Eurobank: Δεν βλέπει κίνδυνο από τον αποπληθωρισμό για την ελληνική οικονομία

Η ελληνική οικονομία δεν φαίνεται να κινδυνεύει να εισέλθει σε αποπληθωριστικό σπιράλ, αναφέρει η Eurobank Research στην περιοδική έκδοση Economy and Markets, σημειώνοντας ωστόσο ότι επιβάλλεται επαγρύπνηση.

Πρόκειται για το τρίτο τεύχος του ένατου τόμου της περιοδικής έκδοσης στο οποίο φιλοξενείται άρθρο του Δρα Τάσου Αναστασάτου, Ανώτερου Οικονομολόγου της τράπεζας και του Δρα Θεόδωρου Σταματίου, Ερευνητή Οικονομολόγου, με τίτλο: «Είναι ο Αποπληθωρισμός Κίνδυνος για την Ελλάδα;».

Αυτή η μελέτη αναλύει τις αιτίες και τις επιδράσεις του αποπληθωρισμού και, σε συνάρτηση με αυτές, τις επιλογές πολιτικής για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Το κεντρικό ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσον ο αποπληθωρισμός μπορεί να διαρκέσει επί μακρόν και να σύρει την οικονομία σε ένα σπιράλ αλληλοτροφοδοτούμενων μειώσεων τιμών αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας, απομείωσης της αξίας των χρεογράφων, χρεοκοπιών, ανεργίας και μείωσης του ΑΕΠ. Η μελέτη καταλήγει ότι μέχρις στιγμής δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, στο βαθμό που η συνέχιση του φαινομένου εντός του 2014 συνδέεται με τη βελτίωση της λειτουργίας των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών και όχι πλέον με τη συρρίκνωση της ζήτησης, η επίδραση θα είναι θετική. Θα ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τον μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι να μην επεκταθεί ο αποπληθωρισμός πέραν του 2014 και να μην εγκατασταθούν μακροχρόνιες αποπληθωριστικές προσδοκίες. Πιθανή παράταση του αποπληθωρισμού θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην εξέλιξη του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ. Παρότι μέχρις στιγμής δεν στοιχειοθετείται κάτι τέτοιο, τα στοιχεία δεν επιτρέπουν ακόμα την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων. Επομένως οι αρχές άσκησης οικονομικής πολιτικής πρέπει να επαγρυπνούν. Σε περίπτωση κατά την οποία οι τάσεις αποπληθωρισμού και οι αποπληθωριστικές προσδοκίες ενταθούν, το αποτελεσματικότερο εργαλείο πολιτικής θα ήταν η νομισματική επέκταση από την ΕΚΤ, όχι με περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων, για τα οποία μικρό περιθώριο δράσης υφίσταται, αλλά με ευθεία ποσοτική επέκταση της προσφοράς χρήματος.

Η μελέτη επισκοπεί τις θεωρητικές εξηγήσεις οι οποίες προσφέρονται από τη διεθνή βιβλιογραφία. Προκύπτει ότι οι επιδράσεις του αποπληθωρισμού εξαρτώνται από τις γενεσιουργούς αιτίες του φαινομένου. Στην περίπτωση κατά την οποίαν η αρχική αιτία είναι μία αρνητική διαταραχή της συνολικής ζητήσεως στην οικονομία, κι εφόσον εγκαθίστανται προσδοκίες διατήρησης του φαινομένου, η οικονομία διατρέχει τον κίνδυνο εισόδου στο αποπληθωριστικό σπιράλ το οποίο περιγράφηκε παραπάνω. Σε αυτή την περίπτωση, οι αρχές πρέπει να παρέμβουν με ενεργές πολιτικές τόνωσης της οικονομίας με νομισματικά και δημοσιονομικά μέσα. Ωστόσο, εάν η γενεσιουργός αιτία είναι μία θετική διαταραχή από την πλευρά της προσφοράς, για παράδειγμα μία αύξηση της παραγωγικότητας λόγω εισαγωγής νέων τεχνολογιών ή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες επιδρούν πτωτικά στο επίπεδο των τιμών, ο αποπληθωρισμός μπορεί να συμβαδίζει με ενίσχυση του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας και του ρυθμού ανάπτυξης.

Τάσεις επιβράδυνσης του πληθωρισμού παρουσιάζονται σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Ωστόσο, η ΕΚΤ δεν πιστεύει ότι επί του παρόντος υπάρχει γενικευμένος αποπληθωρισμός και άρα δεν δικαιολογείται η χρήση αντισυμβατικών μέσων πολιτικής (ποσοτική επέκταση). Η μελέτη εξηγεί ότι ακόμα κι αν αυτό ισχύει, ο αποπληθωρισμός είναι καλύτερα να προλαμβάνεται διότι, αν εγκατασταθεί, θα είναι πολύ δυσκολότερο και πιο δαπανηρό να αντιστραφεί. Επιπλέον, ακόμα και η επιβράδυνση του πληθωρισμού επιβαρύνει τη διατηρησιμότητα του δημόσιου χρέους των χωρών της Ευρωζώνης και δυσκολεύει τις προσπάθειες των χωρών της Περιφέρειας να ανακτήσουν την απώλεια ανταγωνιστικότητας έναντι των χωρών του Πυρήνα.

Στην Ελλάδα, η φύση των αποπληθωριστικών πιέσεων καθιστά το φαινόμενο ποιοτικά διαφορετικό από τις τάσεις επιβράδυνσης του πληθωρισμού οι οποίες παρουσιάζονται σε πολλές άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Ο μέχρι τούδε αποπληθωρισμός οφείλεται στη συμπίεση της ζήτησης λόγω της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της εσωτερικής υποτίμησης. Πιθανή παράταση του αποπληθωρισμού εντός του 2014, παρά τη διαφαινόμενη σταθεροποίηση της οικονομίας, θα συσχετίζεται με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Εφόσον αυτό δεν διαρκέσει επί μακρόν, θα έχει θετικές επιπτώσεις. Συγκεκριμένα θα υποβοηθήσει την πλήρη ανάκτηση των απωλειών ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, θα ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων, που αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την αποκατάσταση της πληγείσας κοινωνικής συνοχής.

Η μελέτη εξετάζει μία σειρά πρόδρομων δεικτών για τον κίνδυνο αποπληθωρισμού, περιλαμβανομένων του παραγωγικού κενού της οικονομίας, της νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης, του ποσοστού ανεργίας, των χρηματιστηριακών δεικτών, των τιμών των ακινήτων κτλ. Επίσης εξετάζεται η εξέλιξη των πληθωριστικών προσδοκιών. Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι, παρότι το σύνολο των πρόδρομων δεικτών βρίσκεται ακόμα σε έδαφος συμβατό με την προϊούσα ύφεση, τους τελευταίους μήνες έχουν παρουσιαστεί τάσεις αποκλιμάκωσης σε πολλούς δείκτες. Επομένως, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η οικονομία κινδυνεύει να εισέλθει σε αποπληθωριστικό σπιράλ. Ωστόσο, δεδομένου ότι αρκετές παράμετροι είναι ευμετάβλητες, επιβάλλεται επαγρύπνηση.

Η μελέτη εκτελεί και ελέγχους ευαισθησίας στο λόγο του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ από μία πιθανή επέκταση του αποπληθωρισμού πέραν των ρυθμών οι οποίοι προβλέπονται στο Πρόγραμμα Προσαρμογής. Σε ένα ακραίο σενάριο, ο αποπληθωρισμός επεκτείνεται και στα επόμενα 4 έτη μέχρις ότου η ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές έναντι των εταίρων της χώρας στην Ευρωζώνη  βελτιωθεί σωρευτικά κατά 13,9% ακόμη. Σε αυτό το σενάριο, θα απαιτηθεί περαιτέρω απομείωση του χρέους κατά €5,7δις, επιπλέον της απομείωσης η οποία επετεύχθη με το PSI και  επιπλέον αυτής που εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί με τα νέα μέτρα τα οποία θα συμφωνηθούν μέχρι το φθινόπωρο του 2014. Εναλλακτικά, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα επέστρεφε στο μονοπάτι μείωσης το οποίο προβλέπεται από το Πρόγραμμα Προσαρμογής με μία περαιτέρω μείωση των επιτοκίων στο δημόσιο χρέος κατά 0,95 ποσοστιαίες μονάδες επί μία πενταετία.

Shortlink:

X Αν θέλετε κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook