ALPHA BΑΝΚ: «Όχι» στην αύξηση φόρων – Έγκαιρη αξιολόγηση για τόνωση των επενδύσεων

alpha-bankΤην ανάγκη να μην στηριχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών και των εισφορών, τονίζει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο. 

Η κρισιμότητα της πρώτης αξιολογήσεως του νέου προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας συνδέεται πρωτίστως με τα ευνοϊκά αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η έγκαιρη ολοκλήρωσή της επί της επενδυτικής εμπιστοσύνης καθώς και με την τόνωση των συνθηκών ρευστότητας που θα προκύψουν με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα, σημειώνουν οι αναλυτές της τράπεζας.

Η ολοκλήρωση της αξιολογήσεως θα μπορούσε μάλιστα να διασφαλίσει, σε βραχύ χρονικό ορίζοντα, την ελαχιστοποίηση της υφεσιακής υποτροπής περιορίζοντάς την στο δεύτερο εξάμηνο του 2015 και το πρώτο εξάμηνο του 2016.

Εκτός από τη χρονική διάσταση της αξιολογήσεως, το ίδιο το περιεχόμενο των μεταρρυθμίσεων που εντέλει θα συμφωνηθεί με τους εταίρους συνιστά ένα ακόμη ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο για τη μελλοντική μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, και κατά συνέπεια, την ανάλυση βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Με άλλα λόγια, το μεταρρυθμιστικό πλαίσιο στο πεδίο του φορολογικού συστήματος, των παραμετρικών αλλαγών στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων και της αξιοποιήσεως της δημόσιας περιουσίας, οφείλει να μην αποσταθεροποιεί αλλά αντιθέτως να βελτιώνει το επενδυτικό κλίμα εντός των ορίων που θέτουν οι συμφωνηθέντες δημοσιονομικοί στόχοι.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να εμπλουτισθεί ο σχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής με την εμπειρία δυο χωρών που εξήλθαν από τις υποχρεώσεις των μνημονίων σχετικά σύντομα και σήμερα απολαμβάνουν υψηλές οικονομικές επιδόσεις· της Κύπρου και ιδιαίτερα της Ιρλανδίας. Η τελευταία μάλιστα επέτυχε τον υψηλότερο ρυθμό αναπτύξεως ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης κατά το 2015, σημειώνει η Alpha.

H περίπτωση της Κύπρου

Η Κύπρος εξήλθε από το Μνημόνιο τρία χρόνια μετά την υπογραφή του. Ο ρυθμός αναπτύξεως το 2015 διαμορφώθηκε στο 1,6% και υποστηρίχθηκε από την εγχώρια ζήτηση που ενισχύθηκε από την πτώση των τιμών ενέργειας κα τη διεθνή ζήτηση που ευεργετήθηκε από το αδύναμο ευρώ. Οι ευνοϊκοί αυτοί παράγοντες αυτοί ήσαν ορατοί και στην ελληνική οικονομία χωρίς όμως, να αποτρέψουν την υφεσιακή υποτροπή. Η κυπριακή επιτυχία καθίσταται ακόμη πιο εντυπωσιακή εάν ληφθεί υπόψη ότι συνδυάζεται με συσταλτική δημοσιονομική πολιτική, όπως υποδηλώνει η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος της τάξεως του 2,2% το 2015, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις χειμερινές προβλέψεις.

Αμφότεροι οι ανωτέρω παράγοντες, ανάπτυξη και πρωτογενές πλεόνασμα, υπηρετούν το στόχο της βιωσιμότητας του χρέους αποκλιμακώνοντας τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

Η Ιρλανδία επέτυχε ρυθμό αναπτύξεως 7,8% το 2015 καθώς και αξιοσημείωτο ρυθμό δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι το εξής: Οι χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές συνδυάσθηκαν με υψηλότερα φορολογικά έσοδα ως αποτέλεσμα της αυξημένης οικονομικής δραστηριότητας. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που επέτρεψε την αύξηση των κοινωνικών δαπανών και των δαπανών υγείας χωρίς να χειροτερεύσει το δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει τεθεί σε καθοδική τροχιά (2013: 120%, 2014: 107,5%, 2015π: 98,4%).

Οι φορολογικοί συντελεστές

Κοινό χαρακτηριστικό των δυο χωρών είναι ότι δεν στήριξαν τη δημοσιονομική τους προσαρμογή στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών και των εισφορών. Συγκεκριμένα, ο φορολογικός συντελεστής επί της κερδοφορίας των επιχειρήσεων είναι 12,5% και στις δύο ανωτέρω χώρες, ενώ στην Ελλάδα αυξήθηκε από 20% το 2012 σε 29% το 2015.

Παράλληλα, ο μέσος φορολογικός συντελεστής στην εργασία διαμορφώθηκε το 2014 σε 22,1% στην Ιρλανδία, έναντι 35,7% στην Ελλάδα. Το μάθημα που εξάγεται από την εμπειρία των δυο χωρών είναι ότι η δημοσιονομική πειθαρχία στην Ελλάδα είναι προτιμότερο να επιτευχθεί μέσω αποτελεσματικότερου ελέγχου των δημοσίων δαπανών, εκσυγχρονισμού του φοροελεγκτικού μηχανισμού, αξιοποιήσεως της δημόσιας περιουσίας και πλήρους απελευθερώσεως των αγορών.

Ειδικά στην ελληνική περίπτωση που οι γειτονικές χώρες όπως η Βουλγαρία και η Αλβανία επιβάλλουν χαμηλότατους φορολογικούς συντελεστές της τάξεως του 10% στα επιχειρηματικά κέρδη, η μετανάστευση επιχειρήσεων και η συνεπαγόμενη απώλεια θέσεων εργασίας αποτελούν σημαντικούς κινδύνους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανάλυση δεν παραγνωρίζει τη διαφορετικότητα, τόσο των αιτίων που οδήγησαν τις τρεις χώρες σε κρίση, όσο και του παραγωγικού τους μοντέλου. Υποδεικνύει ωστόσο εμφατικά το διαφορετικό υπόδειγμα δημοσιονομικής προσαρμογής και κυρίως της φορολογικής αντιμετωπίσεως της μισθωτής εργασίας και της επιχειρηματικής δράσεως.

Η μόνιμη βελτίωση της αναπτυξιακής δυναμικής μέσω ενός φιλικού φορολογικού συστήματος που θα ενισχύσει την επενδυτική δαπάνη αναμένεται να έχει θετικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, πυροδοτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα ανατροφοδοτούμενο ενάρετο κύκλο επενδύσεων – εμπιστοσύνης – επενδύσεων, υπογραμμίζει η Alpha Bank.

SHARE