Eurobank: Η οικονομία χρειάζεται επενδυτικά προγράμματα υψηλής παραγωγικότητας

euro1-thumb-large

Στην ανάγκη χρηματοδότησης επενδυτικών προγραμμάτων υψηλής παραγωγικότητας αναφέρεται η Eurobank στο τελευταίο τεύχος του “7 ημέρες Οικονομία”.

“Η πιστωτική επέκταση, αποτελεί πολύ σημαντικό προσδιοριστικό παράγοντα για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Τους τρείς τελευταίους μήνες, δηλαδή Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος 2014, το υπόλοιπο του γενικού συνόλου χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας παρουσίασε θετικό πρόσημο σε όρους μηνιαίων μεταβολών”, σημειώνει η τράπεζα και προσθέτει:

“Ωστόσο, η αύξηση του γενικού συνόλου της χρηματοδότησης δεν αρκεί για να εξασφαλιστεί η πορεία προς ένα διατηρήσιμο μονοπάτι οικονομικής μεγέθυνσης. Θεωρούμε πως το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η αποτελεσματική κατανομή των αποταμιευτικών πόρων, ήτοι η χρηματοδότηση επενδυτικών προγραμμάτων υψηλής παραγωγικότητας. Ένας από τους πιο σημαντικούς ρόλους του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι ακριβώς αυτός, δηλαδή η άντληση κεφαλαίων και στη συνέχεια η διοχέτευσή τους προς τις πιο αποτελεσματικές χρήσεις. Το όφελος θα είναι αμοιβαίο για όλους τους φορείς της εγχώριας οικονομίας (νοικοκυριά και επιχειρήσεις)”.

Αναλυτικά, η τράπεζα σημειώνει:

Ο Δεκέμβριος (2014) ήταν ο 3ος συνεχόμενος μήνας κατά τον οποίο η μηνιαία μεταβολή του υπολοίπου του γενικού συνόλου χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας ήταν θετική.

Τους 3 τελευταίους μήνες, δηλαδή Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος 2014, το υπόλοιπο του γενικού συνόλου χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας παρουσίασε θετικό πρόσημο σε όρους μηνιαίων μεταβολών. Πιο συγκεκριμένα, η μηνιαία μεταβολή του Οκτωβρίου ήταν της τάξης των 0,32 δις ευρώ, του Νοεμβρίου ήταν της τάξης των 1,89 δις ευρώ και του Δεκεμβρίου ήταν της τάξης των 2,36 δις ευρώ. Ωστόσο, σε όρους ετήσιας μεταβολής, τον Δεκέμβριο του 2014 το υπόλοιπο του γενικού συνόλου χρηματοδότησης μειώθηκε κατά -1,73% (από 239,33 στα 235,20 δις ευρώ).

Η πιστωτική επέκταση, αποτελεί πολύ σημαντικό προσδιοριστικό παράγοντα για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Η χρηματοδότηση των επενδυτικών προγραμμάτων των επιχειρήσεων αποκλειστικά και μόνο μέσω των ιδίων κεφαλαίων τους δεν είναι εφικτή. Ωστόσο, η αύξηση του γενικού συνόλου της χρηματοδότησης δεν αρκεί για να εξασφαλιστεί η πορεία προς ένα διατηρήσιμο μονοπάτι οικονομικής μεγέθυνσης. Θεωρούμε πως το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η αποτελεσματική κατανομή των αποταμιευτικών πόρων. Δηλαδή, η χρηματοδότηση επενδυτικών προγραμμάτων υψηλής παραγωγικότητας. Ένας από τους πιο σημαντικούς ρόλους του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι ακριβώς αυτός, δηλαδή η άντληση κεφαλαίων και στη συνέχεια η διοχέτευσή τους προς τις πιο αποτελεσματικές χρήσεις. Το όφελος θα είναι αμοιβαίο για όλους τους φορείς της εγχώριας οικονομίας (νοικοκυριά και επιχειρήσεις).

Για τον μήνα Δεκέμβριο (2014) το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε στο 1,15% και το αντίστοιχο των νέων δανείων διαμορφώθηκε στο 5,03%. Το περιθώριο του επιτοκίου ήταν της τάξης του 3,88%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ), για τον μήνα Δεκέμβριο, τόσο το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων όσο και το αντίστοιχο μέγεθος των νέων δανείων σημείωσαν πτώση. Αυτό ισχύει τόσο σε όρους μηνιαίων όσο και σε όρους ετήσιων μεταβολών. Για παράδειγμα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων ήταν της τάξης του 1,15%, ελαφρώς μειωμένο σε σύγκριση με τον Νοέμβριο (1,19%) και χαμηλότερο κατά 0,66 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2013 (1,81%). Στην άλλη πλευρά του ισολογισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων δανείων διαμορφώθηκε στο 5,03%, μειωμένο, κατά 0,10 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Νοέμβριο (5,13%) και κατά 0,09 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2013 (5,12%). Οι συγκεκριμένες μεταβολές διαμόρφωσαν το περιθώριο του επιτοκίου, δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στο μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων δανείων και στο αντίστοιχο των καταθέσεων, στο 3,88%. Σε όρους ετήσιων μεταβολών παρατηρήθηκε αύξηση κατά 0,57 ποσοστιαίες μονάδες και σε όρους μηνιαίων μεταβολών σημειώθηκε μείωση κατά 0,06 ποσοστιαίες μονάδες.

Για τον μήνα Δεκέμβριο (2014) η μηνιαία μεταβολή του συνόλου των καταθέσεων (και ρέπος) στα εγχώρια νομισματικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ήταν της τάξης των -5,45 δις ευρώ.

Η δημοσίευση των στοιχείων μηνός Δεκεμβρίου για το σύνολο των καταθέσεων και ρέπος στα εγχώρια νομισματικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (εκτός της Τραπέζης της Ελλάδος) επιβεβαίωσε την γενική αντίληψη που είχε διαμορφωθεί κατά την διάρκεια του συγκεκριμένου μήνα περί σημαντικής εκροής καταθέσεων. Το συνολικό μέγεθος των καταθέσεων και ρέπος ήταν της τάξης των 207,89 δις ευρώ ενώ το αντίστοιχο μέγεθος του Νοεμβρίου του 2014 είχε διαμορφωθεί στα 213,33 δις ευρώ.

Συνεπώς, η πραγματοποιηθείσα μείωση του συνόλου των καταθέσεων και ρέπος ήταν της τάξης των 5,45 δις ευρώ. Το 33,42% από την προαναφερθείσα μείωση προήλθε από τα νοικοκυριά (-1,82 δις ευρώ). Δηλαδή, για κάθε ένα ευρώ μείωσης των συνολικών καταθέσεων, τα 33 λεπτά, προσεγγιστικά, προέρχονταν από τα νοικοκυριά.

Σχήμα 3: Σύνολο Καταθέσεων και Ρέπος
(μηνιαίες μεταβολές, δις ευρώ)

index
Πηγή: (α) Τράπεζα της Ελλάδος, (β) Eurobank Research.

Στο Σχήμα 3 παρουσιάζουμε τις μηνιαίες μεταβολές σε δις ευρώ του συνόλου των καταθέσεων και ρέπος από τον Δεκέμβριο του 2011 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2014. Ο προσεχτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι μέσα σε αυτό το διάστημα των 37 μηνών, η μηνιαία αρνητική μεταβολή που καταγράφηκε τον Δεκέμβριο του 2014 ήταν, σε απόλυτους όρους, η 4η υψηλότερη. Η μεγαλύτερη εκροή καταθέσεων παρατηρήθηκε τον Ιούνιο του 2012, -8,70 δις ευρώ, ακολουθεί ο Μάιος του ίδιου χρόνου, -7,64 δις ευρώ και ο Απρίλιος του 2013, -5,29 δις ευρώ. Συνεπώς, για το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2011 – Δεκεμβρίου 2014, οι 3 από τις 4 υψηλότερες μηνιαίες αρνητικές μεταβολές του συνόλου των καταθέσεων και ρέπος, πραγματοποιήθηκαν σε μήνες διεξαγωγής εκλογών.

Ο Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών για τη Μεταποίηση (PMI)  στην Ελλάδα υποχώρησε τον Ιανουάριο στα χαμηλότερα επίπεδά του κατά τους τελευταίους 15 μήνες 

Σύμφωνα με τον Δείκτη Υπευθύνων Προμηθειών της Markit για τον τομέα μεταποίησης στην Ελλάδα (Purchasing Managers’ Index – PMI), ο τομέας παραγωγής αγαθών επιδεινώθηκε τον Ιανουάριο του 2015 στις 48,3 μονάδες από 49,4 μονάδες το Δεκέμβριο του 2014, υποχωρώντας στο χαμηλότερο σημείο κατά τους τελευταίους 15 μήνες. Ο κλάδος της μεταποίησης εισήλθε σε θετικό έδαφος (σε επίπεδα υψηλότερα του 50,0)  τον Ιανουάριο του 2014- ύστερα από 4,5 χρόνια συρρίκνωσης, και παρέμεινε πάνω από το όριο των 50 μονάδων μόνο κατά το πρώτο ήμισυ του 2014. Τον Ιανουάριο 2015 ο δείκτης κατέγραψε για έβδομη φορά τιμή κάτω από το σημείο μηδενικής μεταβολής των 50,0 μονάδων στο διάστημα των τελευταίων οκτώ μηνών.

Άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ που εξακολουθούν να υφίστανται συρρίκνωση στον μεταποιητικό τομέα κατά τον πρώτο μήνα του 2015 είναι η Αυστρία (48,5 – χαμηλό 2 μηνών), η Γαλλία (49,2 -χαμηλό 8 μηνών) και η Ιταλία (49,9 – χαμηλό 4 μηνών). Ωστόσο, στο σύνολο της Ευρωζώνης παρατηρήθηκε μια ελαφρά επέκταση του μεταποιητικού κλάδου στις 51,0 μονάδες τον Ιανουάριο από 50,6 το Δεκέμβριο, με την Ιρλανδία (55,1), την Ισπανία (54,7) και την Ολλανδία (54,1) να σημειώνουν τις μεγαλύτερες τιμές στον εν λόγω δείκτη της μεταποίησης.

Παράγοντες που συνέβαλαν στην περαιτέρω πτώση του δείκτη PMI τον Ιανουάριο στην Ελλάδα ήταν η μείωση της παραγωγής του μεταποιητικού τομέα, η οποία ήταν η πρώτη πτώση σε διάστημα τριών μηνών. Επιπλέον, τα επίπεδα εισερχόμενων νέων παραγγελιών του τομέα από την εγχώρια αγορά και από το εξωτερικό μειώθηκαν κατά πέμπτο συνεχόμενο μήνα. Η πτώση των νέων παραγγελιών επιταχύνθηκε σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα κάτι που ενδεχομένως θα μπορούσε να αποδοθεί και στην πολιτική αβεβαιότητα που επικράτησε κατά την προεκλογική περίοδο. Εξάλλου, οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων δύο μηνών οδήγησαν και σε σημαντική πτώση του δείκτη εμπιστοσύνης στην ελληνική βιομηχανία που καταρτίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπρόσθετα, οι νέες παραγγελίες εξαγωγών υποχώρησαν περαιτέρω, υποδεικνύοντας εξασθένηση της ζήτησης για ελληνικά προϊόντα τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και το εξωτερικό.

Η πτώση των νέων παραγγελιών οδήγησε τους κατασκευαστές να περιορίσουν τις αγορές πρώτων υλών και ημικατεργασμένων προϊόντων. Ταυτόχρονα, τα αποθέματα αγορών υποχώρησαν με το μεγαλύτερο ρυθμό που έχει παρατηρηθεί από τον περασμένο Μάρτιο, καθώς οι συνολικές αγορές μειώθηκαν με επιταχυνόμενο ρυθμό.

Όσον αφορά την αγορά εργασίας, η υποχώρηση της παραγωγής στο μεταποιητικό τομέα δεν είχε τον αναμενόμενο αντίκτυπο σε ζητήματα πρόσληψης προσωπικού. Τα στοιχεία Ιανουαρίου υπέδειξαν ελαφρά αύξηση της απασχόλησης στον τομέα της μεταποίησης για δεύτερο συνεχή μήνα. Ωστόσο, ο ρυθμός δημιουργίας θέσεων εργασίας επιβραδύνθηκε σε σχέση με το Δεκέμβριο 2014.

Τα στοιχεία της έρευνας Ιανουαρίου κατέδειξαν και πτώση των τιμών πώλησης από την πλευρά των κατασκευαστών, εξαιτίας της έλλειψης ζήτησης αλλά και της μείωσης του κόστους των εισροών, οι οποίες μειώθηκαν για πρώτη φορά μέσα στους τελευταίους τέσσερις μήνες.

Συρρίκνωση του όγκου των λιανικών πωλήσεων σημειώθηκε το Νοέμβριο του 2014, μετά από πέντε συνεχόμενους μήνες ανοδικής πορείας

Σύμφωνα με την πρόσφατη ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ,   ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών στο Λιανικό Εμπόριο (σε τρέχουσες τιμές) μειώθηκε κατά 1,6% το μήνα Νοέμβριο 2014, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Νοεμβρίου 2013. Η μείωση αυτή προήλθε από την πτώση στις κατηγορίες των Καυσίμων (-5,0% ετησίως) των Διαρκών Αγαθών (Έπιπλα, Ηλεκτρικά Είδη, Οικιακός Εξοπλισμός, -5,0% ετησίως) και των Φαρμακευτικών – Καλλυντικών (-1,1% ετησίως), η οποία υπερίσχυσε έναντι της ανόδου που σημείωσαν δυο κατηγορίες, τα Χαρτικά Είδη (+2,4% ετησίως) και τα Καταστήματα Τροφίμων (+2,2% ετησίως). Όσον αφορά την κατηγορία των Καυσίμων, η πτώση κατά 5% ετησίως κατά το μήνα Νοέμβριο 2014 οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πτώση της τιμής του πετρελαίου. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως η τιμή του πετρελαίου Brent μειώθηκε κατά 36% το Νοέμβριο του 2014 σε σχέση με το Νοέμβριο του 2013.

Όσον αφορά τον κύκλο εργασιών σε σταθερές τιμές τον Νοέμβριο του 2014, ο Δείκτης Όγκου στο Λιανικό Εμπόριο μειώθηκε κατά 1,5% σε σχέση με το Νοέμβριο του 2013 (Σχήμα 6). Η μείωση στις κατηγορίες των Καυσίμων (-1,2%) και των Διαρκών Αγαθών (-1,7%) υπερίσχυσαν έναντι της αύξησης στα Χαρτικά Είδη (+5,5%), στα Καταστήματα Τροφίμων (+2,5%) και στα Φαρμακευτικά – Καλλυντικά (+0,5%). Θυμίζουμε ότι η πτώση αυτή στο λιανικό εμπόριο αποτελεί την πτώση μείωση έπειτα από 5 μήνες ανοδικής πορείας. Συγκεκριμένα, ο όγκος των λιανικών πωλήσεων βρισκόταν σε θετικό έδαφος από τον Ιούνιο του 2014, με ένα μέσο όρο αύξησης 1,7% ετησίως κατά την περίοδο Ιουνίου-Οκτωβρίου 2014.

Αξίζει, ωστόσο, να αναφερθεί ότι παρόλο που το Νοέμβριο 2014 οι λιανικές πωλήσεις μειώθηκαν, ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών στο Λιανικό Εμπόριο αυξήθηκε σωρευτικά κατά 2,7% κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2014, σε σχέση με μια αύξηση 1,4% για το αντίστοιχο διάστημα Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2013. Παρομοίως, ο Δείκτης Όγκου στο Λιανικό Εμπόριο αυξήθηκε σωρευτικά κατά 5,0% κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2014, σε σχέση με μια αύξηση 2,1% για το αντίστοιχο διάστημα Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2013. Συνεπώς, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία κατά το 2014 είχαμε μια επιτάχυνση της ανοδικής πορείας του λιανικού εμπορίου σε σχέση με το προηγούμενο έτος, γεγονός που αποτελεί άλλη μια ένδειξη ότι το έτος 2014 σηματοδοτεί τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας.

Πτωτικά κινήθηκαν οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία το Δεκέμβριο του 2014.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat  κατά το μήνα Δεκέμβριο στην Ελλάδα σημειώθηκε μείωση -3,3%  στις βιομηχανικές τιμές του παραγωγού, ενώ η μείωση στις αντίστοιχες τιμές για ολόκληρο το έτος 2014 ανέρχεται στο -5,3%.

Πιο συγκεκριμένα, συγκρίνοντας τις βιομηχανικές τιμές παραγωγού στην Ε.Ε κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2014 σε σχέση με αυτές του Νοεμβρίου 2014 σημειώνεται πτώση κατά -1,0%. Οι αντίστοιχες τιμές τον Νοέμβριο σε σχέση με τον Οκτώβριο του 2014 μειώθηκαν κατά 0,4% στην ΕΕ. Στα κεφαλαιουχικά και διαρκή καταναλωτικά αγαθά καταγράφηκε αύξηση κατά 0,1%. Ωστόσο, παρατηρούμε ότι σε μηνιαία βάση οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφονται στην Ελλάδα (-3,3%), στην Ολλανδία (-3,2) και στο Βέλγιο (-2,7%). Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν  στην Εσθονία  και στη Σουηδία κατά 0,3%, αλλά και στη Κύπρο (0,1%).

Επιπλέον, συγκρίνοντας σε ετησιοποιημένη βάση το Δεκέμβριο του 2014 με τον αντίστοιχο μήνα του 2013 διαπιστώνουμε μείωση κατά -3,1% στην ΕΕ. Οι τιμές αυξήθηκαν κατά 0,7% για τα κεφαλαιουχικά αγαθά και κατά 1,0% για τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά. Σε ετήσια βάση (y-o-y), αναφορικά με τις  τιμές παραγωγού στη βιομηχανία, πτωτική ήταν η πορεία τους σε όλα τα κράτη μέλη, εκτός από την Λετονία (0,5%), με τις μεγαλύτερες μειώσεις να παρατηρούνται στη Λιθουανία (-8,3%), την Ολλανδία (-7.8%), το Βέλγιο (-6,8%), το Ηνωμένο Βασίλειο (-6,0%), αλλά και την Δανία (-5,4%).

Η μείωση τόσο σε μηνιαία, όσο και σε ετήσια βάση διαμορφώθηκε από την φθίνουσα πορεία των τιμών στο τομέα της ενέργειας, των ενδιάμεσων αγαθών και των αναλώσιμων καταναλωτικών αγαθών.

SHARE