόλις το 2017 η Ελλάδα πέτυχε μετά από βαθιά κρίση μια μικρή πραγματική ανάπτυξη της τάξεως του 1,5%. Στην πραγματικότητα αναμενόταν να μπορεί να εντοπιστεί ένα φαινόμενο ανάκαμψης και ως εκ τούτου λίγα χρόνια αργότερα μια ισχυρή ανάκαμψη. Όμως η Ελλάδα απέχει πάρα πολύ από το εθνικό εισόδημα πριν από την κρίση. Αυτή η ιστορική τιμή το 2007 είχε σίγουρα εν μέρει διογκωθεί τεχνητά, είχε χρηματοδοτηθεί βερεσέ και αναθερμάνθηκε από το τεράστιο έλλειμμα ισοζυγίου.

Ωστόσο, η ανάκαμψη δεν θα έπρεπε να είναι τόσο δύσκολη, όταν ο Τσίπρας και ο συντηρητικός προκάτοχός του Αντώνης Σαμαράς αποφάσιζαν τα μεταρρυθμιστικά σχέδια των δανειστών. Μέχρι το 2013 το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας έχασε το 73,5% της αξίας του 2007. Παρά τις πρώτες αχτίδες ελπίδας του 2014, το 2015 η τότε νέα κυβέρνηση Τσίπρα με την αρχική της άρνηση των προγραμμάτων εξυγίανσης και επίσης του ευρώ τους έριξε τους Έλληνες και πάλι στην κρίση.

Σύμφωνα με δήλωση του Klaus Regling, ο οποίος ηγείται του ΕΜΣ, αυτό κόστισε στους Έλληνες μεταξύ 86 και 200 δις ευρώ: 45 μέχρι 105% του ΑΕΠ. Για το τέλος του χρόνου που ήδη πέρασε η Έλληνες παραμένουν καθηλωμένοι για το λόγο αυτό στο ναδίρ, με ένα ΑΕΠ ύψους περίπου 76% του ποσοστού πριν από την κρίση. Συγκριτικά μ’ αυτό, άλλες χώρες που διήλθαν κρίση στην ΕΕ εξελίχθηκαν καθοριστικά καλύτερα στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας: Η Ισπανία δεν βρέθηκε τόσο βαθιά σε κρίση και πλέον βρίσκεται στο 105% του ΑΕΠ απ’ ό,τι πριν από δέκα χρόνια. Εξίσου σε βαθιά ύφεση όπως η Ελλάδα βρέθηκαν η Εσθονία και η Λεττονία, που άλλοτε ηγήθηκε από τον Αντιπρόεδρο της ΕΕ Valdis Dombrovskis, ο οποίος δέχτηκε συχνά επικρίσεις. Ωστόσο, η Λεττονία έφτασε σήμερα στο 105% του ποσοστού του ΑΕΠ του 2007, ενώ η Εσθονία στο 111% – με ετήσια ποσοστά ανάπτυξης μέχρι και 6 ή 7%. Πολλά συνηγορούν στο ότι τα τρία μεταρρυθμιστικά προγράμματα που υποβλήθηκαν από τους δανειστές της Ελλάδας δεν πραγματοποιήθηκαν ή δεν πραγματοποιήθηκαν αρκετά αποφασιστικά. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες στην Ελλάδας και τα εμπόδια στις επενδύσεις παραμένενουν μια αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, μια αργή και επηρεαζόμενη από τους πολιτικούς δικαιοσύνη, όπως και οι ολιγαρχικές και συντεχνιακές δομές για την παρεμπόδιση περισσότερου ανταγωνισμού. Τα συνδικάτα είναι ισχυρά στο δημόσιο τομέα και βλέπουν τις εκεί θέσεις εργασίας περισσότερο ως αξίωμα παρά ως υποχρέωση για παραγωγική εργασία στην υπηρεσία του έθνους.

Πιο αποπνικτικό απ’ όλα οι Έλληνες θεωρούν το βάρος της φορολογίας που αυξήθηκε σε δέκα χρόνια κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, κυρίως επιβαρύνοντας τους πολίτες με μεσαίο και υψηλό εισόδημα. Το ότι ο ΦΠΑ σε ποσοστό 24% δεν οδήγησε σε περισσότερη φοροδιαφυγή, δεν οφείλεται στην κυβέρνηση Τσίπρα, αλλά στους περιορισμούς διακίνησης κεφαλαίου των χρόνων της κρίσης, λόγω των οποίων οι Έλληνες πλήρωναν μικρά ποσά με πιστωτικές κάρτες ακόμα και σε μπαρ και εστιατόρια. Ο φόρος ακινήτων δεν μπόρεσε επίσης να αποσυρθεί, επειδή συνδέεται με τους λογαριασμούς ρεύματος. Η κυβέρνηση που παζάρεψε αρχικά με τους δανειστές για κάθε εκατομμύριο ευρώ σε δημοσιονομικές διορθώσεις, καταβάλει τώρα κάθε προσπάθεια για να ξεπεράσει όσο το δυνατό περισσότερο τις οδηγίες των δανειστών. Επειδή με αυτόν τον τρόπο θα λάβει άφθονους πόρους για την ένδειξη εύνοιας προς τους ψηφοφόρους της. Μειώσεις φόρων από τα πλεονάσματα χορηγούνται βέβαια μόνο συμβολικά, από το μισητό φόρο ακινήτων. Κατά τα λοιπα διανεμήθηκαν ποσά δισεκατομμυρίων σε «κοινωνικά μερίσματα» προς φτωχούς συνταξιούχους και οικογένειες. Επιπλέον, υπάρχουν εκατομμύρια ευρώ σε επιδοτήσεις καυσίμων για τα απομακρυσμένα νησιά ή για τους βοσκούς στα βουνά. Αυτό συγκεντρώνεται σε ποσά που ο Τσίπρας θα μπορούσε να δαπανήσει για συνεχείς βελτιώσεις του κοινωνικού συστήματος. Ωστόσο, ο ίδιος προσδοκά έτσι περισσότερες ψήφους για να αναζητήσει κάθε φορά βραχυπρόθεσμα έναν νέο κύκλο ευνοημένων.

Η Ελλάδα χρειαζόταν κυρίως περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις για περισσότερη ανάπτυξη. Παρόλα αυτά οι επιχειρηματίες αποθαρρύνονται και περιμένουν τις φετινές βουλευτικές εκλογές. Μετά από χρόνια χωρίς επενδύσεις οι ελληνικές επιχειρήσεις και βιομηχανίες απειλούνται με παλαίωση, έτσι δεν υφίστανται και νέες θέσεις εργασίας. Η Ελλάδα χρειάστηκε δύο εκατομμύρια νέες θέσεις, προκειμένου να επιτύχει τη σχέση πληθυσμού και απασχολουμένων της Γερμανίας. Επειδή αυτός ο στόχος φαίνεται ανέφικτος από το 2010 περίπου 360.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τη χώρα, μεταξύ αυτών και πολλοί νεαρής ηλικίας με πολλά προσόντα. Αυτή η μετανάστευση μειώνει τις πιθανότητες ανάπτυξης ολόκληρης της χώρας.

Αποτελεί επίσης μια ένδειξη ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα που εμφανίστηκε με πολλές υποσχέσεις δεν τρέφει πλέον καμία ελπίδα στην Ελλάδα.

Πηγη: DW

SHARE