Κλειστές κάνουλες από τις γερμανικές τράπεζες

O δανεισμός των γερμανικών τραπεζών προς τις μικρές και μεσαίου μεγέθους γερμανικές επιχειρήσεις, τον περίφημο κλάδο “mittelstand”, αναφέρεται συχνά ως τρόπος επιτυχούς διέλευσης μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων από τον κυκλώνα της ευρωπαϊκής πιστωτικής κρίσης.

Το δημοφιλές συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ενώ οι επιχειρήσεις σε άλλες χώρες μάχονταν για πιστώσεις, οι γερμανικές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις απολάμβαναν μιασταθερή ροή χρηματοδότησης.

Ωστόσο, πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύθηκε από την Commerzbank υπογραμμίζει κάτι αρκετά σημαντικό για τον γερμανικό χρηματοοικονομικό κλάδο: παρά τα ευνοϊκά επιτόκια δανεισμού ο τραπεζικός δανεισμός προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν είναι στο επίπεδο που θα μπορούσε να είναι.

Δημοσιευμένη το Μάιο, η έρευνα ανακάλυψε ότι οι αβεβαιότητες της αγοράς και η κρίση στην Ευρωζώνη κατέστησαν τους ήδη επιφυλακτικούς Γερμανούς επιχειρηματίες ακόμη περισσότερο νευρικούς σε ό,τι αφορά τον δανεισμό. Η έρευνα προειδοποιεί ότι οι γερμανικές επιχειρήσειςπροσπερνούν ευκαιρίες επέκτασης που θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη βοήθεια μόχλευσης.

«Το ότι η κρίση του ευρώ είχε επίπτωση σε όρους οικονομικής ψυχολογίας μπορεί να φανεί από το ακόλουθο παράδειγμα: σε απάντηση στην ερώτηση ποιες συνθήκες είναι περισσότερο επίφοβες σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, σχεδόν το ένα τρίτο των μεσαίων γερμανικών επιχειρήσεων δήλωσε ότι ανησυχεί για τα επιτόκια και για την αποπληρωμή των δανείων. Και αυτό ενώ τα επιτόκια είναι χαμηλότερα από ποτέ», λέει ο Marcus Beumer, μέλος της διοίκησης της Commerzbank, σχολιάζοντας τη μελέτη.

Από την οπτική των επιχειρήσεων, δεν χρειάζονται το βάρος του χρέους και είναι απρόθυμες να επενδύσουν. Ο φόβος να προκύψει μία κόμη οικονομική κρίση δεν έχει εξάλλου μειωθεί σημαντικά» προσθέτει ο Rudiger Rass, υψηλόβαθμο στέλεχος της Commerzbank με ειδίκευση στο corporate banking.

Ακόμα υγιείς

Το επιχείρημα της Commerzbank συνδέεται με την όλο και δημοφιλέστερη άποψη κατά την οποία δεδομένης της σχετικής ισχύος της γερμανικής οικονομίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεών της, ο δανεισμός στον κλάδο υστερεί σε δυναμισμό. Τα στοιχεία για τις χορηγήσεις είναι ακόμη υγιή, ειδικά αν συγκριθούν με γειτονικές χώρες. Τους πρόσφατους μήνες οι μεσαίου μεγέθους οικογενειακές επιχειρήσεις επένδυσαν σημαντικά στην ενδυνάμωση της θέσης τους στην αγορά, σύμφωνα με το Ινστιτούτο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Αυτή η τάση δείχνει ότι θα συνεχιστεί. Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το Μάιο από την ομοσπονδία Bundesverband der Deutschen Industrie και την Deutsche Bank ανακάλυψε ότι περισσότερο από το 40% των μεγαλύτερων οικογενειακών επιχειρήσεων θέλουν να προσλάβουν περισσότερο προσωπικό φέτος και οι μισές σκοπεύουν να δώσουν ώθηση στις επενδύσεις τους. Το ανταγωνιστικό χρηματοοικονομικό μοντέλο της Γερμανίας θεωρείται ιδιαίτερα επωφελές για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Προβάλει όχι μόνο τις μεγάλες εμπορικές τράπεζες αλλά και τις τοπικές τράπεζες καταθέσεων, τις γνωστές ως «sparkassen».

Αυτές είναι υποχρεωμένες να υπηρετούν τις τοπικές κοινότητες ικανοποιώντας τις ανάγκες των τοπικών επιχειρήσεων για δανεισμό. Το ότι οι «sparkassen» αύξησαν τον δανεισμό τους κατά 17% κατά τη διάρκεια της κρίσης, εκμεταλλευόμενοι την κάμψη των μεγάλων ιδρυμάτων, καταδεικνύει την δυναμική του πολυστρωματικού γερμανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

«Στη Γερμανία οι συνεργατικές και περιφερειακές τράπεζες είναι ένας πραγματικά καλός εταίρος για την αγορά των μεσαίων επιχειρήσεων. Η WGZ bank και η NordLB για παράδειγμα, δούλεψαν πολύ σκληρά στο συγκεκριμένο τμήμα για πολλές δεκαετίες», λέει ο Joerg Maukish, επικεφαλής consulting και corporate finance στην IFM.

Ακόμη και οι συνήθως εξωστρεφείς μεγάλες εμπορικές τράπεζες, όπως η Deutsche Bank, τώρα στρέφουν την προσοχή τους στην εγχώρια αγορά περιλαμβανομένων των Mittelstand, λόγω και των επιπτώσεων της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Χαμηλότερα των δυνατοτήτων

Ωστόσο, η τελευταία έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την πρόσβαση που έχουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στη χρηματοδότηση επιβεβαιώνει τη θέση ότι ο δανεισμός προς επιχειρήσεις στη Γερμανία είναι σήμερα χαμηλότερος των υπαρχουσών δυνατοτήτων. Η άνοδος των δανείων προς τέτοιες επιχειρήσεις στο διάστημα Οκτώβριος 2011- Μάρτιος 2012 ήταν μόλις 1% πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, και λιγότερο από το αντίστοιχο ποσοστό στη Γαλλία και το Βέλγιο.

Επιπλέον, οι εξωτερικοί παρατηρητές συχνά στέκονται στον μεγαλύτερο ρόλο του κράτους σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στη Γερμανία, ως απόδειξη του πως μικρές επιχειρήσεις μπορούν να αναπτυχθούν σε ένα καπιταλιστικό σύστημα με κοινωνική διάσταση. Η κρατική στήριξη σε γερμανικές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις εκτιμάται σε 500 εκατ. ευρώ ανά έτος, αλλά η χρήση εγγυήσεων και επιχορηγούμενων δανείων για τον κλάδο αυτόν της γερμανικής επιχειρηματικότητας είναι χαμηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου, σύμφωνα με την ΕΚΤ.

Το αίνιγμα των μη ελκυστικών επιτοκίων δανεισμού σε ένα υγιές χρηματοοικονομικό σύστημα είναι αυτό που οι ειδικοί προσπαθούν να εξηγήσουν. Σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη είναι η ζημιά που προκάλεσαν αρκετές από τις μεγαλύτερες τράπεζες στην περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης, λέει ο Hans Peter Burghof, διευθυντής του Ινστιτούτου Τραπεζικών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών του πανεπιστημίου του Hohenheim.

«Ιδιαίτερα οι μεγαλύτερες τράπεζες με διεθνείς φιλοδοξίες συμπεριφέρθηκαν στους μικρούς και τους μεσαίους πελάτες τους στη δεκαετία του 1990, μάλλον άσχημα, προτιμώντας το investment banking που, λόγω του λανθασμένου κανονιστικού πλαισίου απαιτούσε πολύ λιγότερο κεφάλαιο και για το λόγο αυτό παρήγαγε πολύ μεγαλύτερη απόδοση κεφαλαίου», προσθέτει.

Κατεστραμμένη σχέση

Κάποιες γερμανικές τράπεζες κατηγορούνται ακόμη γιατί πουλούν κερδοσκοπικά παράγωγα προϊόντα στους πελάτες τους ώστε να αντισταθμίσουν τους κινδύνους των επιτοκίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα ίδια τα προϊόντα αποτέλεσαν σοβαρό κίνδυνο για τις δραστηριότητες των εταιριών. Ένα γερμανικό ομοσπονδιακό δικαστήριο αποφάσισε σε βάρος της Deutsche Bank το Μάρτιο του 2011 σε μια υπόθεση στην οποία μια εταιρία χάρτου έχασε χρήματα σε ένα επιτοκιακό swap. Αυτή η απόφαση ήταν η αρχή μιας ακολουθίας και άλλων μηνύσεων κατά των μεγάλων τραπεζών.

Η χρηματοοικονομική κρίση επίσης επέτεινε την επιφυλακτικότητα του τυπικού γερμανού επιχειρηματία έως τη δυσπιστία. Ο επιχειρηματίας αυτός ιστορικά έχει υπάρξει κάτι λιγότερο από… δεκτικός έναντι της προσπάθειας των γερμανικών τραπεζών να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τους πελάτες.

«Ο κλασικός γερμανός επιχειρηματίας αξιολογεί ως σημαντική την ανεξαρτησία του και προτιμά να κρατά τα σχέδιά του για τον εαυτό του. Ήταν ανέκαθεν δύσκολο να κάνει κανείς αυτούς τους επιχειρηματίες να καταλάβουν τις πληροφοριακές ανάγκες της τράπεζας. Πολλώ μάλλον που η φήμη των τραπεζών ζημιώθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης», λέει ο κ. Burghof. «Γιατί να δώσεις πληροφορίες σε κάποιον που προφανώς δεν είναι καν σε θέση να διαχειριστεί σωστά τις δικές του δραστηριότητες;».

Επιπλέον, ένας άλλος ειδικός σε θέματα γερμανικών τραπεζών, ο dr Niels Angermueller του πανεπιστημίου Harz επισημαίνει ότι πολλές από τις γερμανικές εμπορικές τράπεζες θα προσπαθήσουν τώρα να κερδίσουν πελάτες από τις μικρότερες περιφερειακές τράπεζες.

«Τα περιφερειακά χρηματοοικονομικά ιδρύματα ποτέ δεν παραμέλησαν τις μικρές επιχειρήσεις και ήταν πάντα εκεί για αυτές. Αυτό καθιστά δύσκολο για τις μεγαλύτερες τράπεζες να μπουν τώρα στην εικόνα. Αν εγώ διηύθυνα μια μικρή επιχείρηση, το λέω με κάθε ειλικρίνεια, δεν θα στηριζόμουν απαραίτητα σε αυτές», επισημαίνει.

Ομόλογα και μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Η οικονομική κρίση είναι ακόμη εμφανής και στο ότι μάλλον οι γερμανικές τράπεζες είναι απρόθυμες να δανείσουν παρά οι γερμανικές επιχειρήσεις να δανειστούν. Οι γερμανικές τράπεζεςχαλιναγώγησαν τους ισολογισμούς τους από την οικονομική κρίση και η ανάγκη να ικανοποιηθούν κεφαλαιακές απαιτήσεις όπως η Βασιλεία ΙΙΙ αναπόφευκτα θα μειώσει τις δυνατότητες μελλοντικού τους δανεισμού.

Επιπλέον η πρόσφατη γρήγορη εξάπλωση των αγορών ομολόγων μικρομεσαίων επιχειρήσεων ως εναλλακτική για να συγκεντρωθούν χρήματα μέσω τραπεζικών δανείων πιστεύεται ευρέως ότι είναι άμεσο αποτέλεσμα μιας τέτοιας απροθυμίας εκ μέρους των τραπεζών να προμηθεύσουν με κεφάλαιο μικρότερες εταιρίες. Από το τέλος του 2010 τέσσερα από τα οκτώ γερμανικά χρηματιστήρια ξεκίνησαν τη λειτουργία των δικών τους ομολογιακών αγορών για μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ο κλάδος η αξία του οποίου εκτιμάται σε 2,5 δισ. ευρώ θα συνεχίσει να επεκτείνεται.

Οι υπέρμαχοι της συγκεκριμένης αγοράς ομολόγων διατείνονται ότι αυτά έχουν καταστεί μια ελκυστική εναλλακτική μέθοδος προσπορισμού κεφαλαίου σε μια εποχή που οι τράπεζες πασχίζουν. Ταυτόχρονα εξασφαλίζουν την αυτονομία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και δίνουν ώθηση στο δημόσιο προφίλ τους. Ωστόσο ο κ. Berghof επισημαίνει ότι η τάση, ίσως σε κάποιες περιπτώσεις, να πρέπει να αποδοθεί στην αδυναμία των εταιριών να συγκεντρώσουν κεφάλαια διατηρώντας παράλληλα προφυλαγμένη την επίδοσή τους από την εξονυχιστική τραπεζική έρευνα των θεμελιωδών τους μεγεθών.

«Οι εταιρίες που αντιμετωπίζουν κάποια προβλήματα στο να πείσουν τις τράπεζές τους για τη δική τους αξιοπιστία αισθάνονται ότι μπορεί να είναι καλό να μοιραστούν τον κίνδυνο με άλλους παράγοντες της αγοράς», λέει.

Περιορισμένη επιτυχία

Οι γερμανικές τράπεζες επισημαίνουν ακόμη ότι η αγορά ομολόγων παραμένει σχετικά μικρή και προβάλλουν το επιχείρημα ότι η ανάπτυξή της είναι αναπόφευκτα περιορισμένη. Μια πρόσφατη μελέτη της Deutsche Bank και της Ομοσπονδίας γερμανικών βιομηχανιών (BDI) στηρίζει αυτή την υπόθεση. Η έρευνα έδειξε ότι περισσότερο από το 86% των μεγάλων γερμανικών οικογενειακών επιχειρήσεων έχουν περιορισμένη ανάμιξη στις κεφαλαιακές αγορές, εμπιστευόμενες τις τραπεζικές πιστώσεις για χρηματοδότηση.

Ο χλιαρός ενθουσιασμός για ομόλογα οφείλεται εξίσου στα υψηλά επίπεδα κινδύνου στον κλάδο, λένε οι σκεπτικιστές. Το delisting ενός εκδότη ομολόγων τον περασμένο Μάρτιο λόγω χρεοκοπίας ήταν μια αυστηρή υπενθύμιση των κινδύνων που ενυπάρχουν στον συγκεκριμένο τρόπο δανεισμού. Αυτό μπορεί να αποθαρρύνει ιδιοκτήτες επιχειρήσεων από τον ομολογιακό δανεισμό εντός ενός αβέβαιου οικονομικού κλίματος.

Αν και αρκετοί επιμένουν ότι πολλές γερμανικές τράπεζες πάσχουν από έλλειψη διάθεσης να εξερευνήσουν τις πλήρεις δυνατότητες της αγοράς των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι ειδικοί εξακολουθούν να συμφωνούν ευρέως ότι η κατάσταση για τον συγκεκριμένο επιχειρηματικό κλάδο στη Γερμανία είναι γενικώς θετική.

«Στο τέλος της ημέρας το γερμανικό μοντέλο είναι ο λόγος που η χώρα και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της δεν αντιμετωπίζουν τόσο σφοδρά πιστωτικά προβλήματα όπως άλλες χώρες. Δεν είμαστε τέλειοι, αλλά εδώ υπάρχει κάτι από το οποίο άλλα κράτη θα μπορούσαν να διδαχθούν» λέει ο κ. Angermueller.

Shortlink:

X Αν θέλετε κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook