>Πόλεμος ΕΕ κατά των οίκων

>
Εντείνονται οι αντιδράσεις για τη συµπεριφορά των οίκων αξιολόγησης, οι οποίοι ακολουθώντας τις ορέξεις των ογορών προχωρούν σε αξιολογήσεις, οι οποίες αµφισβητούνται έντονα από πολιτικούς, κεντρικούς τραπεζίτες, αλλά και τις κοινωνίες. Την περασµένη εβδοµάδα ο οίκος Μoody’s υποβάθµισε σε «σκουπίδια» (junk) τα οµόλογα τις Πορτογαλίας εντείνοντας τις πιέσεις των αγορών στις περιφερειακές οικονοµίες της ευρωζώνης και προκαλώντας όχι µόνο νέες αναταραχές στις αγορές, αλλά και ανοικτό πλέον πόλεµο µεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των οίκων αξιολόγησης.

Ο γερµανός υπουργός Οικονοµικών Βόλφγκανγκ Σόιµπλε όχι µόνο χαρακτήρισε αδικαιολόγητη την υποβάθµιση της Πορτογαλίας από τη Moody’s, αλλά τόνισε ότι πρέπει να περιοριστεί το «ολιγοπώλιο» των οίκων αξιολόγησης. Ο επίτροπος εσωτερικής αγοράς Μισέλ Μπαρνιέ προειδοποίησε µάλιστα ότι η ΕΕ εξετάζει το ενδεχόµενο να θέσει εκτός διαδικασίας πιστοληπτικής αξιολόγησης τις χώρες που υπάγονται σε προγράµµατα διάσωσης.

Το ζήτηµα της απαλλαγής των κρατών από τις εκτιµήσεις των οίκων αξιολόγησης είναι ένα θέµα που έχει συζητηθεί πολύ και σίγουρα θα συζητηθεί περισσότερο. Από νοµικής πλευράς είναι δύσκολο να απαγορευτούν οι δραστηριότητές τους, αφού υπάγονται στο αµερικανικό ∆ίκαιο και προστατεύονται από το άρθρο 1 του Συντάγµατος των ΗΠΑ που αφορά την ελευθερία της γνώµης. Οι ίδιοι εξάλλου ισχυρίζονται ότι παράγουν «γνώµες» και όχι «γνωµοδοτήσεις».

Το ενδεχόµενο της υποκατάστασής τους από κάποιες δηµόσιες αρχές, όπως π.χ. το ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συζητείται ευρέως, αν και οι αγορές δεν φαίνεται να συγκινούνται ιδιαιτέρως. Ο µόνος οίκος αξιολόγησης δηµόσιου χαρακτήρα που υφίσταται είναι της Κίνας, τον οποίον οι αγορές ουδόλως λαµβάνουν υπόψη.

Το µόνο «όπλο» που φαίνεται ικανό στην παρούσα φάση να σπάσει την παντοδυναµία των τριών οίκων είναι να υποχρεωθούν στην εφαρµογή κάποιων κανόνων, αρχής γενοµένης από τη διαφάνεια. ∆ιαφάνεια όχι µόνο σε σχέση µε τα πρότυπα και τα κριτήρια επί των οποίων βασίζονται οι αναλύσεις τους, αλλά και διαφάνεια σε σχέση µε τις πληροφορίες που διαθέτουν και δεν δη µοσιοποιούν. Οσο ευρύτερη είναι η διαφά-νεια τόσο περισσότεροι θα είναι αυτοί οι οποίοι θα καταλήγουν στα δικά τους συµπεράσµατα, χωρίς να προσφεύγουν στις υπηρεσίες τους. Είναι ίσως ο µόνος τρόπος για να αποδυναµωθεί ο ρόλος τους και η δυνατότητά τους να επηρεάζουν και σε µεγάλο βαθµό να διαµορφώνουν τις παγκόσµιες οικονοµικές εξελίξεις.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι αντικειµενικότερος τρόπος αξιολόγησης των οικονοµικών δεδοµένων δεν µπορεί να υπάρξει, αφού όλες οι εταιρείες του κόσµου συµφωνούν πως οι εν λόγω οίκοι είναι οι καλύτεροι «διαιτητές» και γι’ αυτό άλλωστε τους πληρώνουν αδρά. Αλλοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι ένας εξ ορισµού «πληρωµένος διαιτητής» µάλλον θα ευνοεί αυτόν που τον «πληρώνει» καλύτερα. Πόσω µάλλον όταν οι τρεις οίκοι παραδέχονται ότι δεν εφαρµόζουν τα ίδια µοντέλα αξιολογήσεων. Κάτι το οποίο αναγκάζει πολλές επιχειρήσεις (κυρίως αυτές οι οποίες επιδιώκουν αυξηµένη αξιοπιστία) να είναι πελάτες και των τριών.

Αν οι εκτιµήσεις των οίκων αξιολόγησης αφορούσαν αποκλειστικώς τις επιχειρήσεις, η συζήτηση περί της αντικειµενικότητάς τους θα αφορούσε µόνον τους οικονοµικούς παράγοντες. Το γεγονός όµως ότι οι αξιολογήσεις τους αφορούν πλέον και τους κρατικούς τίτλους έχει πολιτικοποιήσει το όλο ζήτηµα θέτοντας ευθέως το πρόβληµα των κριτηρίων βάσει των οποίων οι εν λόγω οίκοι αποφασίζουν.

Η έλλειψη διαφάνειας που χαρακτηρίζει εν γένει τις αξιολογήσεις τους στην περίπτωση των κρατικών χρεών λαµβάνει σκανδαλώδη χαρακτήρα. Και αυτό για µια σειρά λόγους. Ο βασικότερος είναι ότι, όπως οι ίδιοι έχουν οµολογήσει, στο ζήτηµα της εκτίµησης των κρατικών χρεών δεν υπάρχουν ούτε συγκεκριµένα πρότυπα ούτε κοινώς αποδεκτά κριτήρια αναφοράς και σύγκρισης. Η στάθµιση της δανειοληπτικής ικανότητας της κάθε χώρας δεν βασίζεται σε οικονοµετρικά υποδείγµατα, είναι επί της ουσίας υποκειµενική και καθορίζεται από τις προσωπικές εκτιµήσεις των αναλυτών του κάθε οίκου.

Η απόφαση για τη µεταβολή της διαβάθµισης της δανειοληπτικής ικανότητας ενός κράτους λαµβάνεται κατόπιν ψηφοφορίας των µελών της επιτροπής και στη συνέχεια ανακοινώνεται σχεδόν αµέσως. Η κυβέρνηση του εν λόγω κράτους ενηµερώνεται συνήθως δύο ώρες πριν από τη δηµοσιοποίηση της νέας διαβάθµισης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για µια εξαιρετικά αδιαφανή διαδικασία, η οποία ωστόσο συχνά καθορίζει τις τύχες εκατοµµυρίων ανθρώπων.

Πώς αξιολογούν
Κάθε οίκος έχει τη δική του επιτροπή αξιολόγησης των κρατικών χρεών, η οποία αποτελείται από είκοσι άτοµα το πολύ και συνέρχεται όταν ο ειδικός αναλυτής για το χρέος ενός κράτους εκτιµήσει ότι τίθεται θέµα µεταβολής της βαθµολόγησης των οµολόγων αυτού του κράτους. Η εκτίµησή του µπορεί να βασίζεται σε οικονοµικά δεδοµένα (όπως το έλλειµµα και το χρέος), µπορεί όµως να βασίζεται και σε πολιτικά δεδοµένα, όπως η σταθερότητα των θεσµών του κράτους ή η συνολική πολιτική βούληση. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, για παράδειγµα, υποβαθµίστηκαν τα οµόλογά της επειδή οι οίκοι αξιολόγησης έκριναν ότι δεν υπήρχε η αναγκαία πολιτική βούληση για την αποπληρωµή του χρέους της χώρας.

Από τους αμερικανικούς σιδηροδρόμους ρυθμιστές της παγκόσμιας οικονομίας
Το ολιγοπώλιο της αξιολόγησης
To 1909 ο αµερικανός οικονοµικός αναλυτής Τζον Μούντι είχε µια εξαιρετική ιδέα: προσέθεσε στη µελέτη του «Για τις επενδύσεις στους σιδηροδρόµους» έναν πίνακα βαθµολόγησης αυτών των επενδύσεων αναλόγως των αποδόσεών τους. Aυτό ήταν. Λίγο αργότερα η εταιρεία Moody’s δεν προλάβαινε να τυπώνει τους πίνακές της, αποδέκτες των οποίων ήταν _ µε το αζηµίωτο φυσικά _ σχεδόν όλες οι αµερικανικές επιχειρήσεις. Ως τότε οι µόνοι πελάτες αναλυτών όπως ο Τζον Μούντι ήταν οι οικονοµικοί συντάκτες κάποιων αµερικανικών εφηµερίδων, οι οποίοι, αδυνατώντας ίσως να κατανοήσουν τους ισολογισµούς των αµερικανικών εταιρειών, αγόραζαν τις οικονοµικές αναλύσεις για µια χούφτα δολάρια _ σήµερα απαιτούνται µερικές δεκάδες χιλιάδες δολάρια για τις αναλύσεις του οίκου Moody’s.

Την ιδέα του Τζον Μούντι έσπευσαν να µιµηθούν ουκ ολίγοι. Ετσι το 1916 εισήλθε στην αγορά των επενδυτικών αξιολογήσεων η Poor’s Publishing Company, το 1922 η Standard Statistics Company και το 1924 η Fitch Publishing Company.

Οι πωλήσεις των αναλύσεων πήγαιναν µια χαρά για περίπου 50 χρόνια, δηλαδή ως τη δεκαετία του 1970, οπότε συνέβησαν δύο πράγµατα: πρώτον, η χρηµατοπιστωτική αγορά έγινε εξαιρετικά πολυσύνθετη µε την εκτίναξη των παραγώγων, των δοµηµένων και των άλλων τιτλοποιηµένων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων· δεύτερον, εφευρέθηκαν τα φωτοτυπικά µηχανήµατα καθιστώντας πανεύκολες τις αντιγραφές των πινάκων και των αναλύσεων. Εκτοτε και σταδιακώς οι σχέσεις των οίκων αξιολόγησης µε τους πελάτες τους άρχισαν να αλλάζουν…

Σήµερα υπάρχουν περίπου 60 οίκοι αξιολόγησης ανά τον κόσµο. Τρεις ωστόσο είναι αυτοί οι οποίοι ελέγχουν πάνω από το 90% της αγοράς: ο Moody’s, οι Standard and Poor’s (που προέκυψαν από συγχώνευση το 1941) και ο Fitch _ ο εφευρέτης της «πατέντας», ο Moody’s, εξακολουθεί πάντα να έχει λίγο περισσότερο κύρος από τους υπολοίπους.

Οι µεγάλες επιχειρήσεις τους πληρώνουν πλέον όχι τόσο για να µαθαίνουν πληροφορίες για τους ανταγωνιστές τους όσο για να αξιολογούν τις ίδιες και να βαθµολογούν τις µετοχές τους. Η «ταρίφα» του ολιγοπωλίου είναι φυσικά λίγο αλµυρή. Κινείται (ανάλογα µε το µέγεθος του πελάτη) µεταξύ 50.000 και 150.000 ευρώ για µια απλή αξιολόγηση, ενώ στη συνέχεια οι οίκοι έχουν και τα ποσοστά τους από τις µετοχές οι οποίες πωλούνται.

SHARE