DBRS: Οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα αποφέρουν καρπούς

Ενθαρρυντικές είναι οι ενδείξεις από τη μακρά και δύσκολη διαδικασία οικονομικής και χρηματοπιστωτικής προσαρμογής της Ελλάδας, αναφέρει σε σχόλιό του ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS.

“Καθώς το τρίτο πρόγραμμα χρηματοδοτικής βοήθειας κοντεύει στο τέλος του και η Ελλάδα ετοιμάζεται για την πρόσβασή της στην αγορά, οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν αποφέρουν καρπούς και περαιτέρω μεταρρυθμίσεις αναμένονται”, σημειώνει ο οίκος, προσθέτοντας: “Ωστόσο, το πολύ μεγάλο χρέος παραμένει αρνητικό για το αξιόχρεο και ο DBRS θα δει θετικά τους μηχανισμούς βιωσιμότητας τους χρέους που ετοιμάζονται για να στηρίξουν τη μελλοντική πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές”.

Ο οίκος σημειώνει ότι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι πιθανόν να έχουν συμβάλει στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια. Ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν θετικός 1,4% το 2017 από αρνητικός 9% το 2011, αναφέρει, ενώ προσθέτει ότι η συνεχιζόμενη βελτίωση στην αγορά εργασίας αντανακλάται στη μείωση του ποσοστού ανεργίας, το οποίο υποχώρησε στο 20,8% του εργατικού δυναμικού στο τέλος του Δεκεμβρίου 2017 από 27,5% το 2013.

Σημαντικό είναι ότι η Ελλάδα έκανε σημαντική πρόοδο στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις από το 2010, σημειώνει ο οίκος, προσθέτοντας ότι, σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ “Going for Growth” κατατάσσεται πρώτη όσον αφορά τη συνολική ανταπόκριση στις συστάσεις του ΟΟΣΑ από το 2011 έως το 2014.
Συνεχίζοντας, σχολιάζει ότι από το 2010, η Ελλάδα έχει υποστεί μια άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή, εξαλείφοντας δραματικά τα δημοσιονομικά της ελλείμματα. Το 2017, η σωρευτική βελτίωση του πρωτογενούς ισοζυγίου υπερέβαινε το 16%, του ΑΕΠ σε κυκλικά προσαρμοσμένους όρους.
Αυτό είναι περισσότερο από το διπλάσιο σε σύγκριση με την προσαρμογή λοιπών χωρών της Ευρωζώνης που έλαβαν βοήθεια από την Ε.Ε..
Για το 2017, το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα αναμένεται να είναι πολύ υψηλότερο από το στόχο του 1,75% του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, το πρωτογενές ισοζύγιο θα μπορούσε να υπερβεί ακόμη και το 3,5% του ΑΕΠ.
Από πλευράς δαπανών, η Ελλάδα κατάφερε να εξορθολογίσει τις συνταξιοδοτικές της δαπάνες με σημαντικές συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις, το 2010 και το 2016. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις μεταρρυθμίσεις από το 2009 έως το 2015, η προβλεπόμενη μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών έως το 2060 υπερβαίνει το 14% του ΑΕΠ!
Ανεξάρτητα από την πρόοδο που έχει επιτευχθεί όσον αφορά τη βελτίωση της βιωσιμότητας του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος, οι δημόσιες δαπάνες για τις συντάξεις παραμένουν οι υψηλότερες στην ΕΕ, σχεδόν κατά 18% το 2015, σύμφωνα με την Eurostat, επισημαίνεται.


Οικονομικές μεταρρυθμίσεις

Παράλληλα, συνεχίζει η DBRS, εφαρμόστηκαν πολύ σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που πιθανότατα συνέβαλαν στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, από τη μαζική συρρίκνωση που ακολούθησε την οικονομική κρίση.
Από ύφεση της τάξεως του 9% το 2011, η Ελλάδα πέτυχε ανάπτυξη 1,4% το 2017, αναφέρεται χαρακτηριστικά.
«Η Ελλάδα εφάρμοσε ένα τολμηρό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, γεγονός που βελτίωσε ουσιαστικά την ευελιξία της.
Τα προγράμματα περιελάμβαναν αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών απολύσεων, την εισαγωγή πιο ευέλικτων μορφών εργασίας και πιο πρόσφατα τις αλλαγές στις διαδικασίες για τις απεργίες.
Η συνεχιζόμενη βελτίωση στην αγορά εργασίας αντανακλάται στο μειωμένο ποσοστό ανεργίας, στο 20,8% του εργατικού δυναμικού στα τέλη Δεκεμβρίου 2017, από 27,5% το 2013».
Η DBRS αναγνωρίζει, επίσης, την πρόοδο στην επίλυση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs), μέσω εξωδικαστικής λύσης και ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.
Η επίτευξη μιας μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα βοηθούσε στην αύξηση πιστώσεων προς την οικονομία και τη στήριξη της ανάπτυξης, ενώ ταυτόχρονα, θα μπορούσε επίσης να ωφελήσει την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε από 47,2% τον Ιούνιο του 2016, σε 46,9% τον Ιούνιο του 2017.
Παρά τη βελτίωση, ο δείκτης παραμένει ο υψηλότερος στην Ευρώπη, σημειώνει ο οίκος.
Επίσης, σημειώθηκε πρόοδος στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας για την ελληνική οικονομία, η οποία αντανακλάται στην κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας «Doing Business», όπου η θέση της Ελλάδας βελτιώθηκε σημαντικά, στην 61η το 2017, από 109η το 2010.
Βέβαια, εξακολουθεί να υστερεί σε σύγκριση με τα άλλα κράτη της Ε.Ε., υπογραμμίζεται.
Κλείνοντας, η DBRS υπενθυμίζει ότι η ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης θα απελευθερώσει την τελευταία δόση των 11,7 δισεκ. ευρώ, η οποία θα υποστηρίξει τη δημιουργία ενός σημαντικού αποθέματος μετρητών για την υποστήριξη της πρόσβασης στην αγορά της Ελλάδας και την «καθαρή έξοδο» από το πρόγραμμα.
Επίσης, έχουν αρχίσει οι τεχνικές συζητήσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.
Αναμένεται μεγαλύτερη σαφήνεια καθώς η Ελλάδα προσεγγίζει περισσότερο το τέλος του προγράμματος.

SHARE