Ο παπάς, η αλεπού κι ο γάιδαρος

 

Η δημοσιογράφος της ΕΡΤ Κατερίνα Ακριβοπούλου, στο πλαίσιο της άκρατης προπαγάνδας υπέρ της κυβέρνησης, με παράλληλο το “θάψιμο” της κάθε αντιπολίτευσης, παρουσίασε προχθές ένα βίντεο με  εικόνες από το πρόσφατο παρελθόν της οικονομικής κρίσης.

  Εμφανίζεται η Ελλάδα προ ΣΥΡΙΖΑ (εννοείται) σαν μια χώρα όπου η Χρυσή Αυγή αλωνίζει, όπου υπάρχουν μόνο συσσίτια για τους ανθρώπους που υποφέρουν από πείνα, όπου οι αυτοκτονίες των απελπισμένων διαδέχονται η μία την άλλη και όπου εμφανίζονται οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας να προκαλούν, με δηλώσεις τους!

Τις εικόνες συνοδεύει τραγούδι που έχει γράψει ο Σταμάτης Κραουνάκης και ερμηνεύει η Άννα Παναγιωτοπούλου, με τίτλο «Ο Έλληνας», όπου οι στόχοι «σκορδοκαΐλα» μας και «σκασίλα μας» καθώς και το «τιμή μας και καμάρι μας» συνοδεύουν τις εικόνες των πολιτικών για το δράμα που βίωνε ο ελληνικός λαός.

Στο βίντεο, εμφανίζεται και ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης με υπότιτλο ειρωνικό, ότι ήταν μικρό παιδί και ταυτόχρονα πολιτικός εξόριστος.

Στο τέλος,  εικόνες του δικτάτορα Παπαδόπουλου, ο οποίος εμφανίζεται και τον χειροκροτά ο κόσμος. Ακολουθούν εικόνες από διαδηλώσεις τις οποίες διαλύει η αστυνομία, καθώς και εικόνες του Μ.Βέμπερ με τον ειρωνικό στίχο περί φιλελλήνων να ακούγεται ως μουσική υπόκρουση.

Και το βίντεο καταλήγει με τον στίχο «κοιτάχτε την ξεφτίλα μας, σκορδοκαΐλα μας»! Προφανώς,  απευθύνεται στους Ελληνες ψηφοφόρους που δεν ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θα έδινε τέλος σε όλα τα δεινά που βίωναν οι άνθρωποι.

Στην αρχή και στο τέλος του βίντεο εμφανίζονται και πλάνα από μία ταινία κινουμένων σχεδίων με τίτλο «Ο πεισματάρης γάιδαρος», υπονοώντας ότι ο γάιδαρος που υπομένει τα πάντα θα επαναστατήσει όπως συμβαίνει και στο τέλος της ταινίας, αφού τον απελευθερώνει το αφεντικό του και χορεύουν χαρούμενοι μαζί…

Στην – για γέλια και για κλάματα – αυτή παρουσίαση, έχουμε μία …αφιέρωση: Ένα λαϊκό παραμύθι “Ο παπάς, η αλεπού κι ο γάιδαρος”…

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπάς και μια παπαδιά. Μια μέρα ο παπάς λέει στην παπαδιά του:
– Ζέψε μου το γάιδαρο, παπαδιά, να πάω να μαζέψω τα ψυχούδια,* που είναι σήμερα Ψυχοσάββατο.
– Καλά, παπά μου, του λέει η παπαδιά κι επήε και του ’ζεψε το γάιδαρο. Ο παπάς τον καβαλίκεψε κι έφυγε.

Αφού μάζεψε όλα τα ψυχούδια, εφόρτωσε το γάιδαρό του και ξεκίνησε για το σπίτι του. Στο δρόμο όμως που πήγαινε, βλέπει ξαπλωμένη κάτου μιαν αλουπού. Την εσκούντησε λίγο, μα είδε πως ήταν ψόφια και την άφησε. Εκεί που περπατούσε, απάντησε κι άλλη αλουπού, το ίδιο κι αυτή ψόφια. Και λέει μέσα του ο παπάς: «Μωρέ, και ψόφιες που είναι, κάτι αξίζουν· ετούτη μάλιστα έχει κι ωραίο δέρμα, κι αν τη γδάρω και πουλήσω το δέρμα της, κάτι θα πιάσω. Άσ’ τηνε όμως τώρα, και γυρίζω έπειτα και την παίρνω». Προχωρώντας, απανταίνει κι άλλη αλουπού. «Μωρέ, λέει, θα γυρίσω ναν τις μάσω και τις τρεις.»

Κι απαράτησε το γάιδαρο μοναχόνε. Πάει όμως να πάρει τις αλουπούδες και δεν εβρήκε καμιά· γιατί οι ψόφιες αλουπούδες που απάντησε, ήταν και οι τρεις μια ζωντανή, που όλο έτρεχε μπροστά από τον παπά κι έκανε την ψόφια. Γυρίζει τότες πίσω ο παπάς, κοιτάζει για το γάιδαρό του, μα τίποτα. Είχε γίνει κι εκείνος άφαντος.

Πάει σπίτι του και ρωτάει την παπαδιά.
– Παπαδιά μου, ήρθ’ ο γάιδαρός μας;
– Όχι, του λέει εκείνη.
Την ίδια στιγμή, νά σου και το γαϊδούρι, αλλά χωρίς ψυχούδια. Η αλουπού το ’χε πάρει στη φωλιά της, και μαζί με άλλες αλουπούδες εξεφόρτωσε τα ψυχούδια. Ο παπάς, μόλις είδε το γάιδαρο αδειανό, άρπαξε έναν πορτιέρη* κι άρχισε να τον κοπανάει στα καλά.
– Τι έκαμες, μωρέ τα ψυχούδια;

Ο γάιδαρος τότες του λέει;
– Σαμάρωσέ με, δέσποτα, βάλε μου και καινούργια σκοινιά, και θα δεις που θα σου φέρω τις αλουπούδες που μας πήρανε τα ψυχούδια.
Ευχαριστημένος ο παπάς, τον εσαμάρωσε και τον έστειλε. Ο γάιδαρος πήγε όξου από τη φωλιά των αλεπούδωνε κι έκανε τον ψόφιο. Βγαίνει μια αλουπού, βλέπει έτσι το γάιδαρο, και γυρίζει και το λέει στις άλλες. Τρέχουν όλες τους τότες και δένονται από τα σκοινιά του γαϊδάρου, για να τον τραβήξουνε μέσα στη φωλιά τους. Αλλά την ίδια στιγμή σηκώνεται εκείνος, κι όπως ήτανε δεμένες οι αλουπούδες, αρχίζει να τρέχει, και τις έσυρε ώς το σπίτι του παπά.

Ο παπάς ευχαριστήθηκε πολύ και λέει στην παπαδιά:
– Βλέπεις, παπαδιά μου, ο κακομοίρης ο γαϊδαράκος μας τι καλός που είναι; Τώρα, με τα τομάρια από τις αλεπούδες θα πάρουμε πολλά λεφτά.
Κι εζήσανε καλά κι εμείς εδώ καλύτερα.

* τα ψυχούδια: πρόσφορα.
* ο πορτιέρης: ξύλο της πόρτας

ΥΓ: Ποιος είναι ο παπάς, ποιος ο γάιδαρος και ποιες οι αλεπούδες, στην περίπτωση του βίντεο της ΕΡΤ, το αφήνουμε στην κρίση σας…

SHARE