Παρέμβαση Στουρνάρα – «Να κλείσει άμεσα η αξιολόγηση – Αδικαιολόγητος ο πανικός στο Χρηματιστήριο»

stournaras-570-435x400
H πρώτη αξιολόγηση πρέπει να κλείσει άμεσα, διαφορετικά οι συνέπειες για την ελληνική οικονομία θα είναι καταστροφικές, προειδοποίησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σε επιτροπή της Βουλής.

Ο κ. Στουρνάρας τόνισε τη σημασία της πολιτικής συναίνεσης, ενώ χαρακτήρισε αδικαιολόγητο τον πανικό που επικράτησε τις τελευταίες ημέρες στο Χρηματιστήριο της Αθήνας.

Όσον αφορά τις τράπεζες, χαρακτήρισε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ως τη μεγαλύτερη πρόκληση και ανέφερε ότι η ΤτΕ θα θέσει συγκεκριμένους στόχους μείωσης των NPLs για κάθε τράπεζα ξεχωριστά, από το β΄εξάμηνο του 2016.

Η εισαγωγική τοποθέτηση στη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής

Η Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική υποβλήθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 2015 στη Βουλή των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο, σε μία περίοδο που οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους εταίρους διεξάγονταν ομαλά, ενώ είχε μόλις ολοκληρωθεί με επιτυχία και η ανακεφαλαιοποίηση των τεσσάρων σημαντικών τραπεζών.

Αυτοί οι παράγοντες δημιουργούσαν, την περίοδο εκείνη, και εξακολουθούν να δημιουργούν σήμερα, εύλογες προοπτικές επιτυχίας της συμφωνίας με τους Ευρωπαίους εταίρους και επιστροφής στην οικονομική ανάπτυξη. Βασική προϋπόθεση όμως για αυτό είναι η επικράτηση κλίματος πολιτικής σταθερότητας και κοινωνικής συναίνεσης, που θα επιτρέψει την απρόσκοπτη εφαρμογή των όρων της συμφωνίας, καθώς και η επιτυχής και ταχεία ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του προγράμματος, που θα βελτιώσει τους όρους χρηματοδότησης της οικονομίας και θα διευκολύνει τη διαπραγμάτευση για την ελάφρυνση του χρέους.

Υπενθυμίζεται ότι η  προηγούμενη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2014-15 υπεβλήθη στη Βουλή των Ελλήνων στις 17 Ιουνίου του 2015. Τότε, οι διαπραγματεύσεις με τους εταίρους ήταν σε κρίσιμο σημείο και όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά. Η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεσή της είχε υπογραμμίσει με έμφαση τις αρνητικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης ρήξης με τους εταίρους και είχε υποστηρίξει ότι «η συμφωνία είναι ιστορική επιταγή, που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε». Λίγες μέρες αργότερα, στις 28 Ιουνίου, η παράταση της αβεβαιότητας κατέστησε αναγκαία τη θέσπιση τραπεζικής αργίας και την επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, για να διαφυλαχθούν η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και οι καταθέσεις.

  1. Η συμφωνία της 12ης Ιουλίου ανέκοψε τη δυσμενή και αβέβαιη πορεία της οικονομίας

Η δυσμενής και αβέβαιη πορεία της οικονομίας το πρώτο εξάμηνο του 2015 ανεκόπη στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωζώνης της 12ης Ιουλίου 2015, όπου οι ελληνικές αρχές δεσμεύτηκαν σε ένα πλαίσιο προαπαιτούμενων μέτρων, ως προϋπόθεση για τη διαπραγμάτευση ενός νέου προγράμματος χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM). Η συμφωνία αυτή επιβεβαίωσε τη βούληση για παραμονή της χώρας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η εφαρμογή της συμφωνίας προωθήθηκε τους επόμενους μήνες με την ψήφιση νομοθετημάτων που αφορούν διαρθρωτικές αλλαγές στο δημοσιονομικό τομέα, τη δημόσια διοίκηση, το ασφαλιστικό, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων και τον εκσυγχρονισμό του πτωχευτικού δικαίου. Οι τέσσερις σημαντικές τράπεζες κατόρθωσαν να προσελκύσουν επαρκή ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια για την ανακεφαλαιοποίησή τους, ενώ δυο από αυτές  κάλυψαν με ιδιωτικά κεφάλαια όλες τις κεφαλαιακές ανάγκες.

Η νέα συμφωνία, εκτός από τη διατήρηση και ενίσχυση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών και την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, είναι εστιασμένη στη διεύρυνση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας, δεδομένου ότι, κατά κύριο λόγο, περιλαμβάνει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και στη λειτουργία του κράτους, οι οποίες, εάν εφαρμοστούν αποτελεσματικά, θα έχουν θετικές επιδράσεις, μεσοπρόθεσμα αλλά και βραχυπρόθεσμα.

  1. Η εξάλειψη των μακροοικονομικών ανισορροπιών επιτρέπει τώρα τη στροφή στην ανάπτυξη

Εν κατακλείδι, η συμφωνία με τον ESM μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης και να διευκολύνει σημαντικά την άσκηση μιας οικονομικής πολιτικής, που θα επιδιώξει την ταχύτερη δυνατή επάνοδο της ελληνικής οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η συμφωνία με τον ESM και η έμφαση στις μεταρρυθμίσεις που ευνοούν την ανάπτυξη δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν- τουλάχιστον σε αυτή τη μορφή- εάν δεν είχαν αντιμετωπιστεί τα προηγούμενα χρόνια οι μακροοικονομικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας. Συγκεκριμένα:

  • Περιορίστηκε το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα και καλύφθηκαν τα ¾ της ολικής προσαρμογής (τελικός στόχος για 3,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα από το 2018 σε σύγκριση με έλλειμμα 10,1% του ΑΕΠ το 2009).
  • Αντιμετωπίστηκαν το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η απώλεια ανταγωνιστικότητας, καθώς και οι δυσκαμψίες και τα εμπόδια στην αγορά εργασίας, οδηγώντας σε σημαντική ενίσχυση των εξαγωγών.
  • Παρατηρήθηκε σημαντική αναδιάρθρωση των κλάδων παραγωγής υπέρ των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας και κατ΄ επέκταση του δυνητικού προϊόντος της οικονομίας σε μακροχρόνια βάση.

Στους τομείς αυτούς τα δύο προηγούμενα προγράμματα πέτυχαν  τους στόχους τους, με υψηλό βέβαια κόστος, που συνοψίζεται στη μακρά διάρκεια και το μέγεθος της ύφεσης.  Ένας βασικός λόγος που εξηγεί το μέγεθος και τη διάρκεια της ύφεσης είναι οι οπισθοδρομήσεις που συνέβησαν αρκετές φορές στο παρελθόν και ανέτρεπαν την πρόοδο που είχε επιτευχθεί κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο. Ένα σημαντικό μάθημα λοιπόν από την μέχρι τώρα εμπειρία είναι ότι πρέπει να αποφύγουμε πάση θυσία, μία νέα οπισθοδρόμηση, έναν νέο φαύλο κύκλο.

  1. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα επιδρά αρνητικά στις αναπτυξιακές προοπτικές

Οι συχνές οπισθοδρομήσεις αλλά και καθυστερήσεις στις ιδιωτικοποιήσεις και σε βασικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, εξηγούν και τις καθυστερήσεις στην εμφάνιση  των θετικών επιπτώσεων. Έτσι, μόλις το 2014 και στις αρχές 2015 άρχισαν να καταγράφονται οι επιπτώσεις αυτές: άνοδος του ΑΕΠ το 2014 κατά 0,7% και θετικοί ρυθμοί ανόδου τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2015 σε ετήσια βάση. Εκτιμάται ότι η ασθενής ανάκαμψη θα είχε εδραιωθεί και το συνολικό αποτέλεσμα για το 2015 και το 2016 θα ήταν θετικό (όπως είχε άλλωστε προβλεφθεί), εάν δεν είχε μεσολαβήσει η έξαρση της αβεβαιότητας από τους τελευταίους μήνες του 2014 και το πρώτο εξάμηνο του 2015. Στην περίοδο αυτή υπήρξαν δύο εκλογικές αναμετρήσεις, ένα δημοψήφισμα με οξείες αντιπαραθέσεις και μια μακρόσυρτη διαδικασία διαπραγματεύσεων με αντιφατικά μηνύματα. Η αβεβαιότητα, αλλά και οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία κορυφώθηκαν με την τραπεζική αργία και την επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων.

Οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων είχαν άμεσες και ορατές αρνητικές επιπτώσεις  – τουλάχιστον την πρώτη περίοδο – στις συναλλαγές εξωτερικού και εσωτερικού, οι οποίες απαλύνονται όσο χαλαρώνουν οι έλεγχοι. Οι στρεβλώσεις όμως που επέφεραν στις αγορές κεφαλαίων, προϊόντων και υπηρεσιών έχουν έμμεσες επιπτώσεις, που δεν μπορούν ακόμη να αποτιμηθούν με ακρίβεια. Μπορεί όμως βάσιμα να εκτιμηθεί ότι, τόσο  το β΄ εξάμηνο του 2015 όσο και το α’ εξάμηνο του 2016, επιβάρυναν και θα εξακολουθούν να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα. Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, οι έλεγχοι ανέκοψαν την εκροή καταθέσεων και κεφαλαίων και  – ως παράπλευρο όφελος – ενθάρρυναν τη χρήση ηλεκτρονικού χρήματος.

  1. Η οικονομία εκτιμάται ότι επέστρεψε σε ελαφρά αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης το 2015, ωστόσο η ανάκαμψη το δεύτερο εξάμηνο του 2016 είναι πιθανή

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας κατά το πρώτο εξάμηνο του περασμένου έτους προσδιορίστηκαν κυρίως από την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και τη βελτίωση του εξωτερικού τομέα με αύξηση των εξαγωγών αγαθών και του τουρισμού και μείωση των εισαγωγών. Αντιθέτως, η ζήτηση επενδυτικών αγαθών σημείωσε περαιτέρω υποχώρηση, λόγω της επιβάρυνσης του οικονομικού κλίματος και των δυσμενών χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Στο ίδιο διάστημα, η απασχόληση αυξήθηκε, λόγω της διατήρησης θετικού ρυθμού ανάπτυξης στους επιμέρους τομείς της οικονομίας και της μεγάλης ανόδου της τουριστικής κίνησης.

Συνεπώς, η διατήρηση θετικού ρυθμού ανάπτυξης το πρώτο εξάμηνο του 2015 ήταν συνέχεια της ανάκαμψης που επιτεύχθηκε το 2014, παρά την παρατεταμένη αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με τους εταίρους. Ωστόσο, η κατάρρευση του οικονομικού κλίματος και η κορύφωση της αβεβαιότητας για την πορεία της χώρας την περίοδο του δημοψηφίσματος οδήγησε στην τραπεζική αργία και την επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, γεγονότα που είχαν ως αποτέλεσμα  την επιστροφή της οικονομίας σε ύφεση από το τρίτο τρίμηνο του 2015.

Τα πιο πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι οι εξελίξεις είναι ευνοϊκότερες σε σχέση με τις απαισιόδοξες προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί το καλοκαίρι. Σ’ αυτό συνέβαλε η ταχεία χαλάρωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων και η βελτίωση της διαχείρισης των ελέγχων, η μείωση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, η καλύτερη του αναμενόμενου τουριστική περίοδος,  αλλά και η ορθολογική συμπεριφορά των καταναλωτών. Εκτιμάται επίσης ότι η ελληνική οικονομία είναι δυνατόν να επιστρέψει σε  αναπτυξιακή τροχιά από το δεύτερο εξάμηνο του 2016. Οι προκλήσεις όμως είναι πολλές και πηγάζουν όχι μόνο από απρόβλεπτες εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον, αλλά κυρίως από κινδύνους που ενδέχεται να επηρεάσουν την εγχώρια μακροοικονομική συγκυρία, όπως είναι κατά κύριο λόγο η καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης του νέου σταθεροποιητικού προγράμματος, η αδυναμία έγκαιρης εφαρμογής των δράσεών του, η απουσία κλίματος κοινωνικής συναίνεσης και πολιτικής σταθερότητας.

  1. 6. Ισχυροποιήθηκε το τραπεζικό σύστημα μετά την ανακεφαλαιοποίηση

Η εκροή καταθέσεων, λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας για το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με τους εταίρους, και το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της χειροτέρευσης του οικονομικού κλίματος, κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, παρά την ανακεφαλαιοποίηση του 2014. Η ΕΚΤ διενέργησε συνολική αξιολόγηση των τεσσάρων σημαντικών ελληνικών τραπεζών. Συνολικά, από την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων στις τέσσερις τράπεζες προέκυψε υστέρηση κεφαλαίων ύψους 4,4 δισεκ. ευρώ σύμφωνα με το βασικό σενάριο και 14,4 δισεκ. ευρώ σύμφωνα με το σενάριο δυσμενών εξελίξεων, δηλαδή πολύ χαμηλότερα από το ποσό των 25 δισεκ. ευρώ που είχε προβλεφθεί στο μνημόνιο συνεννόησης.

Οι τέσσερις σημαντικές τράπεζες κάλυψαν τα απαιτούμενα κεφάλαια που προέκυψαν από την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που διενέργησε η ΕΚΤ:

  • Μέσω της συμμετοχής ξένων επενδυτών, οι οποίοι επένδυσαν περίπου 5,3 δισεκ. ευρώ.
  • Μέσω μέτρων κεφαλαιακής ενίσχυσης ύψους 0,6 δισεκ. ευρώ.
  • Κεφάλαια ύψους περίπου 2,7 δισεκ. ευρώ αντλήθηκαν μέσω της διαχείρισης στοιχείων παθητικού (προτάσεις εθελοντικής ανταλλαγής ομολόγων με μετοχές).

Τα επιπρόσθετα κεφάλαια για τις δύο τράπεζες που δεν κάλυψαν τις κεφαλαιακές τους ανάγκες του δυσμενούς σεναρίου από ιδιωτικές πηγές (περίπου 5,4 δισεκ ευρώ) προήλθαν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιοι πόροι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν τελικά πολύ λιγότεροι από το ποσό των 25 δισεκ. ευρώ που είχε προβλεφθεί αρχικά από το Eurogroup τον Αύγουστο του 2015.

Επίσης, ανακεφαλαιοποιήθηκαν και οι μικρότερες, οι λεγόμενες μη σημαντικές τράπεζες.

Η βαθμιαία αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης είχε ως αποτέλεσμα την έστω και μικρή επιστροφή των καταθέσεων. Περισσότερα των 2 δισεκ. ευρώ επέστρεψαν στο τραπεζικό σύστημα από την 20ή Ιουλίου 2015, όταν καταργήθηκε η τραπεζική αργία, μέχρι σήμερα.

Επιπλέον, μειώθηκε η εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από τον Έκτακτο Μηχανισμό Χρηματοδότησης (ELA), όπως φαίνεται από τη μείωση του ανωτάτου ορίου του από τον Ιούλιο του 2015 έως σήμερα κατά περίπου 19 δισεκ. ευρώ. Η μείωση του ανώτατου ορίου του ELA αντανακλά τη βελτίωση της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών, στο πλαίσιο της υποχώρησης της αβεβαιότητας και της σταθεροποίησης των ροών καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα.

  1. Η επίλυση του προβλήματος των δανείων σε καθυστέρηση

Η ανακεφαλαιοποίηση είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κεφαλαιακών αποθεμάτων προληπτικής εποπτείας στις τέσσερις σημαντικές τράπεζες, τα οποία θα βελτιώσουν την ανθεκτικότητα των ισολογισμών τους και τη δυνατότητά τους να αντεπεξέρχονται σε ενδεχόμενες αρνητικές μακροοικονομικές διαταραχές, καθώς και στην αναγνώριση των απωλειών, που θα προκύψουν από την επίλυση του ζητήματος των δανείων σε καθυστέρηση. Σε συνέχεια της ανακεφαλαιοποίησης, ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας ανερχόταν  σε 18,1% το Δεκέμβριο του 2015, δηλαδή, ήταν ένας από τους υψηλότερους στην Ευρώπη (μέσος όρος των σημαντικότερων τραπεζών ανά χώρα σε επίπεδο ΕΕ: 16,7% στο τέλος Ιουνίου 2015).

Η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί την πλέον σημαντική πρόκληση για το τραπεζικό σύστημα. Στην αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης εκτιμάται ότι θα συμβάλουν οι στόχοι για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων που θα θέσει η Τράπεζα της Ελλάδος εντός του τρέχοντος μηνός, κατόπιν διαβούλευσης με τις τράπεζες, με ορίζοντα εφαρμογής από τον Ιούνιο του 2016 και παρακολούθηση ανά τρίμηνο. Η υποχρέωση των τραπεζών να επιτύχουν τους στόχους, σε συνδυασμό με το νέο θεσμικό πλαίσιο, που συνδέεται με τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων, τον εκσυγχρονισμό του πτωχευτικού δικαίου και τη νομοθεσία που ορίζει τους όρους για την προστασία από τους πλειστηριασμούς κύριας κατοικίας, εκτιμάται ότι θα συμβάλουν θετικά στη σταδιακή υποχώρηση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαραίτητη η συνέχιση της συντηρητικής πολιτικής των τραπεζών, όσον αφορά το σχηματισμό προβλέψεων, και η διατήρηση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας σε επίπεδα αρκούντως υψηλότερα των ελαχίστων που καθορίζουν οι εποπτικοί κανόνες.

  1. Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης θα ενισχύσει την προοπτική ανάκαμψης το 2016

Το 2016 θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απαρχή μιας νέας πορείας, που θα οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση και σε διατηρήσιμη ανάπτυξη. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό, πρέπει να ολοκληρωθεί, το συντομότερο δυνατόν, η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος,  δεδομένου ότι  έχει ήδη καθυστερήσει. Η ταχεία ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης εκτιμάται ότι θα έχει σημαντική επίδραση στην πραγματική οικονομία για τους ακόλουθους λόγους:

  • Βελτιώνει δραστικά το κλίμα εμπιστοσύνης, γεγονός που θα επιταχύνει την επιστροφή καταθέσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αλλά και συμβάλει στην αποκατάσταση της πρόσβασης των πιστωτικών ιδρυμάτων στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων για άντληση χρηματοδότησης.
  • Οδηγεί στην επανένταξη των ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το ευρωσύστημα εξασφαλίσεις, η οποία θα επιτρέψει την πολύ φθηνότερη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ.
  • Καθιστά δυνατή τη συμμετοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
  • Επιταχύνει τις διαδικασίες χαλάρωσης – και τελικώς άρσης- των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων.

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την επιτυχή ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την αποτελεσματικότερη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα επαναφέρουν την κανονικότητα στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Αυτό σημαίνει διεύρυνση της ρευστότητας, μείωση του κόστους δανεισμού και ενίσχυση της πιστοδοτικής ικανότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, δηλαδή ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης της οικονομίας και κατ’ επέκταση ενδυνάμωση της ανάπτυξης.

Επίσης, η επιτυχής ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης είναι αποφασιστικής σημασίας, καθώς θα επιτρέψει την έναρξη των συζητήσεων με τους εταίρους για την ανάληψη δράσεων περαιτέρω ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους. Οι δράσεις που είναι σκόπιμο να αναληφθούν πρέπει να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου να διατηρούνται σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Μεταξύ άλλων, αυτό θα έχει ως άμεση συνέπεια τη δυνατότητα χαλάρωσης του τελικού δημοσιονομικού στόχου και θα απελευθερώσει πόρους, οι οποίοι θα κατευθυνθούν σε επενδύσεις που θα ενισχύσουν το εγχώριο προϊόν και την απασχόληση.

 Κίνδυνοι και αβεβαιότητες

Η πρόβλεψη για ανάκαμψη στο τέλος του έτους χαρακτηρίζεται την περίοδο αυτή από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας, η οποία στο εσωτερικό συνδέεται κυρίως με την  ταχύτητα  της έκβασης της πρώτης αξιολόγησης, η οποία έχει ήδη καθυστερήσει.

Μια δεύτερη κατηγορία αβεβαιοτήτων και κινδύνων προέρχεται από το διεθνές περιβάλλον. Συγκεκριμένα, έχει αυξηθεί η μεταβλητότητα των διεθνών αγορών κεφαλαίου, καθώς και η αποστροφή ανάληψης κινδύνου, εξαιτίας της μεγαλύτερης αβεβαιότητας για την πορεία της διεθνούς οικονομίας (ιδιαίτερα της Κίνας και αρκετών αναπτυσσόμενων χώρων), αλλά και αβεβαιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που συνδέεται με το προσφυγικό και το δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο για την παραμονή του ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση πάντως, τα βασικά θεμελιώδη μεγέθη της παγκόσμιας οικονομίας δεν δικαιολογούν πανικό

Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι το προσφυγικό και ο τρόπος που θα το αντιμετωπίσει τόσο η Ελλάδα, κυρίως όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της. Σε κάθε περίπτωση, το ενδεχόμενο επιβολής περιορισμών στην ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων δεν μπορεί να αποκλειστεί και, αν συμβεί, οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία θα είναι βαριές.

Στο πλαίσιο των προαναφερθέντων κινδύνων και αβεβαιοτήτων για την πορεία της διεθνούς οικονομίας, ενδεχόμενη αποτυχία στην ταχεία ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης θα λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά, καθώς θα οδηγήσει σε υποχώρηση της εμπιστοσύνης, επιδείνωση των χρηματοδοτικών συνθηκών και τελικά σε όξυνση της ύφεσης.

 Προϋποθέσεις για ανακοπή της ύφεσης και διατηρήσιμη ανάκαμψη

Όπως έχω αναφέρει πολλές φορές,  η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια έχει διανύσει έναν επίπονο δρόμο προσαρμογής με μεγάλο κοινωνικό κόστος, αλλά με απτά και θετικά αποτελέσματα. Όσα απομένουν να ολοκληρωθούν είναι ένα σχετικά μικρό μόνο μέρος της μεγάλης προσπάθειας που έχει γίνει. Για να καλυφθεί η απόσταση που απομένει και να οδηγηθεί η οικονομία σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, επιβάλλονται τα εξής:

  • Αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η αντιμετώπιση αυτή όχι μόνο θα ελαφρύνει το βάρος για τους δανειολήπτες που θα συνεργαστούν, αλλά και θα επιτρέψει στις τράπεζες να απελευθερώσουν κεφάλαια τα οποία είναι δεσμευμένα σε δάνεια που είναι απίθανο να αποπληρωθούν. Τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στις πιο δυναμικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στη συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας υπέρ των κλάδων παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας.
  • Συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής με σκοπό την επίτευξη του τελικού δημοσιονομικού στόχου το 2018 (3,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα ή χαμηλότερο, στο βαθμό που υιοθετηθούν πιο φιλόδοξοι στόχοι ιδιωτικοποιήσεων ή προχωρήσει η ελάφρυνση του χρέους) με έμφαση στη μείωση μη-παραγωγικών δαπανών του δημοσίου και όχι στην αύξηση των φόρων, η οποία ενισχύει τα κίνητρα για φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή και ενθαρρύνει την αδήλωτη εργασία. Τα ίδια επιχειρήματα ισχύουν και για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
  • Ταχεία εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και στη λειτουργία του δημόσιου τομέα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και της ανταγωνιστικότητας.
  • Ενθάρρυνση των επιχειρηματικών επενδύσεων μέσω της εξασφάλισης ενός σταθερού οικονομικού περιβάλλοντος, φιλικού προς την επιχειρηματικότητα.
  • Αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και ταχεία προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων. Αυτά είναι τα ισχυρότερα μέσα, όχι μόνο για την τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας και την επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και για την επίτευξη διατηρήσιμης δημοσιονομικής προσαρμογής, αφού θα συμβάλουν και στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
  • Ανάληψη δράσεων για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας που θα μειώσουν την ανεργία. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί, βραχυχρόνια, στις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, σε στοχευμένα προγράμματα επανεκπαίδευσης  που θα εμπλουτίζουν τις δεξιότητες και θα διευρύνουν τις ευκαιρίες απασχόλησης.

 ***

Εν κατακλείδι, η ελληνική οικονομία έχει τη δυνατότητα και την προοπτική να επανέλθει σε ανοδική τροχιά το 2016, παρά την αύξηση των διεθνών κινδύνων και αβεβαιοτήτων και παρά τη μεταφερόμενη αρνητική επίπτωση του 2015. Ωστόσο, αυτό εξαρτάται από την υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση στο πλαίσιο του νέου προγράμματος, αλλά και από την άμεση ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης.

Στη φάση που βρίσκεται η ελληνική οικονομία, η απόσταση που πρέπει να καλυφθεί για την έξοδο από την κρίση είναι σχετικά μικρή. Για να αποτραπεί το όποιο αρνητικό ενδεχόμενο και να βαδίσει η οικονομία προς την ανάπτυξη, πρέπει να αξιοποιηθούν στο έπακρο οι δυνατότητες που υπάρχουν και  να αποφευχθούν λάθη του παρελθόντος, που οδήγησαν σε αδιέξοδα. Επίσης, θα πρέπει να αξιοποιηθεί η εμπειρία των υπολοίπων τριών κρατών-μελών που ακολούθησαν και αυτά προγράμματα προσαρμογής και τα οποία παρά το γεγονός ότι υπήχθησαν σε Μνημόνια μετά από εμάς, κατόρθωσαν να εξέλθουν πριν από μας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η οικονομία τους πλέον αναπτύσσεται εντυπωσιακά.

Επίσης, η εμπειρία δείχνει ότι κάθε φορά που αποτυγχάνουμε να περατώσουμε την αξιολόγηση του προγράμματος, το κλίμα εμπιστοσύνης επιβαρύνεται και η επόμενη αξιολόγηση γίνεται πιο δύσκολη, οδηγούμαστε δηλαδή σε φαύλο κύκλο. Αυτή ακριβώς η εμπειρία είναι πολύτιμη, αρκεί να έχουμε τη βούληση να την εμπεδώσουμε, ώστε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη κάτι που θα επιτρέψει την έξοδο από την κρίση και την βιώσιμη ανάπτυξη.

 

 

SHARE