>Προβόπουλος: τελευταία ευκαιρία για την ελληνική οικονομία

>

Την κρισιμότητα της κατάστασης για την ελληνική οικονομία υπογραμμίζει η Τράπεζα της Ελλάδος στην ενδιάμεση έκθεση για τη νομισματική πολιτική που υπέβαλε σήμερα ο διοικητής της κ. Γ. Προβόπουλος στον Πρόεδρο της Βουλής κ. Φ. Πετσάλνικο.

Η εγχώρια νομισματική αρχή τονίζει χαρακτηριστικά ότι «η νέα ευκαιρία που δίνεται στην Ελλάδα με τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου είναι κατά πάσα πιθανότητα η τελευταία».
Ο κ. Προβόπουλος σημειώνει ότι «πρέπει με κάθε τρόπο να αποφευχθούν νέες καθυστερήσεις ή αποκλίσεις από τους στόχους και να επικεντρωθούν όλες οι δυνάμεις στην προσπάθεια αυτοί να υπερκαλυφθούν».
Το νέο δίλλημα: Ευρώ ή δραχμή

Η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει ότι σ’ αυτή την πιο κρίσιμη φάση της μεταπολεμικής ιστορίας μας διακυβεύεται αν το μέλλον της χώρας θα είναι εντός ή εκτός της ζώνης του ευρώ. Γι’ αυτό τίθεται πλέον το δίλημμα:
― ανεξέλεγκτη κατολίσθηση που θα εξανέμιζε τα όποια επιτεύγματα της μεταπολιτευτικής περιόδου θα οδηγούσε τη χώρα εκτός της ζώνης του ευρώ και θα έφερνε την οικονομία, το βιοτικό επίπεδο, την κοινωνία και τη διεθνή θέση της Ελλάδος πολλές δεκαετίες πίσω,
ή
― συντεταγμένη προσπάθεια εντός της ζώνης του ευρώ, σε στενή συνεργασία με τους Ευρωπαίους εταίρους και τη διεθνή κοινότητα, για να περιοριστούν οι κραδασμοί, να συντομευθεί κατά το δυνατόν η δύσκολη περίοδος προσαρμογής, που σε κάθε περίπτωση θα είναι μακρά, και να τεθούν στέρεες βάσεις για την ανασυγκρότηση της οικονομίας και την ανάπτυξή της.
«Η προσπάθεια έχει ασφαλώς κόστος. Όμως το συνολικό κόστος για την κοινωνία θα είναι μεσοπρόθεσμα μικρότερο και το μακροχρόνιο όφελος μεγάλο» τονίζει η Τράπεζα της Ελλάδος.
Τα βασικά σημεία της έκθεσης της κεντρικής τράπεζας συνοψίζονται στα παρακάτω:
Η εφαρμογή των αναγκαίων πολιτικών απαιτεί ισχυρή και αποτελεσματική κυβέρνηση

