ΣΕΒ: Εκλογές στα τυφλά – Επικίνδυνα τα περί “παράλληλου προγράμματος”

“Προκαλεί μελαγχολία το έλλειμμα δημόσιου λόγου από τα περισσότερα πολιτικά κόμματα,  ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης της 20ης Σεπτεμβρίου 2015, για τα θέματα της οικονομικής ανάπτυξης, της παραγωγικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων και της ανταγωνιστικότητας  της ελληνικής οικονομίας”, αναφέρει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο για την ελληνική οικονομία με τίτλο “εκλογές στα τυφλά;”

“Σε έναν κόσμο που τρέχει προς τα εμπρός, η Ελλάδα φαίνεται εγκλωβισμένη σε μια μίζερη  υπεράσπιση, πάση θυσία, των κεκτημένων προνομιούχων ομάδων, που εμποδίζουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αδιαφορώντας για το μέλλον των επόμενων γενεών και τη γενικότερη ευημερία του πληθυσμού”, υπογραμμίζει στην έκθεση του ο ΣΕΒ.

Όπως επισημαίνει “το 3ο Μνημόνιο προδιαγράφει τα βήματα που πρέπει να αναληφθούν και την πορεία που θα πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική οικονομία προς την κανονικότητα της ανταγωνιστικής ανάπτυξης. Κουτσά-στραβά,  το Πρόγραμμα Προσαρμογής που απορρέει από αυτήν τη συμφωνία αναμένεται να εφαρμοσθεί. Σε αντίθετη περίπτωση η χώρα θα περιθωριοποιηθεί και η  μείωση του βιοτικού επιπέδου θα λάβει μόνιμο χαρακτήρα. Δυστυχώς λείπει ο επισπεύδων, γιατί κανείς στο πολιτικό σύστημα δεν φαίνεται διατεθειμένος να οικειοποιηθεί το Μνημόνιο ως εφαλτήριο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Αντ’ αυτού υπάρχουν νεφελώδεις διακηρύξεις περί του Μνημονίου ως αναγκαίου κακού (για να συνεχίσουν οι ξένοι να πληρώνουν τα σπασμένα). Επιδιώκεται δε, με κάποιο μαγικό τρόπο το Μνημόνιο,  να εξουδετερωθεί, να καθυστερήσει η εφαρμογή του, και να “ξεδοντιαστούν” όλα τα μέτρα που θίγουν προνομιούχες ομάδες της ελληνικής κοινωνίας.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι δυνατόν να παρατείνουμε ένα status quo που δεν είναι βιώσιμο. Δε μπορεί μια κοινωνία να αντέξει με ένα στους τέσσερις πολίτες  (και ένα στους δύο νέους) στην ανεργία, το οικονομικό σύστημα να εμποδίζεται να λειτουργήσει ώστε να δημιουργήσει πραγματικές δουλειές και πραγματικά εισοδήματα (που δημιουργούν μόνο κερδοφόρες επιχειρήσεις), και το πολιτικό σύστημα να μην κινητοποιείται. Παραδείγματος χάριν, στο πρώτο προεκλογικό πρόγραμμα που δημοσιοποιήθηκε και είναι το “Κυβερνητικό Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ”, (το μόνο κόμμα που έχει ήδη καταρτίσει πρόγραμμα), έμφαση δίδεται σε ένα πλουραλιστικό οικονομικό σύστημα όπου ο δημόσιος, ο ιδιωτικός και ο κοινωνικός τομέας έχουν ρόλο να παίξουν, κάτι που δεν αξιοποιείται, καθώς εμποδίζεται από την “μονοκαλλιέργεια” του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, όπου κυριαρχούν οι ιδιωτικές τράπεζες και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις. Έμφαση, λοιπόν, πρέπει να δοθεί στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ως αντίβαρο στις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς η ένταση του ανταγωνισμού μέσω της απορρύθμισης των αγορών “διευρύνει τα πεδία κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου και διευκολύνει τη δημιουργία μονοπωλίων με υποτίμηση της μισθωτής εργασίας στη λογική της ανταγωνιστικότητας κόστους, υποτίμηση της ποιότητας των προϊόντων και, εξίσου συχνά, αύξηση αντί για μείωση των τιμών για τους καταναλωτές”. Τέλος, το Πρόγραμμα αναδεικνύει την κοινωνική οικονομία (συνεργατικά εγχειρήματα) σε “έναν από τους κεντρικούς αναπτυξιακούς μοχλούς της παραγωγικής ανασυγκρότησης,” όπου η “δημοκρατική οργάνωση, η αυτοδιαχείριση, η συνεργατικότητα και η αλληλεγγύη, ” … “ενάντια στη λογική του κέρδους, του ατομικισμού, του ανταγωνισμού και του αυταρχισμού” στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, δημιουργούν οικονομικό αποτέλεσμα και δικαιότερη διανομή.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι διαφορετική. Οι περιορισμοί στον ανταγωνισμό δημιουργούν προσόδους για συγκεκριμένες ομάδες σε βάρος του κοινωνικού συνόλου που χρηματοδοτεί, μέσω των υψηλότερων τιμών που πληρώνει, το υψηλό επίπεδο διαβίωσης των ατόμων που επωφελούνται από τους περιορισμούς στην οικονομική δραστηριότητα. Οι μικρές επιχειρήσεις εμποδίζονται στην πραγματικότητα να μεγαλώσουν διότι οι καλές και δυναμικές εξ αυτών αντιμετωπίζουν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε ένα σύστημα που κάποιοι διατηρούνται εν ζωή λόγω φοροδιαφυγής, λόγω υψηλής τεχνητής ζήτησης από μεγάλα ελλείμματα, λόγω εμποδίων στην αδειοδότηση και εγκατάσταση νέων επιχειρήσεων, κ.ο.κ. Η εμμονή σε μια οικονομία στραμμένη αποκλειστικά στο μικρό μέγεθος είναι καθοριστικός παράγων για την υπανάπτυξη της χώρας, την χαμηλή παραγωγικότητα, την τεχνολογική ανεπάρκεια και την χαμηλή προστιθέμενη αξία στην παραγωγή (βλέπε άρθρο Economist 3 Μαρτίου 2012). Αντιθέτως οι δημόσιες πολιτικές θα πρέπει να ευνοούν τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων ώστε οι μικρές να γίνονται μεσαίες και οι μεσαίες μεγάλες.

Δεν προσφέρεται, έτσι, καμία ελπίδα για την ανάκαμψη και αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Το Μνημόνιο (σύμφωνα με το εν λόγω πρόγραμμα) θεωρείται ως ένα πρόγραμμα που έχει επιβληθεί στην χώρα για λόγους εκμετάλλευσης των “υποτελών τάξεων” από τις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις του διεθνούς καπιταλισμού, όπως εκφράζονται από “τις προτεραιότητες του άρχοντος συγκροτήματος στην Ευρώπη για την αναδιάρθρωση της οικονομίας”. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση καλείται να εφαρμόσει ένα παράλληλο πρόγραμμα, “σε ζητήματα που δεν άπτονται του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας”, για την άμβλυνση των επιπτώσεων στις “υποτελείς τάξεις” και την “ενίσχυση της θέσης αυτών των στρωμάτων… ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την απεμπλοκή από το νεοφιλελευθερισμό και τη μνημονιακή πολιτική της λιτότητας”. Δηλαδή, η κυβέρνηση, κατά τρόπο άκρως σχιζοφρενικό, θα εφαρμόζει ένα πρόγραμμα στυγνής καταπίεσης των λαϊκών στρωμάτων και, ταυτόχρονα, άμβλυνσης των οδυνηρών αυτών επιπτώσεων μέσω μέτρων εκτός της συμφωνίας. Αναρωτιέται, βεβαίως, κανείς ποια μπορεί να είναι αυτά τα μέτρα που έχουν την δύναμη να οδηγήσουν σε ένα τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα, λες και τα παράλληλα μέτρα δεν έχουν δημοσιονομικό κόστος. Μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων αναιρεί τη χρησιμότητα των μέτρων της συμφωνίας για την οικονομική ανόρθωση της χώρας, και, ως εκ τούτου, θέτει σε αμφισβήτηση το πλαίσιο αναφοράς που θα προσβλέπει ένας επενδυτής για να τοποθετήσει τα λεφτά του στη χώρα μας.

Οι απόψεις αυτές είναι επικίνδυνες για την υγεία της οικονομίας και την ευημερία των πολιτών. Απειλούν δε άμεσα τις θέσεις απασχόλησης και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων καθώς φανερώνουν άγνοια για το πώς λειτουργεί η οικονομία, πώς παράγονται και επενδύονται τα κέρδη, πώς οι επενδύσεις αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας και συνεπώς τις πραγματικές αποδοχές, και πώς δημιουργούνται οι θέσεις εργασίας”.

Shortlink:

X Αν θέλετε κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook