>Πως η πρόταση της Πειραιώς θα αλλάξει τον χάρτη…

>

Η αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος ξεκίνησε και οι περισσότεροι αναλυτές προβλέπουν ότι σε λίγους μήνες θα έχει μια εντελώς διαφορετική εικόνα από τη σημερινή. Μέσα στο Σεπτέμβριο αναμένεται η απάντηση της κυβέρνησης στην κίνηση της Τράπεζας Πειραιώς να δημιουργήσει ένα νέο μεγάλο όμιλο, το δεύτερο μεγαλύτερο μετά της Εθνικής. Εν τω μεταξύ, αναμένεται να εκδηλωθούν και οι κινήσεις των άλλων μεγάλων τραπεζών της χώρας για τη μεγέθυνση και ενίσχυση της θέσης τους.
 Η πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς για την εξαγορά των συμμετοχών του Δημοσίου στην Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο – που αντιστοιχούν στο 77% και 33% αντίστοιχα του μετοχικού κεφαλαίου των δυο πιστωτικών ιδρυμάτων – έναντι 701 εκατ. ευρώ αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα για να προχωρήσει η διαδικασία εξαγορών και συγχωνεύσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, με στόχο να δημιουργηθούν λιγότεροι όμιλοι, αλλά με ισχυρή ρευστότητα και κεφαλαιακή επάρκεια. Ανεξάρτητα από το αν η πρόταση ευοδωθεί, όλοι συμφωνούν ότι το «παιχνίδι» μόλις ξεκίνησε με διαιτητή την κυβέρνηση. Η αντίδρασή της ήταν άμεση, με τη σύγκληση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων και της πρόσληψης χρηματοοικονομικών συμβούλων, οι οποίοι θα αποτιμήσουν τις συμμετοχές του Δημοσίου στον τραπεζικό τομέα και θα αξιολογήσει τα συν και πλην πιθανών σεναρίων αναδιάρθρωσής του. Το έδαφος είχε καλλιεργηθεί από τα τέλη Απριλίου, όταν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιώργος Προβόπουλος είχε αναφερθεί, με την ευκαιρία της παρουσίασης της ετήσιας έκθεσής του, στην ανάγκη να υπάρξουν συγχωνεύσεις μεταξύ των τραπεζών, ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα ρευστότητας και οι μελλοντικοί κίνδυνοι κεφαλαιακής επάρκειας. Στο ίδιο μήκος κινήθηκε στη συνέχεια και ο υπουργός Οικονομικών κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο οποίος κάλεσε τις τράπεζες να προχωρήσουν σε κινήσεις ενίσχυσής τους, ώστε να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν τις δανειακές ανάγκες των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.

Μονόδρομος η συγκέντρωση του συστήματος

Με τις σημερινές συνθήκες χαμηλής φερεγγυότητας του Ελληνικού Δημοσίου, που οδήγησε στην ανάγκη χρηματοδότησής του από την Ευρωζώνη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) με το ποσό των 110 δις ευρώ, η ριζική αλλαγή του τραπεζικού χάρτη είναι μονόδρομος. Με βάση τους τραπεζικούς κανόνες, η ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων – και συνεπώς η ικανότητά τους να χορηγούν δάνεια – καθορίζεται από τις καταθέσεις των πελατών τους και από δάνεια που έχουν πάρει από τη διατραπεζική αγορά, δηλαδή από άλλες τράπεζες του εξωτερικού, ή από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αν την περασμένη 10ετία οι συγχωνεύσεις αποτελούσαν πολυτέλεια για τους Έλληνες τραπεζίτες, καθώς οι πηγές ρευστότητάς τους ήταν ουσιαστικά ανεξάντλητες και η κερδοφορία τους πολύ υψηλή, σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Οι τράπεζες δεν μπορούν να δανειστούν από τη διατραπεζική αγορά, λόγω της έλλειψης φερεγγυότητας του Δημοσίου, ενώ οι καταθέσεις τους μειώθηκαν κατά 15 δις ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2010. Μόνη πηγή ρευστότητάς τους είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, από όπου έχουν δανειστεί σχεδόν 90 δις ευρώ με ενέχυρο ομόλογα του Δημοσίου ή ομόλογα που εκδίδουν οι ίδιες, τιτλοποιώντας στεγαστικά και άλλα δάνεια που έχουν δώσει σε πελάτες τους. Ακόμη σημαντικότερο πρόβλημα ρευστότητας είναι ο κίνδυνος να διαβρωθεί η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, επειδή αυξάνεται σταθερά το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους, λόγω της ανόδου της ανεργίας και της μείωσης των εισοδημάτων. Με βάση το ρυθμιστικό πλαίσιο που ισχύσει, τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να διατηρούν δικά τους κεφάλαια για να μπορούν να καλύψουν τους κινδύνους από τη μη αποπληρωμή δανείων που έχουν χορηγήσει. Το ελάχιστο ποσό ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών συνολικά ήταν πάνω από 12% στο πρώτο τρίμηνο του 2010 έναντι 8% που είναι το υποχρεωτικό όριο, σύμφωνα με το ΔΝΤ, αλλά η τάση είναι πτωτική. Το Μνημόνιο προβλέπει ότι οι τράπεζες μπορούν να αντλήσουν τα επιπλέον κεφάλαια που θα χρειαστούν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο θα διαθέτει 10 δις ευρώ για το σκοπό αυτό και θα διοικείται από πρόσωπα οριζόμενα από την Τράπεζα της Ελλάδος και την κυβέρνηση. Ωστόσο, η ένταξη μιας τράπεζας στο ΤΧΣ θα σημάνει αυτόματα και την απώλεια μεγάλου βαθμού αυτονομίας της διοίκησής της, καθώς σημαντικές αποφάσεις θα χρειάζονται την έγκριση του Ταμείου, το οποίο έχει την δυνατότητα να προχωρεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ακόμη και σε αλλαγή διοικήσεων.

Κριτήρια επιτυχών εξαγορών και συγχωνεύσεων

Η ανάγκη για αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα δεν σημαίνει όμως ότι όποιες συγχωνεύσεις ή εξαγορές θα είναι οπωσδήποτε θετικές όσον αφορά στη δυνατότητα των νέων τραπεζικών σχημάτων να στηρίζουν την οικονομία με τη χορήγηση δανείων και μάλιστα με ανταγωνιστικούς όρους. Αν δεν πληρούνται τα κριτήρια της βελτίωσης της ρευστότητας και της κεφαλαιακής επάρκειας, οι όποιες προσπάθειες θα στερούνται προοπτικής. Θα είναι, δε, σαφής ο κίνδυνος να δημιουργηθούν υδροκεφαλικοί όμιλοι που θα επιτείνουν τα προβλήματα της οικονομίας. Για να υπάρχουν οι προϋποθέσεις μιας αναδιάρθρωσης του τραπεζικού τομέα που θα ενισχύσει την ανάπτυξη της οικονομίας, θα πρέπει, εκτός από τα κριτήρια της βελτίωσης της ρευστότητας και της κεφαλαιακής επάρκειας, να πληρούνται και τα κριτήρια του επαρκούς ανταγωνισμού και της στήριξης ειδικών τομέων της οικονομίας, όπως ο αγροτικός. Με βάση τα τέσσερα αυτά κριτήρια, μπορεί να γίνει μια πρώτη αξιολόγηση της πρότασης της Τράπεζας Πειραιώς. Σε όρους ρευστότητας, η πρόταση της Πειραιώς βελτιώνει την εικόνα, καθώς προκύπτει μια σχεδόν απόλυτη ισορροπία μεταξύ χορηγήσεων και καταθέσεων των τριών τραπεζών. Από τη μια πλευρά η Πειραιώς έχει χορηγήσει 7,7 δις ευρώ περισσότερα δάνεια σε σχέση με τις καταθέσεις της, ενώ από την άλλη πλευρά η Αγροτική και το ΤΤ έχουν αντίστοιχα περισσότερες καταθέσεις από χορηγήσεις δανείων. Επομένως, το υπό εξέταση σχήμα μπορεί να κινηθεί σχετικά άνετα από πλευράς χορήγησης δανείων στην οικονομία. Σε μέγεθος θα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος στην Ελλάδα, με καταθέσεις και χορηγήσεις που αντιστοιχούν στο 25% της αγοράς και με ενεργητικό πάνω από 106 δις ευρώ. Σε όρους κεφαλαίων θα προκύψει δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας πάνω από 9%, δηλαδή πάνω από το ελάχιστο όριο του 8%. Με τον τρόπο αυτό, το Δημόσιο θα αποφύγει να βάλει 1,1-1,5 δις ευρώ στην ΑΤΕ για να βελτιώσει το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειάς της, που ήδη είναι κάτω από το όριο του 8%. Βεβαίως, δεν αποκλείεται καθόλου ότι και η νέα τράπεζα θα χρειαστεί κεφάλαια από το ΤΧΣ- εφόσον υποχωρήσει μελλοντικά ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας κάτω από το ελάχιστο όριο, – αλλά σε κάθε περίπτωση θα είναι λιγότερα σε σχέση με αυτά που θα χρειαζόταν με ανεξάρτητες τις τρεις τράπεζες. Όσον αφορά στον ανταγωνισμό, η άρση της αυτονομίας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου – που παραδοσιακά πρόσφερε χαμηλά επιτόκια στα δάνεια που χορηγούσε και υψηλότερα για τις καταθέσεις σε σχέση με το σύνολο της αγοράς – θα τείνει να τον περιορίσει. Ο ανταγωνισμός, όμως, μπορεί να στηριχτεί και με τη λειτουργία άλλου τραπεζικού ομίλου υπό κρατικό έλεγχο. Η μεγαλύτερη τράπεζα σήμερα στην Ελλάδα και στη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι η Εθνική, η διοίκηση της οποίας ορίζεται από το Δημόσιο. Αν η διοίκηση της Εθνικής, που επίσης ενδιαφέρεται για τη μεγέθυνσή της μέσω συγχώνευσης ή εξαγοράς, εξακολουθήσει να ελέγχεται από το Δημόσιο, θα μπορούσε να παίξει ρυθμιστικό ρόλο στον ανταγωνισμό. Ορισμένοι, πάντως, θεωρούν ότι η Εθνική δεν αποτελεί την καλύτερη λύση, επειδή το Δημόσιο δεν έχει άμεσα μετοχές στην Τράπεζα και ελέγχει τη διοίκηση μέσω του ποσοστού 15% των μετοχών που έχουν τα ασφαλιστικά ταμεία. Στη συνάντηση που είχε με τον υπουργό Οικονομικών, ο διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας κ. Θεόδωρος Πανταλάκης υποστήριξε την πρόταση της δημιουργίας ενός ισχυρού κρατικού πυλώνα με τετραπλή συγχώνευση της ΑΤΕ με το ΤΤ, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα Αττικής. Η στήριξη του αγροτικού τομέα είναι προφανούς σημασίας, λόγω της ιδιαιτερότητας που έχει για την περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας. Μέχρι τώρα, η στήριξη γίνεται από την ΑΤΕ, η οποία επιδοτεί τα επιτόκια των καλλιεργητικών και επενδυτικών δανείων για τους αγρότες και διαχειρίζονται ως μητρική εταιρεία μια σειρά από σημαντικές επιχειρήσεις, όπως η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, η Δωδώνη και η ΣΕΚΑΠ. Στην περίπτωση μίας νέας τράπεζας που θα απορροφήσει την ΑΤΕ, ο παρεμβατικός ρόλος του κράτους θα μπορούσε να συνεχιστεί με την επιδότηση απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό του επιτοκίου των δανείων στους αγρότες, ενώ ο πρόεδρος της Πειραιώς κ. Μιχάλης Σάλλας ανακοίνωσε ότι πρόθεσή του είναι να παραχωρηθούν οι θυγατρικές επιχειρήσεις σε αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που θα συσταθούν ειδικά για το σκοπό αυτό. Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι η ανάμειξη της Πειραιώς με την ΑΤΕ, η οποία έχει χαρτοφυλάκιο δανείων με τις δικές του ιδιαιτερότητες, έχει διχάσει τους ξένους οίκους επενδυτικούς οίκους, καθώς η ελβετική τράπεζα UBS τη χαρακτήρισε «έξυπνη» κίνηση, ενώ ο οίκος αξιολόγησης S&P θεωρεί ότι θα επηρεάσει αρνητικά τα οικονομικά μεγέθη της.

Κινήσεις από τις άλλες τράπεζες

Η πρόταση της Πειραιώς, ανεξάρτητα από την κατάληξή της, ασκεί πίεση και στις άλλες τράπεζες να κινηθούν στην κατεύθυνση της δημιουργίας ισχυρών ομίλων. Σημειώνεται ότι στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο συμμετέχουν με ποσοστά περίπου 6% τόσο η Εθνική όσο και η Eurobank. Ήδη, η Εθνική αφήνει να εννοηθεί ότι θα κινηθεί στην κατεύθυνση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα της αγοράς. Άλλωστε, η Εθνική έχει γίνει το τελευταίο διάστημα σημείο αναφοράς δημοσιευμάτων στο διεθνή Τύπο για το ενδεχόμενο να διαθέσει ένα ποσοστό 5-6% του μετοχικού της κεφαλαίου στον κρατικό επενδυτικό βραχίονα του Κατάρ ή για την πώληση του ποσοστού της θυγατρικής της στην Τουρκία FinanBank. Το ενδεχόμενο συνεργασίας της Εθνικής με την Eurobank ή την Alpha Bank θα δημιουργούσε το μεγαλύτερο τραπεζικό κολοσσό της χώρας, με ενεργητικό κοντά στα 200 δις ευρώ. Θεωρητικά, η πρόταση της Πειραιώς θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο και για συνεργασία μεταξύ των Eurobank και Alpha Bank. Ένα τέτοιο σχήμα θα έχει μεγαλύτερο ενεργητικό τόσο έναντι της Εθνικής όσο και του σχήματος Πειραιώς – ATEBANK- ΤΤ και θα διαμόρφωνε τρεις ισχυρότατους τραπεζικούς ομίλους. Στο παιχνίδι της αναδιάρθρωσης μπορεί να μπουν και οι γαλλικές Credit Agricole και Societe Generale που ελέγχουν την Emporiki Bank και Geniki Bank αντίστοιχα. Η Credit Agricole καταβάλλει προσπάθειες προκειμένου να περιορίσει της ζημιές της Εμπορικής, ενώ σε ενδεχόμενη πώληση της τελευταίας θα προκαλούνταν αλυσιδωτές παρενέργειες σε όλο το τραπεζικό σύστημα και θα έμπαινε μια επιπλέον «νύφη» στο χορό των μνηστήρων. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η αναδιάρθρωση του τραπεζικού χάρτη θα είναι κυρίως ελληνική υπόθεση. Παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Εθνικής κ. Βασίλης Ραπάνος αναφέρθηκε πρόσφατα στον κίνδυνο αφελληνισμού των ελληνικών τραπεζών, λόγω της μείωσης της κεφαλαιοποίησης, δηλαδή της χρηματιστηριακής αξίας τους, οι ξένοι τραπεζικοί όμιλοι φοβούνται στη συγκεκριμένη συγκυρία να αναλάβουν δεσμεύσεις στην Ελλάδα, λόγω των κινδύνων που συνεπάγεται η ασταθής δημοσιονομική κατάσταση της χώρας.

SHARE