Η νέα κυβέρνηση καλείται να εφαρμόσει με συνέπεια τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και να δρομολογήσει τα μέτρα που απορρέουν από αυτήν. Καθώς μάλιστα το τελευταίο διάστημα η πολιτική αβεβαιότητα δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα για την οικονομία και το τραπεζικό σύστημα, είναι απαραίτητο, προκειμένου να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η κυβέρνηση συνεργασίας να είναι ισχυρή και αποτελεσματική, ώστε να εφαρμόσει τις αναγκαίες πολιτικές που θα διασφαλίσουν το μέλλον της χώρας εντός της ζώνης του ευρώ.
Το πρώτο καθήκον που επωμίζεται η νέα κυβέρνηση είναι να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη που έχει κλονιστεί βαρύτατα. Για να εμπεδωθεί όμως η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της οικονομίας, η σύγκλιση των πολιτικών δυνάμεων που εκφράστηκε με το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης πρέπει να γίνει πιο ουσιαστική. Επίσης, προκειμένου να επιτύχει η κυβέρνηση και να εκφραστεί αυθεντικά η βούληση των πολιτών στις επόμενες εκλογές, πρέπει να περιγραφούν με απόλυτη ειλικρίνεια η κατάσταση της οικονομίας και η διεθνής πραγματικότητα, να αναλυθούν χωρίς περιστροφές και ωραιοποιήσεις οι προτεινόμενες λύσεις και να εξηγηθούν με σαφήνεια το κόστος και το όφελος καθεμιάς.
Το μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής που επιτεύχθηκε το 2010 υπήρξε πολύ σημαντικό, ενώ ―παρά τις καθυστερήσεις― έγιναν ορισμένες αξιόλογες διαρθρωτικές παρεμβάσεις, με κορυφαία τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ωστόσο, η κατάσταση παραμένει κρίσιμη. Η μέχρι σήμερα άσκηση της οικονομικής πολιτικής δεν κατόρθωσε να πείσει τις αγορές και τους πολίτες ότι υπάρχει διέξοδος, ότι τα αποτελέσματα που προδιαγράφονται θα επιτευχθούν. Το κύριο αίτιο του “ελλείμματος αξιοπιστίας” είναι ότι η οικονομική πολιτική συχνά ασκείται αποσπασματικά, με διστακτικότητα, υπαναχωρήσεις και αναβολές ή σύρεται από τις εξελίξεις, αντί να τις προλαμβάνει. Ανάλογα με την περίπτωση:
• Ρυθμίσεις που βρίσκονται σε σωστή κατεύθυνση αποδυναμώνονται στην εφαρμογή τους και έτσι το προσδοκώμενο αποτέλεσμα περιορίζεται.
• Εξαντλούνται όλα τα περιθώρια των χρονοδιαγραμμάτων που έχουν συμφωνηθεί, χωρίς προετοιμασία και προγραμματισμό, με αποτέλεσμα να αναζητούνται “μαγικές λύσεις” της τελευταίας στιγμής.
• Αναβιώνουν νοοτροπίες και συμπεριφορές του παρελθόντος, οι οποίες αντιμετωπίζουν ορισμένα θέματα ως αδιαπραγμάτευτα κάθε φορά που απειλούνται κεκτημένα.
• Επιλέγονται “οριζόντιες”, δηλαδή ισοπεδωτικές, λύσεις για τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών, ενώ οι μηχανισμοί που εγγενώς παράγουν δαπάνες παραμένουν άθικτοι, καθώς η δημόσια διοίκηση δεν είναι σε θέση να επεξεργαστεί στοχευμένες, δηλαδή πιο αποτελεσματικές και κοινωνικά δίκαιες, λύσεις.

Το “έλλειμμα εμπιστοσύνης” επιτείνει την ύφεση


Για να επιτύχουμε όμως τώρα εκεί όπου αποτύχαμε τις προηγούμενες φορές, πρέπει να εξαλειφθεί το “έλλειμμα εμπιστοσύνης” που δημιουργήθηκε αφενός από τη διστακτικότητα και τις υπαναχωρήσεις της οικονομικής πολιτικής και αφετέρου από κοινωνικές εντάσεις, οι οποίες τροφοδοτούνται και από ψευδαισθήσεις ότι είναι δήθεν δυνατή η επιστροφή στο παρελθόν.
Αν και υποστηρίζεται συχνά ότι η επιδείνωση της ύφεσης το 2011 και η προβλεπόμενη συνέχισή της το 2012 οφείλονται στην πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής, η οποία περιορίζει τη συνολική ζήτηση, η διεθνής εμπειρία αλλά και πλήθος εμπειρικών μελετών έχουν δείξει ότι η συσταλτική δημοσιονομική πολιτική είναι δυνατόν να έχει επεκτατικά αποτελέσματα μεσομακροπρόθεσμα, ιδίως σε οικονομίες με πολύ υψηλό δημόσιο χρέος.
Οι αρνητικές μακροοικονομικές επιπτώσεις της δημοσιονομικής προσαρμογής μπορούν να ελαχιστοποιηθούν και η χώρα να επιστρέψει συντομότερα στην ανάπτυξη, εφόσον η προσαρμογή βασίζεται κυρίως στην περικοπή των πρωτογενών δαπανών σε μόνιμη βάση, πλην των δαπανών για επενδύσεις, και το πρόγραμμα αποπνέει αδιαμφισβήτητη αποφασιστικότητα ως προς την εφαρμογή του, με αποτέλεσμα να επηρεάζει θετικά τις προσδοκίες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Σημαντικός ο ρόλος των προσδοκιών

Επειδή οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται, οι προσδοκίες δεν ανακάμπτουν και το “έλλειμμα εμπιστοσύνης” διευρύνεται. Η μείωση της εγχώριας ζήτησης και η ύφεση της οικονομίας είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με το μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής ακριβώς επειδή το κλίμα και οι προσδοκίες που επικρατούν παρεμποδίζουν την ανάκαμψη της οικονομίας και την εμφάνιση του “αποτελέσματος εμπιστοσύνης”.
Γι’ αυτό και η ύφεση βαθαίνει:
— Το 2011 το ΑΕΠ θα υποχωρήσει κατά 5,5% περίπου ή λίγο περισσότερο. Το 2012 η ύφεση αναμένεται να συνεχιστεί με ρυθμό της τάξεως του 2,8% και η ανάκαμψη μετατίθεται για το 2013, με αύξηση του ΑΕΠ που δεν θα υπερβαίνει το 1%. Επειδή εφέτος προβλέπεται ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα αυξηθούν και ταυτόχρονα υπάρχει αισθητή πτώση των εισαγωγών, η συμβολή του εξωτερικού τομέα στη μεταβολή του ΑΕΠ θα είναι θετική, αλλά όχι ακόμη επαρκής ώστε να περιορίσει ανάλογα την ύφεση.
— Η μέση μείωση της απασχόλησης θα είναι της τάξεως του 5,5% εφέτος και το μέσο ποσοστό ανεργίας θα πλησιάσει το 17%, ενώ το 2012 μπορεί να υπερβεί το 18%. Οι εξελίξεις αυτές έχουν επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή, ενώ συνεπάγονται απαξίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου και του αποθέματος τεχνογνωσίας. Σε συνδυασμό με την απαξίωση ή την αχρήστευση μέρους του πάγιου κεφαλαίου λόγω της κρίσης, καθιστούν ακόμη πιο αναγκαία την προώθηση πολιτικών για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη.
Διαφαινόμενες δομικές αλλαγές

Παράλληλα με τις δυσμενείς τρέχουσες εξελίξεις, υπάρχουν ενθαρρυντικές ενδείξεις ότι εν μέσω της κρίσης τίθενται σε κίνηση διαδικασίες που, αν συνεχιστούν, θα μπορούσαν μεσοπρόθεσμα να οδηγήσουν σε σημαντικές αναδιαρθρώσεις στην οικονομία. Συγκεκριμένα διαπιστώνονται:
— Μείωση της εξάρτησης από την εγχώρια ζήτηση και θετική, αλλά μικρή προς το παρόν, συμβολή του εξωτερικού τομέα.
— Περιορισμός των μεγάλων απωλειών ανταγωνιστικότητας της περιόδου 2001-2009 κυρίως μέσω της εν εξελίξει βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας κόστους. Η μεγάλη σωρευτική απώλεια ανταγωνιστικότητας βάσει του σχετικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος την εννεαετία 2001-2009 αναμένεται ότι θα περιοριστεί κατά τα τρία πέμπτα περίπου μετά τη βελτίωση της τριετίας 2010-2012. Αυτή η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, για να είναι διατηρήσιμη, είναι απαραίτητο εφεξής να στηριχθεί και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, η οποία θα προκύψει από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και εργασίας.
— Μεταβολές στη διάρθρωση της απασχόλησης, με δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στις πιο παραγωγικές επιχειρήσεις και κλάδους. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ενώ οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα που εργάζονται σε μονάδες που απασχολούν λιγότερα από 20 άτομα μειώθηκαν, εκείνοι που εργάζονται σε μονάδες που απασχολούν πάνω από 50 άτομα αυξήθηκαν. Οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούν σήμερα τη μόνη διέξοδο για όσους ζητούν απασχόληση.
— Μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, που μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στην ανεργία. Η τάση της υιοθέτησης πιο ευέλικτων μορφών απασχόλησης, που έχει ήδη αρχίσει να είναι εμφανής στην αγορά εργασίας, αναμένεται να ενισχυθεί και από τις νέες εργασιακές ρυθμίσεις που νομοθετήθηκαν τον Οκτώβριο. Στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα στην απασχόληση και την παραγωγικότητα θα είναι θετικά.
Αβεβαιότητα και στο διεθνές περιβάλλον

Οι εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον συνέτειναν στη διατήρηση της αβεβαιότητας στην Ελλάδα. Οι κυριότεροι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία συνδέονται με την αβεβαιότητα ως προς την εξέλιξη της κρίσης δημόσιου χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες, αλλά και τη δυσκολία να βρεθεί η χρυσή τομή μεταξύ της αναγκαίας δημοσιονομικής προσαρμογής και των πολιτικών τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ τα ποσοστά ανεργίας παραμένουν υψηλά σε πολλές προηγμένες οικονομίες. Οι κίνδυνοι που συνδέονται με την κρίση δημόσιου χρέους απειλούν επίσης τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Νέες συνθήκες διαμορφώνονται στην ΕΕ και τη ζώνη του ευρώ

Στη ζώνη του ευρώ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στις αρχές Νοεμβρίου σε αισθητή προς τα κάτω αναθεώρηση των μακροοικονομικών προβλέψεών της για το 2012. Σε επίπεδο πολιτικής, οι προσπάθειες επικεντρώνονται στη διαμόρφωση ενός συνολικού πλαισίου κανόνων, αφενός για να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης και της κρίσης δημόσιου χρέους και αφετέρου για να ενισχυθεί η “οικονομική διακυβέρνηση”. Το νέο πλαίσιο θα συνεπάγεται για όλες τις χώρες-μέλη μακροχρόνιες δεσμεύσεις, ιδίως όσον αφορά τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, τα δύο δηλαδή καίρια ζητήματα που, ούτως ή άλλως, οφείλει να αντιμετωπίσει η Ελλάδα.
Σημαντική η συμβολή της ΕΚΤ

Η πολιτική που ασκεί η ΕΚΤ συμβάλλει αποφασιστικά στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ και, με τον τρόπο αυτό, στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης. Αυτό γίνεται τόσο μέσω της πολιτικής επιτοκίων όσο και μέσω των μη συμβατικών μέτρων νομισματικής πολιτικής. Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για την παροχή ρευστότητας στα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων, και στην Ελλάδα και έχουν αποκλειστεί από τη διατραπεζική αγορά.

Ο κίνδυνος ρευστότητας και η ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης αποτελούν τις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει το τραπεζικό σύστημα


Οι προκλήσεις για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εντάθηκαν το 2011. Η επιδείνωση των γενικότερων μακροοικονομικών συνθηκών και η αυξημένη αβεβαιότητα επηρέασαν αρνητικά τις καταθέσεις και την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και παρέτειναν την αδυναμία πρόσβασης των τραπεζών στη διατραπεζική αγορά. Παράλληλα, οι ισολογισμοί των τραπεζών επιβαρύνθηκαν το πρώτο εξάμηνο από την επίδραση της απομείωσης της αξίας των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ περαιτέρω επιβάρυνση εκτιμάται ότι θα καταγραφεί στα αποτελέσματα του έτους.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος δέχεται ισχυρές πιέσεις, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης, εξυγίανση των ισολογισμών και επαναπροσδιορισμό του επιχειρησιακού υποδείγματος λειτουργίας των τραπεζών. Η δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων σχημάτων αποτελεί αναγκαία επιλογή στη διαδικασία αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος και θα επιτρέψει στις τράπεζες να διαδραματίσουν επιτυχώς το διαμεσολαβητικό τους ρόλο, συμβάλλοντας στην ανασυγκρότηση της οικονομίας.
Απαραίτητη η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας

Στο τέλος Ιουνίου του 2011 οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας εμφάνισαν υποχώρηση, που οφείλεται κυρίως στην επίδραση στα εποπτικά κεφάλαια από τις προβλέψεις εν όψει της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα (PSI) βάσει της αρχικής συμφωνίας της 21ης Ιουλίου. Επιπλέον, λόγω της συνεχούς επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος και της επίδρασης που θα έχει η απομείωση της αξίας των ομολόγων, μετά και την πρόσφατη απόφαση της Συνόδου Κορυφής, απαιτείται περαιτέρω σημαντικού ύψους κεφαλαιακή θωράκιση του τραπεζικού συστήματος. Πέραν τούτου, ενδέχεται οι τράπεζες να πρέπει να προχωρήσουν σε περαιτέρω ενίσχυση των κεφαλαίων τους, όταν ολοκληρωθεί η διενεργούμενη διαγνωστική μελέτη για τα χαρτοφυλάκια δανείων τους.
Η σημασία της διαγνωστικής μελέτης

Η διενεργούμενη διαγνωστική μελέτη για τα χαρτοφυλάκια δανείων των τραπεζών θα ιχνηλατήσει τη δυναμική αποπληρωμής των δανείων, λαμβάνοντας υπόψη τις μεγάλες προκλήσεις τις οποίες συνεπάγεται η ύφεση, και θα κατευθύνει τις τράπεζες να προσαρμόσουν ανάλογα τα κεφάλαια και το επίπεδο των προβλέψεών τους. Εκτιμάται ότι μεσοπρόθεσμα το αποτέλεσμα της μελέτης θα έχει θετική επίδραση στην αποδοχή των ελληνικών τραπεζών από τις αγορές και είναι πιθανόν ότι θα διευκολύνει τη συντομότερη επιστροφή τους σε αυτές.
Η θέσπιση ενισχυμένων μέτρων εποπτείας και εξυγίανσης των τραπεζών

Ιδιαίτερα θετικά κρίνεται η ψήφιση του N. 4021/2011 για τα ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των τραπεζών. Μέσω των διατάξεών του, παρέχονται νέες δυνατότητες για τη διαχείριση και επιτυχή αντιμετώπιση αδυναμιών σε μεμονωμένα πιστωτικά ιδρύματα και, προπαντός, για την αποσόβηση της μετεξέλιξης μιας ατομικής τραπεζικής αναταραχής σε συστημική. Επιδιώκεται έτσι να διασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αλλά και να συνεχίζεται η κατά το μέτρο του δυνατού χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα.

Απετράπη η πιστωτική ασφυξία, παρά τη μείωση της ρευστότητας


Οι τράπεζες παραμένουν σήμερα αποκλεισμένες από τις διεθνείς αγορές, υφίστανται τις συνέπειες της συρρικνούμενης καταθετικής βάσης τους, ενώ το ενέχυρο μέσω του οποίου αντλούν χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα υφίσταται απομείωση της αξίας του ή και δεν είναι πλέον αποδεκτό.
Το πρώτο εξάμηνο του 2011 η επίδραση των παραγόντων αυτών δημιούργησε ασφυκτικές πιέσεις στη ρευστότητα των τραπεζών. Η διατήρηση των μέτρων παροχής ρευστότητας από το Ευρωσύστημα και τα μέτρα ενίσχυσης για τη ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας μετρίασαν τις πιέσεις αυτές και συνέβαλαν στον, κατά το δυνατόν, περιορισμό φαινομένων πιστωτικής ασφυξίας. Είναι σημαντικό ότι το πρώτο εξάμηνο του έτους ο ετήσιος ρυθμός μείωσης χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα (-1,2%) ήταν πολύ περιορισμένος συγκρινόμενος με το ρυθμό υποχώρησης του ονομαστικού ΑΕΠ (-6,2%).
Χωρίς τα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας οι τράπεζες θα ήταν αναγκασμένες να προβούν σε ραγδαία συρρίκνωση (απομόχλευση) του ενεργητικού τους, με συνέπεια τη σημαντική υποχώρηση της χρηματοδότησης της οικονομίας και ως εκ τούτου τη δημιουργία συνθηκών που θα οδηγούσαν σε ακόμη εντονότερη ύφεση από αυτήν που καταγράφεται μέχρι στιγμής.
Εξάλλου, πέραν των συνήθων πράξεων του Ευρωσυστήματος, από τον Αύγουστο η Τράπεζα της Ελλάδος έχει παράσχει επίσης έκτακτη χρηματοδότηση στα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να αντισταθμιστούν η απόσυρση καταθέσεων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα αλλά και η απομείωση της αξίας του αποδεκτού για πράξεις νομισματικής πολιτικής ενεχύρου.
ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Άμεση προτεραιότητα να αντιμετωπιστεί έμπρακτα η κρίση αξιοπιστίας

Μετά και τις αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου, η νέα κυβέρνηση πρέπει να πείσει ότι αυτή τη φορά η χώρα θα τηρήσει κατά γράμμα τις δικές της υποχρεώσεις, δηλαδή το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικών αλλαγών. Για να πειστούν όμως τώρα οι αγορές και οι πολίτες ότι υπάρχει διέξοδος, πρέπει να καταρτιστεί με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η στρατηγική της χώρας. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας είναι ο μόνος τρόπος για να συντομευθεί η ύφεση, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ανάκαμψης και να αξιοποιήσει η Ελλάδα τις θετικές πλευρές των αποφάσεων των Συνόδων της 23ης και 26ης Οκτωβρίου.

Δύο οι εθνικοί στόχοι


Δύο είναι οι εθνικοί στόχοι που πρέπει πάση θυσία να επιδιώξουμε τώρα:
Πρώτον, δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων στη δημοσιονομική διαχείριση, με ρυθμούς υψηλότερους απ’ ό,τι προβλέπεται.
Δεύτερον, συντομότερη ανάκαμψη και ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή με έμφαση στις δαπάνες

Αν υπερακοντίσουμε τους στόχους στη δημοσιονομική προσαρμογή, με έμφαση στην περιστολή των δαπανών, και αν παράλληλα αρχίσει η ανάκαμψη της οικονομίας και διαψεύσουμε τις απαισιόδοξες προβλέψεις για την ανάπτυξη, είναι εφικτή η συρρίκνωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ σε επίπεδα και κάτω του 120% και μάλιστα συντομότερα απ’ ό,τι επιδιώκεται σήμερα (δηλαδή πριν από το 2020). Αν αυτό συμβεί, μπορεί να βελτιώσει ραγδαία το κλίμα, θέτοντας σε κίνηση έναν ενάρετο κύκλο ανόδου.
Χρειαζόμαστε συνεπώς μια πολιτική που θα ικανοποιεί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
1ον– Να στοχεύει στην αλλαγή των δομών που δημιουργούν τα προβλήματα. Γι’ αυτό παράλληλα με τη δημοσιονομική προσαρμογή πρέπει να προχωρήσει με ταχύτητα ο εκσυγχρονισμός του κράτους και της δημόσιας διοίκησης.
2ον– Να παραμένει σταθερά προσηλωμένη στους στόχους που έχουν τεθεί, να τους επιβεβαιώνει συνεχώς και να τονίζει την πρωταρχική δέσμευση της Ελλάδος να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση εντός της ζώνης του ευρώ.
3ον– Να τηρεί απαρέγκλιτα τα χρονοδιαγράμματα που έχει θέσει.
4ον– Να υπερκαλύπτει όπου είναι δυνατόν τους αρχικούς στόχους.
5ον– Να εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή κοινωνική και πολιτική συναίνεση.
6ον– Να δώσει πολύ σύντομα απτές αποδείξεις της βούλησης να προχωρήσει γρήγορα η εφαρμογή της πολιτικής αυτής, όπως είναι η δημιουργία στο εγγύς μέλλον πρωτογενών και αυξανόμενων πλεονασμάτων, η άμεση προώθηση των μεγάλων αποκρατικοποιήσεων, η προσέλκυση επενδυτών για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας (που μπορεί να αποφέρει εισόδημα και αύξηση της απασχόλησης) και η κατάργηση χωρίς χρονοτριβή όλων εκείνων των φορέων του δημόσιου τομέα που κρίνεται ότι δεν προσφέρουν χρήσιμο έργο.
7ον– Να επανενεργοποιήσει, αξιοποιώντας τους διαρθρωτικούς πόρους της ΕΕ, μεγάλες δημόσιες επενδύσεις.
8ον– Να πείσει τους επενδυτές ότι η οικονομία στο μέλλον θα λειτουργήσει σε νέα πλαίσια που θα εξασφαλίζουν τη λειτουργία του ανταγωνισμού και την ομαλή λειτουργία των αγορών και θα βελτιώνουν την παραγωγικότητα.
Για να στηριχθεί η αξιοπιστία του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής πρέπει τώρα να δοθούν έμπρακτα, θετικά μηνύματα ότι αυτή τη φορά οι αποφάσεις θα εφαρμοστούν κατά γράμμα. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζονται (α) συγκεκριμένα προγράμματα για κάθε υπουργείο και τομέα κυβερνητικής ευθύνης, (β) συντονισμός όλων των επιμέρους προγραμμάτων μέσω ενός αποτελεσματικού κεντρικού μηχανισμού, (γ) ισχυρή και συμπαγής πολιτική βούληση που θα εκφράζεται με συγκεκριμένες πράξεις σε κάθε τομέα ευθύνης, (δ) μέτρα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, (ε) στενή συνεργασία με την ομάδα τεχνικής βοήθειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη

Ο περιορισμός της ύφεσης και η ταχύτερη δυνατή επαναφορά της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης προϋποθέτουν αποκατάσταση του κλίματος και σοβαρή πρόοδο στη δημοσιονομική προσαρμογή, που θα δώσουν σαφή μηνύματα ότι η οικονομία μπορεί να ανακάμψει. Παράλληλα, πρέπει να ενθαρρυνθεί η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία σήμερα υφίσταται έντονα τις αρνητικές επιδράσεις της μειωμένης ζήτησης, της χαμηλής ανταγωνιστικότητας, της επιβραδυνόμενης πιστωτικής επέκτασης και του αυξημένου φορολογικού βάρους.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει υποστηρίξει ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων και ότι η αιχμή της πολιτικής για την αύξηση των εσόδων ―που είναι ασφαλώς απαραίτητη― πρέπει να είναι η σύλληψη της φοροδιαφυγής. Περαιτέρω αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των ήδη φορολογουμένων θα κατέληγε όχι μόνο να επιτείνει την ύφεση, αλλά και να οδηγήσει στο αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή μείωση αντί αύξησης των εσόδων.
Αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στη διαμόρφωση του νέου φορολογικού νομοθετικού πλαισίου, το οποίο θα πρέπει να αποφύγει την επιβολή νέων επιβαρύνσεων ιδιαίτερα στους κατά τεκμήριο ειλικρινείς φορολογουμένους.
Θα πρέπει επίσης να περιγράψει με σαφήνεια τις προϋποθέσεις ―δηλαδή πρώτα και κύρια την πρόοδο της δημοσιονομικής εξυγίανσης― υπό τις οποίες θα γίνει δυνατή η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των ειλικρινών φορολογουμένων.
Προϋποθέσεις για την αναστροφή των απαισιόδοξων προσδοκιών

Μεταξύ των προϋποθέσεων για να αναστραφούν οι απαισιόδοξες προσδοκίες για το μέλλον της οικονομίας, ώστε να σταματήσει η εκροή των καταθέσεων, να ενθαρρυνθούν τα νοικοκυριά για κατανάλωση και οι επιχειρήσεις για επενδύσεις και να ευνοηθούν οι εξαγωγές, είναι:
• Ο εκσυγχρονισμός του κράτους και της δημόσιας διοίκησης.
• Η δημιουργία συνθηκών για την αποτελεσματική λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.
• Η ταχεία πρόοδος στον εξορθολογισμό του ρυθμιστικού περιβάλλοντος των αγορών προϊόντων.
• Ο εκσυγχρονισμός των «υπηρεσιών δικτύου”», που είναι απαραίτητος για την αύξηση της παραγωγικότητας αλλά και για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.
• Η προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας με συντεταγμένο τρόπο, βάσει των νέων ρυθμίσεων που έχουν νομοθετηθεί το 2010-2011.
Χρηματοδότηση της ανάκαμψης

Καθώς ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα παραμένει αρνητικός και η μείωση του εισοδήματος των νοικοκυριών και των κερδών των επιχειρήσεων συνεχίζεται, η χρηματοδότηση της ανάκαμψης ―και στη συνέχεια της ανάπτυξης― της οικονομίας μπορεί αρχικά να προέλθει από τις ακόλουθες πηγές:
• Την αξιοποίηση των αποφάσεων για την ταχύτερη εκταμίευση των πόρων που διατίθενται βάσει του ΕΣΠΑ, σε συνεργασία και με την ομάδα «τεχνικής βοήθειας» της ΕΕ.
• Την εφαρμογή του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, που μπορεί να αποτελέσει σημαντικό δίαυλο για την προσέλκυση κεφαλαίων από το εξωτερικό και την εισαγωγή τεχνογνωσίας και τεχνολογίας.
Αξιοποίηση των σημαντικών παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας και κοινωνική συναίνεση

Η μακροχρόνια προσπάθεια προσαρμογής και ανασυγκρότησης της οικονομίας στηρίζεται σε δύο πυλώνες – πρώτον, τη δημοσιονομική εξυγίανση και προσαρμογή και, δεύτερον, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου.
Οι περισσότεροι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα διαθέτει μερικά σημαντικά εν δυνάμει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, που συνδέονται τόσο με τη γεωγραφική της θέση όσο και, μεταξύ άλλων, με τους φυσικούς και ανθρώπινους πόρους της – όπως είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ορισμένα ορυκτά, το κλίμα, το φυσικό περιβάλλον και τα αρχαία μνημεία, η διαθεσιμότητα ενός εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης, αλλά και μια έφεση επιχειρηματικότητας. Ωστόσο, στην παρούσα συγκυρία τα πλεονεκτήματα αυτά παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανενεργά.
Οι κύριοι λόγοι είναι δύο:
• Πρώτον, το «έλλειμμα αξιοπιστίας». Όσο η Ελλάδα θεωρείται χώρα-παράδειγμα δημοσιονομικού εκτροχιασμού και αμφισβητούνται οι δυνατότητες περαιτέρω ουσιαστικής προόδου της δημοσιονομικής εξυγίανσης και ανάκαμψης της οικονομίας, η προσέλκυση ξένων επενδύσεων (και τεχνογνωσίας) για την αξιοποίηση των εν δυνάμει πλεονεκτημάτων θα παραμένει προβληματική ή θα είναι δυνατή μόνο υπό ασύμφορους οικονομικούς όρους. Το ίδιο αντικίνητρο αφορά και την ανάληψη εγχώριων επενδυτικών πρωτοβουλιών – αν και υπάρχουν φωτεινά παραδείγματα επιχειρήσεων που τολμούν, μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, και σημειώνουν επιτυχίες στην εξωτερική αγορά.
• Δεύτερον, οι καθυστερήσεις και οι «εκπτώσεις» στην προώθηση και την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα διευκόλυναν την αποτελεσματική λειτουργία των αγορών προϊόντων και εργασίας, θα επέσπευδαν την ανάκαμψη και θα δημιουργούσαν προϋποθέσεις για διατηρήσιμη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και σταθερή ανάπτυξη. Και στην περίπτωση αυτή, οι αρνητικές συνέπειες είναι οι ίδιες.
Πίσω και από τους δύο λόγους βρίσκεται ο «μεγάλος ασθενής», δηλαδή η λειτουργία του κράτους, που αντανακλά και ευνοεί ενίοτε τους συντεχνιακούς συμβιβασμούς, τη διαφθορά σε κάποιες περιπτώσεις, την επ’ αόριστον συγκάλυψη των προβλημάτων και την αποδυνάμωση των εκάστοτε προτεινομένων λύσεων. Το γεγονός ότι η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού είναι πλήρως αναντίστοιχη με τις σημερινές έκτακτες ανάγκες έχει δυσμενέστατες συνέπειες.
Ωστόσο, για να προχωρήσει τώρα το δύσκολο πρόγραμμα προσαρμογής πρέπει να λειτουργήσουν ταυτόχρονα και οι δύο πυλώνες του, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί ο φαύλος κύκλος ύφεσης-δημοσιονομικής συστολής-αβεβαιότητας, να στηριχθεί η ανάκαμψη της οικονομίας και να εδραιωθούν οι αναπτυξιακές της προοπτικές.
Μόνο έτσι θα γίνει επιτέλους πιστευτό ότι η χώρα είναι αξιόχρεη. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ένα αναλυτικό δεσμευτικό Σχέδιο για την Ανάπτυξη, όπως έχει προτείνει η Τράπεζα της Ελλάδος. Αν οι επιμέρους πολιτικές εξειδικεύονται σωστά στο Σχέδιο, αν δηλαδή διασφαλίζονται τόσο η αποτελεσματικότητα και η εσωτερική συνοχή τους όσο και η κοινωνική δικαιοσύνη, ο βαθμός εμπιστοσύνης της κοινωνίας μπορεί να αυξηθεί και ο κοινωνικός και πολιτικός διάλογος ―αντί να καταλήγει σε ένα «διάλογο κωφών» ή σε ένα «πόλεμο όλων εναντίον όλων»― να αποτελεί ουσιαστική διαπραγμάτευση σχετικά με τον κοινωνικά δίκαιο και ταυτόχρονα πιο αποτελεσματικό επιμερισμό των θυσιών, οι οποίες είναι απολύτως αναγκαίες για την έξοδο από την κρίση, καθώς και να σηματοδοτεί την προοπτική για τα μελλοντικά οφέλη.
Ένας τέτοιος «οδικός χάρτης» θα μπορούσε να μας οδηγήσει, μέσα από μια επίπονη αλλά γόνιμη προσπάθεια ολόκληρης της κοινωνίας, στην έξοδο από τη σημερινή απειλητική κρίση και στη διασφάλιση της θέσης της χώρας εντός της ζώνης του ευρώ.

Shortlink:

X Αν θέλετε κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook