>Παπαδήμος: «Μάθημα Πολιτικής Οικονομίας» στους βουλευτές

>

Ενα «μάθημα Πολιτικής Οικονομίας» προς τους βουλευτές ήταν ουσιαστικά η δευτερολογία του πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου στη Βουλή λίγο πριν από την ψηφοφορία για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνησή του το απόγευμα της Πέμπτης.

«Καθεμία από τις ψήφους στη νέα κυβέρνηση, αντιστοιχεί σε απόφαση ευθύνης για να μείνει η Ελλάδα στην Eυρωζώνη και να ανορθωθεί η ελληνική οικονομία», τόνισε ο πρωθυπουργός.

Απαντώντας σε αιτιάσεις κυρίως της Αριστεράς, υποστήριξε ότι όντως διακυβεύεται η παραμονή της χώρας στο ευρώ και αυτό «δεν είναι εκβιασμός είναι η αλήθεια».

Επιρρίπτοντας ευθύνες για την κλιμάκωση και την επέκταση της κρίσης που πλέον απειλεί τον «σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης» και στους χειρισμούς των Βρυξελλών ο κ. Παπαδήμος τόνισε ότι απαιτούνται ριζοσπαστικές κινήσεις για την ανάσχεσή της μεταξύ των οποίων η ενίσχυση των πόρων και του ρόλου του EFSF και η ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης στην ευρώπη.

Το Σύμφωνο Σταθερότητας δεν λειτούργησε αποτελεσματικά, δεν κατάφερε να αποτρέψει την δημοσιονομική εκτροπή είπε χαρακτηριστικά σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο κ. Παπαδήμος.

Τιτάνιο το έργο της νέας κυβέρνησης, επανέλαβε, ενώ έδωσε περισσότερη έμφαση -από ό,τι στην αρχική ομιλία του- στην ανάγκη για δίκαιη κατανομή των βαρών και των θυσιών.

«Χρειάζεται να δράσουμε γρήγορα, συστηματικά και με σχέδιο» είπε, προσθέτοντας ότι «ο δρόμος είναι μακρύς» και το κόστος προσαρμογής και οι θυσίες μεγάλες. Υπογράμμισε όμως πως τα βάρη πρέπει να επιμεριστούν δίκαια.

«Πρέπει να έχουμε τη ματιά μας προσηλωμένη στους ανέργους και ιδιαίτερα στους νέους» τόνισε ο κ. Παπαδήμος.

Ακόμη ο πρωθυπουργός έκανε σήμερα πιο σαφή αναφορά στο χρόνο των εκλογών. Το έργο αυτής της κυβέρνησης είναι πολύ συγκεκριμένο και η θητεία της περιορισμένη και αφορά την εφαρμογή των αποφάσεων της Συνόδου της 26-27ης Οκτωβρίου.

Αμέσως μετά θα γίνουν εκλογές, είπε ο κ. Παπαδήμος.

Μάλιστα τόνισε ότι ακριβώς λόγω των περιορισμών που έχει αυτή η κυβέρνηση δεν πρέπει να καλλιεργούνται μεγάλες προσδοκίες.

Ο κ. Παπαδήμος έκανε εκτενή αναφορά -απαντώντας εμμέσως και όσα ακούστηκαν κατά τη κοινοβουλευτική συζήτηση- στη σημασία να παραμείνει η χώρα στο ευρώ και στο τι θα σήμαινε για την οικονομία και τη ζωή των Ελλήνων η αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη, στις αιτίες που οδήγησαν στο ξέσπασμα και την κλιμάκωση της κρίσης σε Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, αλλά και στο τι θα πρέπει να γίνει σε εσωτερικά, καθώς και σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να ξεπεραστεί η κρίση.

Εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι τελικά οι ηγέτες της Ευρωζώνης, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις και τις διαφωνίες, θα υπερβούν τις δυσκολίες και θα καταλήξουν στις σωστές αποφάσεις και στη λήψη των κατάλληλων μέτρων για τη διασφάλιση του ευρώ και της φερεγγυότητας του τραπεζικού συστήματος.

Ο κ. Παπαδήμος επεσήμανε, επίσης, ότι λαμβάνει σοβαρά υπόψη του και τις θέσεις όσων δήλωσαν ότι δεν θα ψηφίσουν υπέρ της κυβέρνησης στην ψηφοφορία που θα ακολουθήσει με το τέλος της ομιλίας του για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση.

Ολόκληρη η δευτερολογία Παπαδήμου

«Κύριε Πρόεδρε της Βουλής,

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Η δημόσια συζήτηση που διεξήχθη στη Βουλή χτες και σήμερα, σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή για το μέλλον της χώρας, ασφαλώς ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη σε όλους τους Έλληνες πολίτες. Πολύ περισσότερο σε εμένα προσωπικά και στη νέα κυβέρνηση συνεργασίας που, με την ψήφο εμπιστοσύνης σας, θα αναλάβει τιτάνιο έργο.

Ευχαριστώ όσους στηρίζουν την κυβέρνηση και θα της δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης. Θεωρώ ότι κάθε μία από αυτές τις ψήφους αντιστοιχεί και σε μία απόφαση ευθύνης, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και να συνεχισθεί η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης και ανόρθωσης της ελληνικής
οικονομίας.

Ευχαριστώ, επίσης, όσους με επιχειρήματα θέλησαν να τεκμηριώσουν την άρνησή τους να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης. Τους άκουσα με προσοχή και τους βεβαιώνω ότι, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής διάσωσης της χώρας, λαμβάνω πολύ σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες τους.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Είχα την ευκαιρία να τονίσω κατά την παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης ότι η αντιμετώπιση της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας, προϋποθέτει δύο στοιχεία: Την αλήθεια και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η αλήθεια προκύπτει από την ορθή ανάγνωση των εξελίξεων και την κατανόηση της πραγματικότητας. Επιτρέψτε μου να σας εκθέσω την δική μου ανάγνωση των εξελίξεων στην Ευρωζώνη, των αιτίων και της φύσης του οικονομικού μας προβλήματος και της απαιτούμενης πολιτικής για την επίλυσή του.

Τέθηκε από αρκετούς βουλευτές το ευρύτερο θέμα της κλιμάκωσης της κρίσης που πλήττει την Ευρωζώνη. Πράγματι, όλος ο κόσμος ανησυχεί καθώς η κρίση διαχέεται από την ευρωπαϊκή περιφέρεια και πλέον αγγίζει τον ευρωπαϊκό σκληρό πυρήνα.

Επιπλέον, οι αυξανόμενες πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και, μέσω αυτού, στην πραγματική οικονομία. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η παρατηρούμενη αρνητική αλληλεπίδραση μεταξύ της αγοράς ομολόγων, των δημοσιονομικών μεγεθών, των τραπεζικών πιστώσεων και της οικονομικής δραστηριότητας. Οι εξελίξεις αυτές απειλούν την ευρωπαϊκή οικονομία με ύφεση και ενέχουν κινδύνους για τη σταθερότητα.

Τι οδήγησε στη επέκταση κι εμβάθυνση της κρίσης; Πρώτον, τα μέτρα που έχουν ληφθεί σε αρκετές χώρες οι οποίες είναι ευάλωτες λόγω των δημοσιονομικών τους προβλημάτων και διαρθρωτικών αδυναμιών, αποδείχτηκαν ανεπαρκή. Δεύτερον, οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί που δημιουργήθηκαν για τη χρηματοπιστωτική στήριξη και την αντιμετώπιση της κρίσης, δεν έχουν τη δύναμη πυρός και τη λειτουργική ευελιξία που απαιτούνται για να αποτρέψουν την διάχυση της κρίσης .

Η παρατηρούμενη, κατά την τελευταία περίοδο, κλιμάκωση της κρίσης χρέους έχει δημιουργήσει αμφιβολίες για την ικανότητα της Ευρωζώνης και των κρατών-μελών της να την αντιμετωπίσουν. Ορισμένοι ήδη κάνουν δυσοίωνες προβλέψεις για της σταθερότητα και τη συνοχή της ζώνης του ευρώ.

