H δραχμή, οι μύθοι της και οι λύσεις

Μύθος 1ος. Θα βελτιωθεί ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων με την επιστροφή στη δραχμή.
Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν οι ένθερμοι οπαδοί μιας τέτοιας επιλογής. Θα τρέξουμε τριάντα χρόνια πίσω σκιαγραφώντας τη σχέση εξαγωγών και απαξίωσης (υποτιμήσεις – διολισθήσεις) της δραχμής για να αποδείξουμε το μυθικό χαρακτήρα αυτής της θέσης.

Η ισοτιμία δραχμής δολαρίου το 1980 ήταν 1$ προς 42,64 δραχμές, το 1987, 1$ προς 135,18 δραχμές και το 2000 ανερχόταν σε 1$ προς 308,93 δραχμές.

Η δραχμή λοιπόν κατά τη δεκαετία 1980-2000 απαξιώθηκε θεαματικά έναντι του δολαρίου ενώ οι εξαγωγές μας με τα βίας διπλασιάσθηκαν από 5,1 δις $ σε 10,8 δις $. Από την άλλη το εμπορικό μας έλλειμμα άγγιξε τα 18,6 δις το 2000 από τα 5,4 δις & το 1980.

Η κατακόρυφη απαξίωση του ελληνικού νομίσματος δεν κατόρθωσε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, κάτι που διαφαίνεται και από τα ανωτέρω στοιχεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο του 1980-1990, οι δύο υποτιμήσεις της δραχμής και οι διαρκείς διολισθήσεις συνοδεύονταν και από μέτρα προστασίας της ελληνικής οικονομίας, κάτι που εξέλειπαν πλήρως από τον Ιανουάριο του 1993.

Πρώτο συμπέρασμα: Ο ταχύς ρυθμός απαξίωσης της δραχμής έως το 2000, σε συνδυασμό με τα μέτρα προστασίας υπέρ της εγχώριας παραγωγής (έως το 1993) δεν ανέκαμψαν τις ελληνικές εξαγωγές με ρυθμούς ταχύτερους σε σχέση με τους αντίστοιχους των εισαγωγών.

Οπότε, σύμφωνα με το πρόσφατο παρελθόν της χώρας μας, από πού πηγάζει η θέση ότι η επιστροφή στη δραχμή θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας;

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εξαγωγές μας από το 2001 έως το 2008, υπό καθεστώς ‘σκληρού’ ευρώ υπερδιπλασιάστηκαν (από 10,4 δις $ το 2001 σε 25,5 δις $ το 2008).

Βέβαια μετά το 2002 παρατηρείται μια ραγδαία επιδείνωση του εμπορικού ελλείμματος της Ελλάδας, όχι όμως λόγω μείωσης των εξαγωγών (που εξακολούθησαν να αυξάνονται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με το παρελθόν) αλλά λόγω έξαρσης των εισαγωγών. Η αιτία όμως αυτής της εξέλιξης δεν εντοπίζεται μόνο στο ευρώ. Άλλοι παράγοντες (όπως οι Ολυμπιακοί αγώνες, τιμές πετρελαίου, εισροές κεφαλαίων, έξαρση των δημοσίων δαπανών, αλλαγή του καταναλωτικού προτύπου κ.λπ) φέρουν το μεγαλύτερο ίσως μέρος ευθύνης της συγκεκριμένης εξέλιξης.

Μύθος 2ος Δεν πληρώνουμε το χρέος μας ή θα το πληρώσουμε μόνο σε δραχμές.

Το Άρθρο 27 της Σύμβασης της Βιέννης (που την επικυρώσαμε) αναφορικά με το «Δίκαιο των Συνθηκών», τονίζει ότι τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται. Αυτό σημαίνει ότι η χώρας μας δε μπορεί να κάνει χρήση του εσωτερικού της δικαίου για να αρνηθεί να ξεπληρώσει κράτη στο νόμισμα που συμφωνήθηκε. Συμπέρασμα: Ό,τι οφείλουμε στις κυβερνήσεις που μας δάνεισαν κράτη σε ευρώ θα το επιστρέψουμε σε ευρώ.

Ως προς τους υπόλοιπους ιδιώτες πιστωτές μας, το Σύνταγμα μας όπως και κάθε Σύνταγμα πολιτισμένου κράτους, προστατεύει εύλογα τους πιστωτές του. Αυτό φαίνεται κατακάθαρα στο Άρθρο 94. Άρνηση ή αδυναμία πληρωμών οδηγεί, κατά το Σύνταγμα μας, στην εκποίηση της εμπορεύσιμης περιουσίας του Δημοσίου (Αεροδρόμια, λιμάνια κ.λπ), ό,τι δηλαδή προβλέπει το Μνημόνιο!.

Βέβαια, κατά το Σύνταγμα μας πάλι, τους ιδιώτες μπορούμε να τους πληρώσουμε σε εθνικό νόμισμα, οπότε σε δραχμές. Αν ακολουθήσουμε αυτήν την πεπατημένη, τότε όλοι οι ξένοι εισαγωγείς ελληνικών προϊόντων θα ξεπληρώσουν τους δικούς μας εξαγωγείς σε δραχμές. Δεν είμαστε οι μόνοι ξύπνιοι στον πλανήτη!. Να υπενθυμίσουμε ότι εξαγωγές μας είναι πολύ λιγότερες απ’ ότι οι εισαγωγές. Όποτε ας αναλογιστούν οι ένθερμοι οπαδοί τέτοιων εύκολων λύσεων τι θα σημαίνουν όλα τα ανωτέρω για τη χώρα!

Οι λύσεις για να ξεπεράσουμε τον ύφαλο, όπου φράκαρε το πλοίο της ελληνικής οικονομίας είναι τρεις: α) Μια επαναδιαπραγμάτευση όρων της νέας Σύμβασης στο πλαίσιο μιας συνεννόησης με τους εταίρους μας, κάτι εφικτό, β) ενίσχυση όλων των προσπαθειών για αλλαγή πολιτικής της ΕΕ υπέρ αύξησης της ρευστότητας (π.χ. μέσω ευρωομολόγου) και γ) ένα νέο αναπτυξιακό ευρωπαϊκό σχέδιο. Δυστυχώς όμως, η Ελλάδα κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων στις Βρυξέλλες για το «αναπτυξιακό πακέτο» θα είναι απούσα και αυτήν την φορά.

Την πρώτη φορά που απουσίαζε πλήρως ή χώρα, αν και είχε κυβέρνηση (Μητσοτάκη) ήταν το 1992, όπου διαμορφώθηκε η έκθεση (Λευκή Βίβλος) με θέμα «Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα και Απασχόληση».

του Δημήτρη Μάρδα, Αν. καθηγητή του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ

SHARE