Εθνική Τράπεζα: Η ανάκαμψη είναι πλέον ορατή – Αναμένονται θετικές εκπλήξεις στο 2ο εξάμηνο

Η αυξημένη εμπιστοσύνη και οι ευνοϊκές νομισματικές συνθήκες στηρίζουν την ανάκαμψη, πολλών ταχυτήτων και καθιστούν ελκυστικότερα τα ελληνικά χρεόγραφα, αναφέρει το δελτίο της Εθνικής Τράπεζας για τις μακροοικονομικές τάσεις και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Όπως σημειώνει πάντως η τράπεζα, αν και υπάρχει διάθεση για ενίσχυση της κατανάλωσης και των επενδύσεων, ωστόσο η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει μεγάληετερογένεια τόσο σε επίπεδο επιχειρήσεων όσο και νοικοκυριών

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της τράπεζας, η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να επιταχυνθεί στο υπόλοιπο του έτους, μετά από επιβράδυνση στα τέλη του 2018 και τις αρχές του 2019, με τους βασικούς δείκτες συγκυρίας να αποτυπώνουν διάθεση για ενίσχυση της κατανάλωσης αλλά και των επενδύσεων.

Η ανάκαμψη στην αγορά ακινήτων ανεβάζει ταχύτητα, με τις τιμές κατοικιών να αυξάνονται κατά 4,0%, ετησίως, το 1ο τρίμηνο του 2019 (5,8% στην Αθήνα) στηριζόμενες από: α) τη ζήτηση από το εξωτερικό (εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων €1,4 δισ. το 2018 με τάση περαιτέρω επιτάχυνσης το 2019), β) τη χρήση για βραχυπρόθεσμη ενοικίαση και γ) τις αυξανόμενες αγορές ημεδαπών με αυτοχρηματοδότηση.

Τα ελληνικά χρεόγραφα – μετοχές και ομόλογα – πρωταγωνίστησαν σε κέρδη, πανευρωπαϊκά, το 1ο εξάμηνο του 2019, παρά τη διόρθωση των τελευταίων ημερών, αντανακλώντας μια ελκυστική σχέση απόδοσης-κινδύνου της χώρας, σε ένα περιβάλλον χαμηλών ή/και αρνητικών αποδόσεων διεθνώς.

Ωστόσο, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει μεγάλη ετερογένεια τόσο σε επίπεδο επιχειρήσεων όσο και νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, το χάσμα αποδόσεων μεταξύ ανταγωνιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που προσπαθούν να επανέλθουν σε βιώσιμη πορεία παραμένει μεγάλο. Αντίστοιχος δυϊσμός παρατηρείται και στην κατανάλωση, με τις λιανικές πωλήσεις βασικών αγαθών να εμφανίζουν κάμψη 2,0% ετησίως στο 4μηνο του 2019, ενώ οι πωλήσεις διαρκών καταναλωτικών αγαθών και αυτοκινήτων αυξάνουν με υγιή ρυθμό την ίδια περίοδο (3,0% περίπου, κατά μέσο όρο).

Η αυξημένη εξωστρέφεια καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο ευάλωτη στην επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, γεγονός που αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, και στη στασιμότητα των διεθνών τουριστικών αφίξεων στο 4μηνο του 2019. Οι τουριστικές εισπράξεις, μετά από ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα το 1ο τρίμηνο του 2019 – αύξηση 37,7% ετησίως – επιβραδυνθήκαν στο 6,7% ετησίως τον Απρίλιο (23,3% ετησίως το 4μηνο), με κόπωση της γερμανικής αγοράς. Το βασικό σενάριο της Δ/νσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ προβλέπει μηδενική αύξηση στα τουριστικά έσοδα το 2019.

H επίτευξη των ετήσιων δημοσιονομικών στόχων για το 2019, σύμφωνα με τον ορισμό του πλαισίου ενισχυμένης εποπτείας, περιβάλλεται από κάποιο βαθμό αβεβαιότητας, λόγω δυσκολίας προσδιορισμού της τελικής καθαρής επίδρασης των επεκτατικών μέτρων που άρχισαν να εφαρμόζονται το 1ο εξάμηνο του 2019. Η πορεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, σε ταμειακή βάση, στο 5μηνο είναι συμβατή με τον αντίστοιχο στόχο, εξαιρώντας τα έκτακτα έσοδα.

Θετικές εκπλήξεις στο 2ο εξάμηνο του 2019, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν την ετήσια αύξηση ΑΕΠ άνω του 1,8% ετησίως το 2019, θα μπορούσαν να προέλθουν από επιπλέον ενίσχυση της εμπιστοσύνης (ειδικά στον εταιρικό τομέα), θετικό πρόσημο στα τουριστικά έσοδα (αύξηση μεγαλύτερη του 2,0% ετησίως) και ήπια βελτίωση των τάσεων στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Πρόκληση η διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης στο 2,0% ετησίως, ή υψηλότερων, τα επόμενα χρόνια, η οποία προϋποθέτει: α) υγιή αύξηση των επενδυτικών δαπανών και του παραγωγικού δυναμικού, ιδίως σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, β) ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας και γ) ενίσχυση του ποσοστού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που συμμετέχουν ενεργά στην οικονομική ανάκαμψη. Συνεπώς, επαφίεται στη νεοεκλεγμένη κυβέρνηση να αποδείξει τη βούλησή της να ανταποκριθεί στις προαναφερόμενες προκλήσεις, επιβεβαιώνοντας τις σχετικές προσδοκίες της αγοράς.

Συνεπής στήριξη από την κατανάλωση με αποκλίνουσες, ωστόσο, τάσεις μεταξύ καταναλωτών με διαφορετικό επίπεδο εισοδήματος

Η θετική τάση στην οικονομική δραστηριότητα διατηρείται αλλά έχει επιβραδυνθεί, με το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να μειώνεται στο 1,3% ετησίως το 1ο τρίμηνο του 2019 από 1,5% το 4ο τρίμηνο του 2018 και 1,9%, κατά μέσο όρο, στο σύνολο του 2018, με τους διαθέσιμους δείκτες οικονομικής δραστηριότητας και τάσεων ανά τομέα της οικονομίας να συνηγορούν σε μια ήπια επιτάχυνση του ΑΕΠ στο 2ο τρίμηνο του 2019.

Η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει σε ανοδική τροχιά (αύξηση κατά 0,8% ετησίως το 1ο τρίμηνο του 2019 έναντι 1,0% στο σύνολο του 2018), βασιζόμενη στη συνεχή αύξηση της απασχόλησης (2,2% ετησίως το 1ο τρίμηνο και εκτιμώμενη στο 1,6% ετησίως, στο σύνολο του 2019), με την ωριαία αμοιβή της απασχόλησης να αυξάνει κατά 1,8% ετησίως το 1ο τρίμηνο του 2019, ενσωματώνοντας, εν μέρει, και την αύξηση του βασικού μισθού κατά 11% από το Φεβρουάριο του 2019. Η δυναμική της κατανάλωσης αναμένεται να ενισχυθεί κατά τη διάρκεια του έτους (μέση ετήσια αύξηση 1,5% το 2019), λόγω αυξημένης εμπιστοσύνης, εφαρμογής επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων (της τάξης του 1,0% του ΑΕΠ περίπου) και αυξημένου διαθεσίμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Είναι αξιοσημείωτο ότι βασικοί υποδείκτες που απαρτίζουν το δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης και αφορούν την πρόθεση υλοποίησης σημαντικών αγορών άμεσα, καθώς και την εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης σε ορίζοντα 12μήνου, ανήλθαν το 2ο τρίμηνο του 2019 σε προ-κρίσης επίπεδα.

Η αγορά, ωστόσο, συνεχίζει να εμφανίζει σημαντική ετερογένεια, η οποία, εν μέρει, απορρέει από την αποκλίνουσα συμπεριφορά μεταξύ καταναλωτών διαφορετικού επιπέδου εισοδήματος και αποτυπώνεται στη διάρθρωση των λιανικών πωλήσεων στο τετράμηνο του 2019. Συγκεκριμένα, ο συνολικός όγκος των λιανικών πωλήσεων εκτός καυσίμων εμφάνισε κάμψη στο τετράμηνο κατά 1,7% ετησίως (με τις πωλήσεις βασικών αγαθών να μειώνονται κατά 2,0% ετησίως την ίδια περίοδο).

Ωστόσο, οι πωλήσεις διαρκών καταναλωτικών αγαθών αυξήθηκαν κατά 3,0% την ίδια περίοδο και οι πωλήσεις νέων αυτοκινήτων ενισχύθηκαν κατά 4,9% ετησίως το 1ο τρίμηνο του 2019. Ισχυρή ήταν, επίσης, η αύξηση της δαπάνης των Ελλήνων για ταξίδια στο εξωτερικό στο τετράμηνο του 2019 (αύξηση 22,8% ετησίως, με τη συνολική δαπάνη να ανέρχεται σε €0,9 δισ.). Οι εν λόγω αποκλίσεις στην κατανάλωση αναμένεται να αμβλυνθούν από το 2ο τρίμηνο του έτους, συντείνοντας σε μια πιο συντονισμένη αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης.

Σημαντικές οι αποκλίσεις και στον επιχειρηματικό τομέα μεταξύ των ανταγωνιστικών μονάδων και ενός σημαντικού ποσοστού επιχειρήσεων που προσπαθεί να καταστεί βιώσιμο

Το επιχειρηματικό σκηνικό είναι ακόμη πιο σύνθετο. Η θετική τροχιά των περισσότερων δεικτών επιχειρηματικού κλίματος το 1ο εξάμηνο του έτους (όπως οι κλαδικοί δείκτες εμπιστοσύνης της Ευρ. Επιτροπής και ο Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών («PMI») – παρά τη μικρή κάμψη του τελευταίου τον Ιούνιο) επαληθεύει την ανθεκτική εικόνα των πιο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Εντούτοις, άλλοι δείκτες αποτυπώνουν ένα συνεχιζόμενο δυϊσμό στον ελληνικό επιχειρηματικό τομέα.

Πιο αναλυτικά, τόσο η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας στην οικονομία (0,3% ετησίως το 1ο τρίμηνο του 2019 από 1,8% ετησίως, κατά μέσο όρο, το 2018), όσο και η οριακή κάμψη της μεικτής προ φόρων εταιρικής κερδοφορίας την ίδια περίοδο (-0,3% ετησίως το 1ο τρίμηνο του 2019 συγκριτικά με αύξηση 2,2% ετησίως το 2018), σε συνδυασμό με τη σχετική στασιμότητα στο μέσο ποσοστό χρήσης του παραγωγικού δυναμικού στο σύνολο της οικονομίας, καταδεικνύουν ότι ένα σημαντικό τμήμα του επιχειρηματικού τομέα παραμένει προβληματικό. Οι επιδόσεις του εν λόγω τμήματος, που παλεύει για να επανέλθει σε ικανοποιητικό επίπεδο κερδοφορίας, αποτελούν και μία από τις βασικότερες αιτίες της ασταθούς πορείας της επενδυτικής δαπάνης, καθώς στην πραγματικότητα ένα μικρό μόνο ποσοστό του επιχειρηματικού τομέα επενδύει.

Οι εξαγωγικές επιδόσεις πιο κρίσιμες από ποτέ για την πορεία της οικονομίας

Ενδεικτικό της ανταγωνιστικότητας των εξωστρεφών επιχειρήσεων είναι ότι, το 1ο τρίμηνο του 2019, οι εξαγωγές παρέμειναν κοντά στο ιστορικό υψηλό του 4ου τριμήνου του 2018 (34% του ΑΕΠ το 1ο τρίμηνο του 2019 από 28% του ΑΕΠ, κατά μέσο όρο, την προηγούμενη δεκαετία), μετά από σωρευτική αποεπένδυση, η οποία συρρίκνωσε περισσότερο από 17,0% το απόθεμα κεφαλαίου της οικονομίας. Ωστόσο, η ρηχότητα της εγχώριας παραγωγικής βάσης διατηρεί την υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές, με τις τελευταίες να εμφανίζουν μεγάλη θετική ελαστικότητα στην αύξηση της εγχώριας ζήτησης, επιδρώντας αρνητικά στο ρυθμό ανάπτυξης (αφαίρεσαν 3,2 ποσοστιαίες μονάδες από το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ το 1ο τρίμηνο του 2019).

Βέβαια, πρέπει να επισημανθεί ότι η ενισχυμένη εξωστρέφεια συνοδεύεται από αυξανόμενη εξάρτηση από τις διεθνείς οικονομικές διακυμάνσεις (ειδικά στην Ευρωζώνη). Πράγματι, οι διαφαινόμενες τάσεις από τα τέλη του 2018 καταδεικνύουν έναν υψηλότερο, σε σχέση με το παρελθόν, αντίκτυπο στις οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας από την επιβράδυνση στην Ευρωζώνη και ειδικά σε σημαντικές αγορές, όπως η Ιταλία και η Γερμανία, καθώς και σε αγορές εκτός ΕΕ, όπως η Τουρκία.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι τουριστικές εισπράξεις, μετά από ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα το 1ο τρίμηνο του 2019 – αύξηση 37,7% ετησίως, που αντιστοιχεί, ωστόσο, σε ένα μικρό ποσοστό των ετήσιων τουριστικών εσόδων – εμφανίζουν τάσεις επιβράδυνσης, αυξανόμενες κατά 6,7% ετησίως τον Απρίλιο (23,3% ετησίως το τετράμηνο). Αξιοσημείωτη είναι και η κόπωση που εμφανίζει η βασική τουριστική μας αγορά, η Γερμανία, με τις εισπράξεις και τις αφίξεις να εμφανίζονται μειωμένες κατά 13,3% και 15,6% ετησίως, αντίστοιχα, το τετράμηνο του 2019. Σε αυτό το πλαίσιο, το βασικό σενάριο της Δ/νσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ για την ελληνική οικονομία υποθέτει στασιμότητα των τουριστικών εσόδων για το σύνολο του 2019 σε ετήσια βάση.

Ο συνδυασμός των ανωτέρω παραγόντων συμβαδίζει με ένα μέσο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ύψους 1,8% ετησίως στο σύνολο του 2019 – που αντιστοιχεί σε επιτάχυνση στο 2,1% ετησίως το 2ο εξάμηνο του 2019 από 1,5% το 1ο εξάμηνο – με τα περιθώρια θετικών εκπλήξεων στο 2ο εξάμηνο του έτους να σχετίζονται με επιπλέον ενίσχυση της εμπιστοσύνης (ειδικά στον εταιρικό τομέα), θετικό πρόσημο στα τουριστικά έσοδα (αύξηση μεγαλύτερη του 2,0% ετησίως) και ήπια βελτίωση των τάσεων στην ευρωπαϊκή οικονομία. Αντιθέτως, κίνδυνοι θα μπορούσαν να προκύψουν, κυρίως, από την περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών στην ευρωπαϊκή οικονομία ή σε περίπτωση βαθιάς διόρθωσης στις αγορές, με τις πηγές αβεβαιότητας, διεθνώς, να παραμένουν πολυάριθμες.

Η αγορά ακινήτων ανακάμπτει από πολύ χαμηλό σημείο εκκίνησης

Η ελληνική αγορά ακινήτων εισέρχεται στο 2ο χρόνο ανάκαμψης, με την ετήσια αύξηση των τιμών των κατοικιών να επιταχύνεται στο 4,0% το 1ο τρίμηνο του 2019 από 1,6% στο σύνολο του 2018. Βασικές παράμετροι της αύξησης της ζήτησης κατοικιών είναι: α) οι βραχυπρόθεσμες μισθώσεις, β) οι αγορές από αλλοδαπούς και γ) η επανεμφάνιση της εγχώριας ζήτησης από κατοίκους με δυνατότητα αυτοχρηματοδότησης των επενδύσεών τους στην αγορά ακινήτων. Ομοίως, οι τιμές εμπορικών ακινήτων υψηλής ποιότητας αυξήθηκαν με ισχυρό ρυθμό το 2018, με τις τιμές γραφείων και καταστημάτων να αυξάνουν κατά 7,0% και κατά 4,3% ετησίως, αντίστοιχα.

Η επιταχυνόμενη εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων στην αγορά ακινήτων τόσο από ιδιώτες όσο και μέσω θεσμικών τοποθετήσεων – οι οποίες έφθασαν τα €1,4 δισ. το 2018 από €0,4 δισ., κατά μέσο όρο, μεταξύ 2015-2017 – λειτούργησε ως καταλύτης. Επιπροσθέτως, η ετήσια αύξηση της οικιστικής κατασκευαστικής δραστηριότητας κατά 17,3% το 2018 (για πρώτη φορά στη δεκαετία) και κατά 6,4% το 1ο τρίμηνο του 2019, πιστοποιεί την επανάκαμψη της ζήτησης, τουλάχιστον σε συγκεκριμένες περιοχές και κατηγορίες ακινήτων. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση, πρόκειται για μία αγορά πολλών ταχυτήτων, ειδικά στο σκέλος των εμπορικών ακινήτων, στο οποίο μεγάλος αριθμός παλαιών κατασκευών σε μη ελκυστικές περιοχές συνεχίζει να απαξιώνεται.

Τα ελληνικά χρεόγραφα καθίστανται πιο ελκυστικά σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά χαμηλών αποδόσεων διεθνώς

Η σταθερή βελτίωση στη δημοσιονομική θέση της χώρας, η οικονομική ανάκαμψη και η συνδεόμενη μείωση του κινδύνου της χώρας άρχισαν να ενσωματώνονται στις αποτιμήσεις των ελληνικών χρεογράφων, με επιταχυνόμενο ρυθμό, το 1ο εξάμηνο του 2019 και, ειδικότερα, το 2ο τρίμηνο. Η μεταβολή στη ρητορική της ΕΚΤ προς την κατεύθυνση της παράτασης της υποστηρικτικής νομισματικής πολιτικής κατά το 1ο τρίμηνο του 2019, που μετατράπηκε σε προοπτική περαιτέρω χαλάρωσης τον Ιούνιο του 2019, λειτούργησε αποφασιστικά, ώστε να επανεκτιμηθεί σε συγκριτικούς όρους η σχέση απόδοσης-κινδύνου των ελληνικών τίτλων, σε ένα περιβάλλον χαμηλών ή/και αρνητικών αποδόσεων για τα χρεόγραφα των χωρών της Ευρωζώνης.

Η μείωση της απόδοσης του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου κατά 221 μονάδες βάσης (μ.β.) μεταξύ αρχών Ιανουαρίου και αρχών Ιουλίου του 2019 υπερέβη σημαντικά τη συμπίεση των αντίστοιχων αποδόσεων σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, ενώ και το επιτοκιακό περιθώριο του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έναντι του αντίστοιχου γερμανικού συρρικνώθηκε κατά 168 μ.β. στο ίδιο χρονικό διάστημα και κατά 60 μ.β. τον τελευταίο μήνα, διαμορφούμενο στις 255 μ.β. στις 2 Ιουλίου του 2019. Αντιστοίχως, η τιμή του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου αυξήθηκε κατά 20,3% σωρευτικά το 1ο εξάμηνο του 2019 (9,9% το τελευταίο δίμηνο), ενώ ο Γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου ανατιμήθηκε κατά 44,5% την ίδια περίοδο, με τον υποδείκτη των τραπεζών να υπεραποδίδει σε σχέση με το μέσο όρο της αγοράς, αυξανόμενος κατά 87,7% από υπερβολικά χαμηλό επίπεδο στις αρχές του έτους.

Οι ανωτέρω εξελίξεις καθιστούν τα ελληνικά χρεόγραφα, συνολικά, πρωταγωνιστές σε όρους σωρευτικών κερδών από τις αρχές του έτους.

Θετικές ενδείξεις για σταδιακή επανάκαμψη της ρευστότητας και ενίσχυση της ζήτησης για δάνεια από βιώσιμες επιχειρήσεις

Οι τραπεζικές καταθέσεις διατηρούν μία σταθερά ανοδική δυναμική, παρά τις εποχικές διακυμάνσεις, υποστηριζόμενες από την οικονομική ανάκαμψη και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης. Η σωρευτική αύξηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, που έχει ανέλθει σε 18,0% (ήτοι €21,4 δισ. περισσότερες καταθέσεις) από το χαμηλό του Ιουλίου του 2015 έως το Μάιο του 2019, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη πρόσβαση των τραπεζών στη διατραπεζική αγορά και τη συνεχιζόμενη απομόχλευση, συνέτειναν στην επαναφορά της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών από το Ευρωσύστημα σε προ-κρίσης επίπεδα, καθώς και στο μηδενισμό της εξάρτησής τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ενίσχυσης («ELA»).

Είναι ενθαρρυντικό ότι οι τραπεζικές πιστώσεις εμφανίζουν τάση σταθεροποίησης, με κυρίαρχη την ανάκαμψη στη χορήγηση δανείων προς τις επιχειρήσεις, καθώς βρίσκεται σε σταθερά θετικό έδαφος κατά τη διάρκεια του 2019, καταγράφοντας, μάλιστα, υψηλό 9ετίας (2,7% ετησίως) το Μάιο. Αναμφισβήτητα, η ζήτηση για πιστώσεις και οι αντίστοιχες χορηγήσεις επικεντρώνονται σε μεμονωμένους κλάδους (όπως τουρισμός, μεταφορές και διαχείριση ακίνητης περιουσίας), με τα νοικοκυριά να παραμένουν ακόμη διστακτικά ως προς την αύξηση του δανεισμού τους (ετήσια μείωση στις συνολικές πιστώσεις προς τα νοικοκυριά κατά 2,5%) το Μάιο και τα στεγαστικά δάνεια να συρρικνώνονται κατά 3,1% ετησίως την ίδια περίοδο.

Συνολικά, η ελληνική οικονομία εμφανίζει μια αξιόπιστη πορεία βελτίωσης, η οποία το τελευταίο διάστημα στηρίζεται και από προσδοκίες για θετική επίδραση των εκλογών και αποτυπώνεται, επίσης, στις αποτιμήσεις των ελληνικών χρεογράφων. Ωστόσο, η διατήρηση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης κοντά στο 2,0% ετησίως προϋποθέτει μια περισσότερο ισορροπημένη συμμετοχή ενός αυξανόμενου αριθμού οικονομικών μονάδων (επιχειρήσεων και νοικοκυριών) στην αναπτυξιακή διαδικασία, η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται από την υγιή αύξηση των επενδυτικών δαπανών, ώστε να ενισχύεται το παραγωγικό δυναμικό, ιδίως σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας (όπως επενδύσεις σε ποιοτικό πάγιο, άυλο και ανθρώπινο κεφάλαιο), καθώς και να προάγεται η ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας και μια ανάλογη αύξηση των αμοιβών. Τα παραπάνω συνιστούν και τη βασική πρόκληση για την οικονομική πολιτική τα επόμενα χρόνια.

SHARE