Είμαι αισιόδοξος ότι η Ευρωζώνη θα υπερβεί τις σημερινές δυσκολίες. Ο βασικός λόγος είναι ότι, παρά τις διαφορές προσέγγισης ως προς τον τρόπο επίλυσης της κρίσης, και παρά τους πολιτικούς και θεσμικούς παράγοντες που θέτουν περιορισμούς στην υιοθέτηση των κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπισή της, τελικά οι λαοί των κρατών της Ευρωζώνης και οι ηγεσίες τους θα λάβουν τις αναγκαίες αποφάσεις. Και θα υιοθετήσουν μέτρα και ένα θεσμικό πλαίσιο ώστε, πρώτον, να διασφαλιστεί η αξιοπιστία του ευρώ και, δεύτερον, να προστατευθεί η σταθερότητα και η φερεγγυότητα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Παρά τις δυσκολίες που υψώνονται σήμερα σε εθνικό επίπεδο, εκτιμώ ότι όλες οι χώρες – μεγάλες και μικρές, ισχυρές και αδύνατες – έχουν κοινό συμφέρον να διασφαλιστεί η συνοχή και η σταθερότητα της Ευρωζώνης. Γιατί με αυτόν τον τρόπο θα συνεχιστεί η ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με την οποία εδραιώνεται
η ειρήνη, η ευημερία και η αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών λαών.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί περισσότερο ριζοσπαστικές παρεμβάσεις, που περιλαμβάνουν την ενίσχυση των οικονομικών πόρων και της ευελιξίας δράσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), ένα ισχυρότερο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωζώνη και ουσιαστικά
βήματα στην κατεύθυνση της ενοποίησης στοιχείων της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών μελών.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ λεπτομερέστερα σε αυτό το θέμα. Εξάλλου, πριν διαμορφώσουμε ολοκληρωμένες προτάσεις για τη διάσωση της Ευρωζώνης, είναι επιτακτικό και είναι στο χέρι μας να εφαρμόσουμε την κατάλληλη πολιτική για να σώσουμε την Ελλάδα, ώστε όταν η Ευρωζώνη βγει από την κρίση, η Ελλάδα να είναι
μέσα στην Ευρωζώνη. Αυτός πρέπει να είναι ο πρωταρχικός μας σκοπός.

Ποια είναι η φύση και τα βασικά αίτια της κρίσης χρέους και, ευρύτερα, της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης στη χώρα μας; Η βασική αιτία είναι η συσσώρευση υπερβολικού δημόσιου χρέους σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, αποτέλεσμα της διατήρησης του ελλείμματος του δημοσίου τομέα σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα επί σειρά ετών. Η συστηματική διατήρηση μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων δεν ήταν συμβατή με την νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία αποσκοπεί στη σταθερότητα των τιμών. Η επεκτατική
δημοσιονομική πολιτική και η διαμόρφωση του πληθωρισμού επί σειρά ετών σε ρυθμό υψηλότερο από το μέσο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, οδήγησαν στην απώλεια ανταγωνιστικότητας, με δυσμενείς επιπτώσεις στο ισοζύγιο πληρωμών, στην οικονομική δραστηριότητα και στην απασχόληση.

Η συσσώρευση υπερβολικού χρέους – είτε του δημόσιου είτε του ιδιωτικού τομέα – αποτελεί την κύρια ή βασική αιτία όλων των περισσότερων μεγάλων κρίσεων που έχουν εκδηλωθεί σε ανεπτυγμένες ή αναδυόμενες οικονομίες στην ιστορία.

Ειδικότερα στην ελληνική περίπτωση, η διόγκωση του δημόσιου τομέα και η μεγέθυνση της οικονομίας, επί πολλά έτη, στηρίχτηκαν σε δανεικά και αποδείχτηκαν, και τα δύο, μη βιώσιμα. Ο δανεισμός, σε σημαντικό βαθμό, δεν
χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων αλλά για την κάλυψη καταναλωτικών δαπανών του κράτους και του ιδιωτικού τομέα. Δεν δημιουργήσαμε επομένως τις προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την αποπληρωμή του αυξανόμενου χρέους.

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση ανέδειξε πόσο ευάλωτη ήταν η ελληνική οικονομία, λόγω των δημοσιονομικών ανισορροπιών και της απώλειας ανταγωνιστικότητας. Όταν απεκαλύφθη το μέγεθος του προβλήματος το φθινόπωρο του 2009, οι αγορές αντέδρασαν απότομα και το κόστος του δανεισμού αυξήθηκε δραματικά. Στη συνέχεια, η αβεβαιότητα όσον αφορά την ικανότητα της Ελλάδος να εφαρμόσει την απαιτούμενη πολιτική για την τιθάσευση του χρέους, οδήγησε τα επιτόκια σε απαγορευτικά επίπεδα που καθιστούσαν το χρέος μη βιώσιμο.

Αποτέλεσμα ήταν, τελικά, να ζητήσει η Ελλάδα χρηματοδοτική στήριξη από τους ευρωπαίους εταίρους της και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Κατά την παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης, αναφέρθηκα
στους λόγους για τους οποίους, παρά τη σημαντική πρόοδο που σημειώθηκε στον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, η δυνατότητα της χώρας να αντλήσει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές έχει απομακρυνθεί χρονικά. Ως αποτέλεσμα, η ρευστότητα του πιστωτικού συστήματος έχει συρρικνωθεί και η χρηματοδότηση της οικονομίας είναι αναιμική. Είναι φανερό ότι το υψηλό και αυξανόμενο δημόσιο χρέος, παρά τη μείωση του ελλείμματος, σε συνδυασμό με την απώλεια ανταγωνιστικότητας, αποτελούν τους κύριους παράγοντες που εμποδίζουν την ανάπτυξη της οικονομίας, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την αύξηση της απασχόλησης.

Οι βασικές αιτίες του οικονομικού προβλήματος της χώρας, είναι μόνιμοι κάτοικοι εσωτερικού. Και είναι αποτέλεσμα πολιτικών, πρακτικών και εδραιωμένων συμπεριφορών που κυριαρχούν επί σειρά ετών.

Παράλληλα, όμως, το υπερβολικό δημόσιο χρέος αντανακλά την ανεπαρκή λειτουργία του πλαισίου οικονομικής πολιτικής της Ευρωζώνης και την αποτυχία των αγορών κεφαλαίου να εκτιμήσουν έγκαιρα τους πραγματικούς πιστωτικούς κινδύνους και να ενθαρρύνουν την άσκηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, το
Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν λειτούργησε αποτελεσματικά και δεν εμπόδισε την δημοσιονομική εκτροπή. Παρότι επί σειρά ετών, πριν την εκδήλωση της κρίσης, επανειλημμένα είχαν γίνει αυστηρές συστάσεις στη χώρα μας, σε υψηλό πολιτικό επίπεδο – από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – για την εφαρμογή υπεύθυνης δημοσιονομικής πολιτικής και την συγκράτηση του δημόσιου ελλείμματος, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Συμφώνου Σταθερότητας, οι συστάσεις αυτές δεν εισακούσθηκαν. Αντιθέτως, τα ελλείμματα αυξήθηκαν και εν μέρει συγκαλύφθηκαν.

Για αυτό το λόγο, είναι αναγκαίο να υιοθετηθεί ένα νέο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωζώνη το οποίο θα αποτρέπει στο μέλλον αποτελεσματικά την δημιουργία υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Η πολιτική δημοσιονομικής εξυγίανσης και μεταρρυθμίσεων που ασκείται σήμερα είναι αναγκαία, μετά από τα λάθη που έγιναν επί σειρά ετών, προκειμένου να απαλλαγούμε από τους περιορισμούς που θέτει το υψηλό δημόσιο χρέος και να δημιουργήσουμε τις βάσεις για μια διαφορετικού τύπου, βιώσιμη ανάπτυξη.

Δυστυχώς, μέσα σε σύντομο χρόνο η χώρα πρέπει να κάνει όσα δεν έγιναν επί πολλά έτη. Κι αυτό απαιτεί επίμονη προσπάθεια και συνεπάγεται μεγάλο κόστος προσαρμογής για ορισμένο χρονικό διάστημα. Το κόστος προσαρμογής και οι θυσίες του ελληνικού λαού, πρέπει να επιμεριστούν δίκαια. Αλλά, χωρίς δημοσιονομική εξυγίανση δεν θα κατορθώσουμε να δημιουργήσουμε πρωτογενή πλεονάσματα, που είναι προϋπόθεση για να μπορέσουμε να επιτύχουμε την αντιστροφή της αυξητικής τάσης του δημόσιου χρέους και να αντλήσουμε κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές, ώστε να χρηματοδοτήσουμε μια βιώσιμη ανάπτυξη και να δημιουργήσουμε νέες θέσεις εργασίας. Δει δη χρημάτων.

Αν αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας σε τομείς όπως η ενέργεια, ο τουρισμός και η γεωργία, αν εισάγουμε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ώστε να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα, να δημιουργηθούν νέα συγκριτικά
πλεονεκτήματα και να ενισχυθούν οι εξαγωγές, και αν αξιοποιήσουμε αποτελεσματικά τους κοινοτικούς πόρους του ΕΣΠΑ, η ανάκαμψη της οικονομίας και η απορρόφηση της ανεργίας θα επιτευχθεί συντομότερα, αντισταθμίζοντας τις δυσμενείς επιπτώσεις της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής. Πρέπει να δράσουμε γρήγορα, συστηματικά και με σχέδιο, έχοντας τη ματιά μας προσηλωμένη στους άνεργους, ιδιαίτερα τους νέους, για να περιορίσουμε τον χρόνο προσαρμογής και να αμβλύνουμε τις επιπτώσεις αυτές.

Αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης ότι είτε μέσα είτε έξω από το ευρώ, τα οικονομικά προβλήματα παραμένουν. Συμφωνώ με αυτήν την παρατήρηση. Ωστόσο, πιστεύω ακράδαντα ότι τα προβλήματα θα οξυνθούν και η αντιμετώπισή τους θα αποδειχτεί πολύ πιο δυσχερής εάν η Ελλάδα δεν συμμετέχει στην Ευρωζώνη. Πρώτον, η έξοδος από το ευρώ και η υιοθέτηση ενός νέου, υποτιμημένου εθνικού νομίσματος θα οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού η οποία θα πλήξει κυρίως τα εισοδήματα των εργαζομένων, ειδικότερα των μισθωτών
και συνταξιούχων.

Δεύτερον, θα καταστήσει δυσχερέστερη την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, το οποίο είναι εκπεφρασμένο σε ευρώ και το οποίο θα πρέπει να εξυπηρετηθεί από το ελληνικό δημόσιο σε όρους του νέου, υποτιμημένου εθνικού
νομίσματος. Τρίτον, τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα θα μπορεί να αποκτηθούν σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές από όσους έχουν κεφάλαια σε ευρώ ή άλλα ισχυρά νομίσματα. Αντίθετα, όπως εξήγησα κατά την παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων, η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη
συνεπάγεται οφέλη και διευκολύνει την προσαρμογή της οικονομίας, εφόσον βεβαίως ασκείται η κατάλληλη οικονομική πολιτική. Αυτή είναι η αλήθεια, δεν είναι εκβιασμός. Η γνώση της πραγματικότητας και των διεθνών συσχετισμών, συντελεί στη σωστή αξιολόγηση της πολιτικής και την ευόδωση της εθνικής προσπάθειας για
ανόρθωση της οικονομίας. Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Όπως έχω τονίσει, το έργο που οφείλει να φέρει εις πέρας η κυβέρνηση συνεργασίας είναι δυσανάλογα μεγάλο σχετικά με τη σύντομη διάρκεια της θητείας της. Γι’ αυτό δεν πρέπει να καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες. Η υλοποίηση των αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης της 26ης Οκτωβρίου και η εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής που συνδέεται με αυτήν θα διευκολύνουν τη μετάβαση της χώρας σε συνθήκες δημοσιονομικής ισορροπίας και βιώσιμης ανάπτυξης. Αμέσως μετά, σε συνθήκες ασφάλειας και μεγαλύτερης σταθερότητας θα προκηρυχθούν οι εκλογές, ώστε η επόμενη κυβέρνηση να συνεχίσει την προσπάθεια
αναδιάρθρωσης και ανόρθωσης της οικονομίας.

Προκειμένου οι ευρωπαϊκοί λαοί και οι διεθνείς οργανισμοί να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τη χώρα μας, δεν αρκεί μόνο η δέσμευση της κυβέρνησης και, -μάλιστα, κυβέρνησης βραχύτατης θητείας – ότι θα επιτελέσει το έργο που της
αναθέτετε. Ζητείται επίσης η ρητή δέσμευση των αρχηγών των κομμάτων που στηρίζουν τη κυβέρνηση, ότι συμφωνούν με την πλήρη εφαρμογή των αποφάσεων της 26ης Οκτωβρίου καθώς και των υποχρεώσεων που οδήγησαν στις αποφάσεις αυτές και απορρέουν από αυτές, όπως ανέφερα στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης.

Ζητείται αυτή η δέσμευση από την Ελλάδα, διότι οι ευρωπαίοι και θεσμικοί εταίροι μας δεσμεύονται σε μια πολυετή χρηματοδοτική στήριξη της χώρας μας.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Όταν ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, μετά από πρόταση των τριών πολιτικών αρχηγών, μου έκανε τη μεγάλη τιμή και μου έδωσε εντολή να ηγηθώ, ως πρωθυπουργός, της κυβέρνησης συνεργασίας, δέχτηκα με πλήρη συνείδηση της ευθύνης που αναλαμβάνω. Γιατί το διακύβευμα είναι τεράστιο: αν η Ελλάδα θα διατηρήσει τη θέση της στην Ευρωζώνη ή θα υποχρεωθεί να αποσυρθεί από αυτήν.

Είμαι βέβαιος ότι ενωμένοι μπορούμε να τα καταφέρουμε:

· Με την αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών και άλλων λαών, που εμπιστεύονται την
προσπάθειά μας και επενδύουν στην επιτυχία μας μέσα στην Ευρωζώνη.

· Με την εφαρμογή πρόσφορης οικονομικής πολιτικής και μεταρρυθμίσεων που
προάγουν την ανάπτυξη.

· Με τη συστράτευση του ελληνι κού λαού.

Με αυτόν τον τρόπο, οι θυσίες του ελληνικού λαού δεν θα πάνε χαμένες. Αντίθετα, θα διαμορφωθούν πρόσφορες συνθήκες για ένα καλύτερο αύριο.

Πρέπει να δώσουμε τη μάχη με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, με αποφασιστικότητα και ενότητα. Ο δρόμος της σύγκρουσης, ιδιαίτερα στην κρίσιμη σημερινή συγκυρία, δεν βοηθά να επιλύσουμε τα προβλήματά μας. Η σωτηρία της χώρας και η υπέρβαση της κρίσης περνά μέσα από το δρόμο της κοινής προσπάθειας, της αλληλεγγύης, της
κατανόησης και της συστράτευσης. Είναι δύσβατος δρόμος. Γι’ αυτό απευθύνομαι όχι μόνο σε όσους από εσάς θα δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση συνεργασίας. Απευθύνομαι και σε όσους δεν θα δώσουν και θα ήθελα να πω το εξής:

Σταθείτε κριτικά στην κυβέρνηση, αλλά όχι απορριπτικά στην κοινή προσπάθεια.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Ζητώ ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση συνεργασίας.

Σας ευχαριστώ».

Shortlink:

X Αν θέλετε κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook