Θ. Μητράκος – ΤτΕ: «Κλειδί» για τράπεζες – επιχειρήσεις η διαχείριση των NPLs

Η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συμβάλει στην απελευθέρωση πόρων για τη χρηματοδότηση της υγιούς επιχειρηματικότητας, ανέφερε ο Θεόδωρος Μητράκος, υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος μιλώντας στη σημερινή εκδήλωση του RED-Business Forum, ζήτησε να αφήσουμε την ευκαιρία αυτή να πάει χαμένη.

Ο κ. Μητράκος εξήρε το forum, το οποίο εδώ και 12 χρόνια έχει πλέον καθιερωθεί ως θεσμός στον κόσμο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στους κλάδους των ακινήτων και του τουρισμού.

«Συγκεντρώνει πάντα πολύ εξειδικευμένα στελέχη από τον επιχειρηματικό κόσμο και τους θεσμικούς επενδυτές, τη διαχείριση χαρτοφυλακίων, τα πιστωτικά ιδρύματα και άλλους φορείς από την Ελλάδα και το εξωτερικό, που καλούνται να συζητήσουν επίκαιρα και συχνά πολύ δύσκολα θέματα.

Στο πλαίσιο αυτό καλούμαστε στην παρούσα ενότητα να συζητήσουμε τρόπους αναδιάρθρωσης του ελληνικού ιδιωτικού χρέους, ώστε να μπει η ελληνική οικονομία σε μία δυναμική αναπτυξιακή τροχιά. Νομίζω ότι όλοι μας συμφωνούμε ότι πρόκειται για ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, και η κοινωνία ως σύνολο, τα τελευταία χρόνια.

Πρόκειται ουσιαστικά για την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων που αποτελεί, αναμφισβήτητα, τη σημαντικότερη πρόκληση που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει ο εγχώριος τραπεζικό τομέας.

Η ομιλία Μητράκου:

Οι αισιόδοξες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για την οριστική έξοδό της από την κρίση

Η ελληνική οικονομία διανύει τον όγδοο χρόνο επίπονης προσαρμογής με μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, αλλά και με πολύ απτά πλέον αποτελέσματα.
Την περίοδο της κρίσης λήφθηκαν σημαντικές και δύσκολες αποφάσεις και πρωτοβουλίες προκειμένου να επανέλθει η ελληνική οικονομία στην κανονικότητα και να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την οριστική έξοδό από την κρίση.

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε σημείο καμπής και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, παρά τις δυσκολίες και τους κινδύνους που υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, είναι ορατή πλέον μια αισιόδοξη αναπτυξιακή προοπτική.

Όλες οι εκτιμήσεις από τους διεθνείς οργανισμούς και ανεξάρτητους αναλυτές προσδιορίζουν το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το 2017 κοντά στο 2% και ακόμα υψηλότερο για τα αμέσως επόμενα έτη.

Από πού προκύπτει η αισιόδοξη αυτή προοπτική;

Πρώτον, η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, η οποία αίρει την αβεβαιότητα και διευκολύνει τις συζητήσεις για τη ρύθμιση του χρέους και την ένταξη των ελληνικών τίτλων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζα (ΕΚΤ).

Η αντίδραση των αγορών, με την αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, προεξοφλεί θετικές εξελίξεις.

Δεύτερον, τα σημάδια ανάκαμψης που δείχνουν βασικοί βραχυχρόνιοι δείκτες της οικονομίας.
Μεταξύ αυτών, η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 8,7% σε ετήσια βάση το Μάρτιο του 2017, η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1,2% σε ετήσια βάση το Φεβρουάριο συμβάλλοντας στην περαιτέρω μείωση του εξαιρετικά υψηλού ακόμα ποσοστού ανεργίας (23,2%), ενώ ο αριθμός των εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αυξήθηκε κατά 125 χιλιάδες το πρώτο τετράμηνο του 2017.

Τρίτον, η αποκατάσταση των σημαντικότερων μακροοικονομικών ανισορροπιών.
Όσον αφορά τις εξωτερικές ανισορροπίες,  η συμμετοχή των εξαγωγών στο ΑΕΠ έχει αυξηθεί από 18,9% το 2009 σε 28,2% το 2016, ενώ σημαντική συμβολή στην εξέλιξη αυτή είχε η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, αποτέλεσμα της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, αλλά και του προσανατολισμού της οικονομικής δραστηριότητας προς την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Ενδεικτικά, το σχετικό μέγεθος του τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκε την περίοδο 2010-2015  κατά περίπου 24% σε ονομαστικούς όρους (12% σε όρους όγκου), ενώ σε όρους απασχόλησης αυξήθηκε κατά περίπου 8%.

Ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι έχουν αρχίσει να επιτυγχάνουν αξιοσημείωτες εξαγωγικές επιδόσεις κλάδοι υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης, όπως για παράδειγμα οι κλάδοι των φαρμακευτικών, των χημικών και πλαστικών προϊόντων αλλά και των ηλεκτρονικών υπολογιστών, παρόλο που ακόμα τα μερίδιά τους υπολείπονται σε σχέση με εκείνα των παραδοσιακών εξαγωγικών κλάδων (τρόφιμα, καύσιμα, μέταλλα κ.ά.).

Στο δημοσιονομικό τομέα, η πρωτοφανής για τα διεθνή δεδομένα δημοσιονομική προσαρμογή έχει εμπεδώσει ένα κλίμα πειθαρχίας, το οποίο έχει συμβάλει στην επαναλαμβανόμενη καταγραφή πρωτογενών πλεονασμάτων του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης.

Τέταρτον, έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για την επιτάχυνση των διαδικασιών αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας και της ενθάρρυνσης ιδιωτικοποιήσεων και ξένων άμεσων επενδύσεων.

Εδώ υπάρχει σημαντικό περιθώριο ανάκαμψης, καθώς πριν από την κρίση οι επενδύσεις ανέρχονταν σε 24% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα το ποσοστό αυτό έχει περιοριστεί σε 11%.  Μόνο μέσω επενδύσεων με μακροχρόνιο επενδυτικό ορίζοντα δημιουργούνται συνθήκες για την αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας και την αποκλιμάκωση της ανεργίας.

Οι διαστάσεις του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους

Η εξέλιξη της τραπεζικής χρηματοδότησης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και οι έρευνες που διεξάγει η Τράπεζα της Ελλάδος για τις τραπεζικές χορηγήσεις και για την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερική χρηματοδότηση καταδεικνύουν ότι στην παρούσα συγκυρία οι τράπεζες δυσκολεύονται στην εκπλήρωση του διαμεσολαβητικού τους ρόλου ως προς τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Η στενότητα στη ρευστότητα των τραπεζών και το υψηλό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που αναμφισβήτητα επηρεάζουν δυσμενώς τα πιστοδοτικά κριτήρια και τους όρους δανεισμού, έχουν επηρεάσει αρνητικά τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση τραπεζικών δανείων, η οποία υπολείπεται σημαντικά του επιπέδου προ της κρίσης.

Είναι πάντως θετικό ότι η ένταση με την οποία συρρικνώνεται η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις μη χρηματο¬πιστωτικές επιχειρήσεις μετριάστηκε κατά τη διάρκεια του 2016 (-0,5%, έναντι -1,4 % το β΄ εξάμηνο του 2015).

Ωστόσο, η αναζωογόνηση της πιστωτικής επέκτασης αναμένεται να παραμείνει υποτονική περιορίζοντας τη συμβολή του εγχώριου τραπεζικού τομέα στην οικονομική ανάκαμψη.

Η αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, είναι βέβαιο ότι θα συμβάλει καθοριστικά στην ανάκαμψη της τραπεζικής χρηματοδότησης, αλλά και στη γενικότερη αναδιάρθρωση του επιχειρηματικού γίγνεσθαι στην ελληνική οικονομία.

Το υψηλό αυτό απόθεμα από την μία πλευρά μειώνει τους διαθέσιμους πόρους των τραπεζών για νέες χρηματοδοτήσεις συρρικνώνοντας την προσφορά, και από την άλλη, αυξάνει το περιθώριο επιτοκίου που χρεώνουν οι τράπεζες στους πελάτες τους για να αντισταθμίζουν τον αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό και την πλευρά της ζήτησης.

Ορισμένα βασικά μεγέθη για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος και της πρόκλησης που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα ο εγχώριος τραπεζικός τομέας.

Στο τέλος Δεκεμβρίου 2016 το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων ως προς το σύνολο των δανείων ανερχόταν σε επίπεδο τραπεζών σε 44,8%, ήτοι περίπου 106 δισεκ. ευρώ.

Το ποσοστό αυτό είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (μαζί με αυτό της Κύπρου) και σχεδόν οκταπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (ΕΕ: 5,5%). Είναι αξιοσημείωτο ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ολόκληρη την ΕΕ (περίπου 1.100 δισεκ. ευρώ), ενώ το ενεργητικό του ελληνικού τραπεζικού τομέα αποτελεί μόλις το 1,2% του συνολικού ενεργητικού του τραπεζικού τομέα στην ΕΕ.
Τα ποσοστά των μη εξυπηρετούμενων δανείων ανά κατηγορία δανείων, διαμορφώνονται σε 41,5% για τα στεγαστικά, 44,4% για τα επιχειρηματικά και 54% για τα καταναλωτικά δάνεια και αφορούν περίπου 464 χιλιάδες, 423 χιλιάδες και 1,9 εκατομμύρια δανειολήπτες αντίστοιχα.

Το ήμισυ των δανείων σε καθυστέρηση είναι καταγγελμένα (48 δισεκ. ευρώ), ενώ τα υπόλοιπα κατανέμονται ισόποσα σε καθυστερούμενα άνω των 90 ημερών (28 δισεκ. ευρώ) και σε αβέβαιης είσπραξης (unlikely to pay, 30 δισεκ. ευρώ).

Σημειώνεται επίσης ότι περίπου 15 δισεκ. ευρώ από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αφορούν δάνεια που τελούν σε καθεστώς νομικής προστασίας.

Από αυτά, περίπου 9,3 δισεκ. ευρώ αφορούν στεγαστικά, 3,5 δισεκ. ευρώ καταναλωτικά και 2,1 δισεκ. ευρώ επιχειρηματικά δάνεια, ποσά που ανά κατηγορία μη εξυπηρετούμενων δανείων αντιστοιχούν περίπου στο 1/3 των στεγαστικών, στο ¼ των καταναλωτικών και μόλις στο 3,5% των επιχειρηματικών δανείων.

Ειδικότερα, δυσμενή εικόνα εμφανίζουν τα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπου, από δάνεια ύψους 46 δισεκ. ευρώ που έχουν χορηγηθεί σε 162 χιλιάδες επιχειρήσεις τα 27 δισεκ. ευρώ (58,9%) εμφανίζονται ως μη εξυπηρετούμενα και αφορούν 73 χιλιάδες επιχειρήσεις, αλλά και τα δάνεια προς πολύ μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, όπου από συνολικά ανοίγματα 25 δισεκ. ευρώ 588 χιλιάδων δανειοληπτών, τα 17 δισεκ. ευρώ είναι μη εξυπηρετούμενα (68,3%) και αφορούν 343 χιλιάδες δανειολήπτες.

Συγκριτικά μικρότερης έκτασης είναι το πρόβλημα για τις μεγάλες επιχειρήσεις, όπου σε σύνολο 30 χιλιάδων επιχειρήσεων στις οποίες έχουν χορηγηθεί δάνεια 64 δισεκ. ευρώ, οι 7 χιλιάδες επιχειρήσεις εμφανίζουν δυσκολία στην αποπληρωμή δανείων ύψους 17 δισεκ. ευρώ (26,7%).

Αποκαλυπτική είναι η εικόνα των κλάδων κατασκευών και διαχείρισης ακίνητης περιουσίας.

Σύμφωνα με στοιχεία Δεκεμβρίου 2016, από δάνεια ύψους 22,8 δισεκ. ευρώ που έχουν χορηγηθεί προς επιχειρήσεις των δύο προαναφερθέντων κλάδων, περισσότερα από τα μισά (12,6 δισεκ. ευρώ, 55,2%) καταγράφονται ως μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Τα 2/3 από αυτά αφορούν δάνεια που βρίσκονται σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών ή έχουν καταγγελθεί, ενώ το υπόλοιπο 1/3, αν και εξυπηρετείται κανονικά προς το παρόν, κρίνεται ότι είναι αβέβαιης είσπραξης (δηλ. υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν προβλήματα στην αποπληρωμή τους στο μέλλον). Αντίστοιχα, από τις περίπου 67 χιλιάδες επιχειρήσεις των κλάδων κατασκευών και διαχείρισης ακίνητης περιουσίας που έχουν λάβει δάνειο, περίπου 39 χιλιάδες εμφανίζουν δυσκολία στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους.

Οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις των δύο αυτών κλάδων έχουν ήδη συνομολογήσει ρυθμίσεις για δάνεια ύψους 4,5 δισεκ. ευρώ, εκ των οποίων σχεδόν το 1/3 εμφανίζει εκ νέου καθυστέρηση. Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι η ποιότητα του χαρτοφυλακίου των κλάδων κατασκευών και διαχείρισης ακίνητης περιουσίας εμφανίζεται χειρότερη σε σύγκριση με το μέσο όρο των επιχειρηματικών δανείων.

Σημειώνεται πάντως ότι για τους εν λόγω κλάδους οι τράπεζες έχουν σχηματίσει συσσωρευμένες προβλέψεις ύψους 6,3 δισεκ. ευρώ.  Επίσης, οι τράπεζες έχουν εξασφαλίσεις (κυρίως ακίνητα) αξίας 5,9 δισεκ. ευρώ έναντι των μη εξυπηρετούμενων δανείων των δύο αυτών κλάδων.

Η ελληνική κτηματαγορά

Κυρίες και κύριοι, τα οικιστικά και εμπορικά ακίνητα αποτελούν το 81% των εμπράγματων εξασφαλίσεων που έχουν οι τράπεζες για τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Δεδομένης της βαρύτητας της αγοράς ακινήτων για τον τραπεζικό τομέα, επιτρέψετε μου στο σημείο αυτό να καταθέσω ορισμένες σκέψεις και δεδομένα για την ελληνική κτηματαγορά.

Οι τομείς των κατασκευών και της ανέγερσης οικιστικών ακινήτων, οι οποίοι αποτέλεσαν σημαντικούς μοχλούς στήριξης και ανάπτυξης της οικονομίας μέχρι το 2008, υπέστησαν έκτοτε τεράστιο πλήγμα.

Το ποσοστό συνεισφοράς της κατασκευής κατοικιών στο ΑΕΠ της Ελλάδας βρίσκεται στο 0,6%, εξαιρετικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό πριν την κρίση (σταθερά άνω του 6,5% την περίοδο 2000-2009).

O αριθμός των νέων οικοδομικών αδειών (ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα)  από τις 95 χιλιάδες το 2005 μειώθηκε μόλις στις 12,4 χιλιάδες στη διάρκεια του 2016, ενώ σε όρους όγκου νέων κατασκευών η αντίστοιχη μείωση  αυτή έφτασε στο 90%.

Από το 2008 έως και το α’ τρίμηνο του 2017 οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν συνολικά κατά 41,9% για το σύνολο της χώρας (σε ονομαστικούς όρους), ενώ η μείωση των τιμών ήταν ακόμα πιο έντονη στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα την Αθήνα (-44,1%) και κυρίως τη Θεσσαλονίκη (-46,3%).
Οι υψηλοί ρυθμοί μείωσης των τιμών που είχαν καταγραφεί το 2012 και το 2013 άρχισαν σταδιακά να αμβλύνονται και διαμορφώνονται  πλέον σε χαμηλά επίπεδα (2016: -2,4%, α΄ τρίμηνο 2017: -1,8%). Τα επίπεδα της ζήτησης ειδικά για ορισμένες κατηγορίες ακινήτων παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Οι εξελίξεις αυτές στην ελληνική κτηματαγορά επισημαίνεται ότι δεν βρίσκονται σε αρμονία με τις αντίστοιχες εξελίξεις στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Από το 2013 και μετά οι δείκτες τιμών των οικιστικών ακινήτων παρουσιάζουν συνεχή ανάκαμψη στην πλειοψηφία των χωρών τόσο της ευρωζώνης όσο και της ΕΕ.
Το τέταρτο τρίμηνο του 2016 η μέση ετήσια αύξηση των τιμών οικιστικών ακινήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε στο 4,2%, ενώ ο ρυθμός αύξησης σε κάποιες χώρες ξεπέρασε το 10% (π.χ. Τσεχία, Ισλανδία).

Στον κλάδο των επαγγελματικών ακινήτων, με βάση τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το β’ εξάμηνο του 2016, οι ονομαστικές τιμές γραφειακών χώρων και καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών, κατέγραψαν οριακά θετικούς ρυθμούς μεταβολής σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο (0,2% και στις δύο περιπτώσεις).
Όσον αφορά δε τα μισθώματα, αν και οι πιέσεις για επαναδιαπραγμάτευση των ενοικίων συνεχίστηκαν και το 2016, ο δείκτης μισθωμάτων καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών κατέγραψε, για πρώτη φορά από το 2010 – που συλλέγουμε στοιχεία – οριακή αύξηση, 0,3%, σε σχέση με το α΄ εξάμηνο του 2016.

Σωρευτικά, από το α΄ εξάμηνο του 2010 έως και το β΄ εξάμηνο 2016, οι ονομαστικές τιμές των γραφειακών χώρων και καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών έχουν υποχωρήσει κατά 30%, περίπου.

Οι αποδόσεις των επαγγελματικών ακινήτων υψηλών προδιαγραφών στην Ελλάδα, αν και έχουν υποχωρήσει σημαντικά κατά την τελευταία διετία (περίπου 7,5% και 8,5% για τα γραφεία και καταστήματα υψηλών προδιαγραφών, αντίστοιχα), βρίσκονται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες (αποδόσεις γραφείων σε Βερολίνο, Λονδίνο, Στοκχόλμη και Ρώμη της τάξεως του 3,5% – 4,5%).

Είναι σαφές ότι αντίστοιχες αποδόσεις στη ζώνη του Ευρώ, είναι δυσεύρετες και σίγουρα ελκυστικές για τους επενδυτές. Το αυξημένο ενδιαφέρον για ακίνητα – ειδικά γραφεία – υψηλών προδιαγραφών αποτυπώνεται στο γεγονός ότι το ποσοστό των αντίστοιχων κενών χώρων βρίσκεται σε επίπεδα χαμηλότερα του 5% στην Αθήνα, ενώ ταυτόχρονα οι νέες αναπτύξεις παραμένουν καθηλωμένες.

Οι αιτίες είναι πολλές και μπορούν να αναζητηθούν τόσο στο ασταθές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον και στις δυσμενείς συνθήκες χρηματοδότησης από το τραπεζικό σύστημα όσο και στις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής κτηματαγοράς: γραφειοκρατία, πολύπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες σε όλα τα στάδια της ανάπτυξης των ακινήτων και το συνεχώς μεταβαλλόμενο, δυστυχώς προς το δυσμενέστερο, φορολογικό θεσμικό πλαίσιο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι το 2010 η φορολογία στην κατοχή των ακινήτων ως ποσοστό του ΑΕΠ  δεν υπερέβαινε το 0,5%-0,6%, ενώ το 2016 ξεπέρασε το 2% (2,2% βάσει των στοιχείων της Διεύθυνσης Φορολογίας Κεφαλαίου), κατατάσσοντας πλέον την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ με την υψηλότερη φορολογία στα ακίνητα. Από τη φορολογική επιβάρυνση των τελευταίων ετών δεν εξαιρέθηκαν τελικά ούτε και οι έμμεσες επενδύσεις στην ακίνητη περιουσία, καθώς κατά το 2016 ανατράπηκε δραματικά και το ευνοϊκό φορολογικό πλαίσιο για τις Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας (ΑΕΕΑΠ).

Παρά τις όποιες αντιξοότητες και αντικειμενικές δυσκολίες, ο τομέας των τουριστικών ακινήτων, ο οποίος είναι άμεσα συνυφασμένος με την καλή πορεία του τουρισμού τα τελευταία έτη, σε όλη τη διάρκεια της κρίσης αποδείχθηκε ο πιο ανθεκτικός τομέας της ελληνικής αγοράς ακινήτων και της οικονομίας γενικότερα.

Κατά τη διάρκεια μάλιστα του 2016, δρομολογήθηκε στην Αττική αξιόλογος αριθμός επενδύσεων, οι οποίες αφορούν την επαναλειτουργία ή αναβάθμιση παλαιών αλλά και την ανάπτυξη νέων μονάδων υψηλής κατηγορίας, ενώ πράξεις εξαγοράς υφιστάμενων μονάδων, πραγματοποιήθηκαν και σε τουριστικούς προορισμούς ανά την Ελλάδα (Μύκονο, Κέρκυρα, Κω κ.λπ.). Εξάλλου, η λειτουργία νέων μονάδων υψηλής κατηγορίας, όπως και η είσοδος διεθνών αλυσίδων ξενοδοχείων πολυτελείας, οι οποίες αποκτούν για πρώτη φορά παρουσία στην Ελλάδα, έρχονται να καλύψουν σταδιακά την υστέρηση της χώρας στην προσέλκυση τουριστών υψηλών εισοδημάτων.

Η προοπτική για ακόμα μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον στον τομέα του τουρισμού, αλλά και της τουριστικής κατοικίας, ενισχύεται και από τη σταδιακή ολοκλήρωση ή δρομολόγηση σημαντικών έργων υποδομής όπως είναι η αναβάθμιση των σιδηροδρομικών υπηρεσιών ως αποτέλεσμα της  ιδιωτικοποίησης της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, η αναβάθμιση των παραχωρηθέντων 14 περιφερειακών αεροδρομίων αλλά και η αναμενόμενη σταδιακή αξιοποίηση των υπόλοιπων περιφερειακών αερολιμένων, οι προγραμματιζόμενες νέες επενδύσεις στο λιμάνι του Πειραιά, η αναμενόμενη δρομολόγηση των διαγωνισμών για την αξιοποίηση των περιφερειακών λιμανιών (Αλεξανδρούπολης, Ηγουμενίτσας, Λαυρίου κ.ά.), η αξιοποίηση και η ανάπλαση της έκτασης του Ελληνικού κ.ά..

Συνολικά, η αποτίμηση των εξελίξεων στην αγορά ακινήτων, παρά τα προβλήματα που παραμένουν και πρέπει να αντιμετωπιστούν, επιτρέπει μία αισιοδοξία, η οποία αντανακλάται και στις αξίες, όπου φαίνεται ότι ουσιαστικά εξασθενεί η περαιτέρω υποχώρησή τους, ενώ για ακίνητα υψηλής προστιθέμενης αξίας παρατηρείται αυξημένη ζήτηση και  αύξηση των τιμών.

 Η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με προφανείς θετικές επιπτώσεις για την αγορά ακινήτων και τις επενδύσεις γενικότερα, είναι θετικό ότι έχει ολοκληρωθεί το θεσμικό «οπλοστάσιο», ενώ παράλληλα οι τράπεζες έχουν δημιουργήσει εξειδικευμένες μονάδες για τη διαχείριση των προβληματικών δανείων. Τα τελευταία βήματα που έγιναν πρόσφατα με την απλοποίηση του νομοθετικού πλαισίου αδειοδότησης εταιριών διαχείρισης πιστωτικών απαιτήσεων θα διευκολύνουν τη δραστηριοποίηση νέων εταιριών, πλέον των τεσσάρων που έχουν ήδη λάβει άδεια, και θα συμβάλουν θετικά στη σταδιακή ανάπτυξη της δευτερογενούς αγοράς δανείων. Επίσης, σύντομα θα τεθούν σε λειτουργία οι πλατφόρμες για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών και τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς ακινήτων.

Οι σημαντικότερες καινοτομίες του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών (σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νόμου) περιλαμβάνουν το ευρύ πεδίο εφαρμογής (δυνατότητα υπαγωγής στο νόμο κάθε είδους επιχείρησης ανεξάρτητα από εταιρικό τύπο και ύψος κύκλου εργασιών για οφειλές γεννημένες έως 31.12.2016 χωρίς περιορισμούς ως προς τις δυνατές λύσεις ρύθμισης), την καθολικότητα των οφειλών της επιχείρησης σε διαδικασία διαπραγμάτευσης με το σύνολο των πιστωτών μέσω της θέσπισης του θεσμού του συντονιστή (με την αξιοποίηση μητρώου διαμεσολαβητών), τη στόχευση στις βιώσιμες επιχειρήσεις με τη θέσπιση κριτηρίων επιλεξιμότητας, τη λεπτομερή και πλήρη διάρθρωση όλης της διαδικασίας με ευδιάκριτα στάδια και οριοθετημένες προθεσμίες, την ευέλικτη συμμετοχή του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης ως πιστωτών με δυνατότητα ακόμη και διαγραφής οφειλών υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την αξιοποίηση της τεχνολογίας με διεξαγωγή της διαδικασίας αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα. Επίσης, οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από πλευράς πληροφόρησης και στοιχείων, για τη συμμετοχή στο μηχανισμό, δυσχεραίνουν την αξιοποίησή του από στρατηγικούς κακοπληρωτές. Τα πρώτα δείγματα από τη λειτουργία του μηχανισμού εκτιμάται ότι θα τα έχουμε σε μερικούς μήνες, με το μεγαλύτερο όγκο των περιπτώσεων να αναμένεται από το 2018 και μετά.

Στην ίδια κατεύθυνση εκτιμάται ότι θα οδηγήσει και η ιδιαίτερα θετική πρωτοβουλία των τεσσάρων σημαντικών τραπεζών να συνεργαστούν μέσω ενός άτυπου forum για την αντιμετώπιση του ζητήματος των κοινών οφειλετών με σημαντική έκθεση σε δανεισμό σε τρεις τουλάχιστον τράπεζες. Στα πρώτα βήματα της προσπάθειας αυτής εξετάζονται πάνω από 70 περιπτώσεις μεγάλων επιχειρήσεων με δάνεια της τάξεως των 8 δισεκ. ευρώ, ενώ οι τράπεζες επεξεργάζονται και την ιδέα της επέκτασης της προσπάθειας και για δάνεια μικρότερου ύψους.

Θετική επίδραση στην κατεύθυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα έχει και η εφαρμογή από τις τράπεζες συγκεκριμένων επιχειρησιακών στόχων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι στόχοι αυτοί αποτελούν μία από τις βασικές πρωτοβουλίες και αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής στρατηγικής για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ενώ η σημασία της στοχοθεσίας αναγνωρίζεται και στις πρόσφατες οδηγίες της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ σχετικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Γενικότερα μάλιστα, όλες οι πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί από τις ελληνικές αρχές για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι σύμφωνες με τα συμπεράσματα και τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από διάφορες ομάδες εργασίες υψηλού επιπέδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ειδικότερα, οι τράπεζες έθεσαν ως στόχο τη μείωση του υπολοίπου των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 38% για την περίοδο Ιουνίου 2016-Δεκεμβρίου 2019, διαμορφώνοντας το αναμενόμενο υπόλοιπο των ΜΕΑ στα 67 δισεκ. ευρώ στο τέλος του 2019, με το μεγαλύτερο ποσοστό της μείωσης να εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί το 2018 και το 2019. Περίπου το 60% της μείωσης εκτιμάται ότι θα προέλθει από τα επιχειρηματικά, με το υπόλοιπο 40% να μοιράζεται σχεδόν ισόποσα στα καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια. Κατά την ίδια περίοδο, τα δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών αναμένεται να μειωθούν κατά 49%, από 78,3 δισεκ. ευρώ τον Ιούνιο του 2016 σε περίπου 40 δισεκ. ευρώ το 2019, με το σχετικό δείκτη να εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 37% σε 20% το 2019. Η μείωση αυτή θα προέλθει κυρίως από τις επιτυχείς ρυθμίσεις δανείων, δηλαδή την αποκατάσταση της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων που βρίσκονται επί του παρόντος σε καθυστέρηση, με το ποσό των ρυθμίσεων να εκτιμάται σε 30,8 δισεκ ευρώ, από διαγραφές δανείων ύψους 13,9 δισεκ. ευρώ, καθώς και, σε μικρότερο βαθμό, από ρευστοποιήσεις κυρίως επιχειρηματικών εξασφαλίσεων (11,5 δισεκ. ευρώ), και πωλήσεις δανείων (7,4 δισεκ. ευρώ). Αντίθετα, αρνητική συμβολή εκτιμάται ότι θα έχει η συσσώρευση νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (30,4 δισεκ. ευρώ).
Σύμφωνα με τις υποβολές των δύο τελευταίων τριμήνων του 2016, τα πρώτα δείγματα αναφορικά με την επίτευξη των στόχων, κυρίως των στόχων αποτελεσμάτων που επικεντρώνονται στη μείωση των συνολικών δεικτών μη εξυπηρετούμενων δανείων, είναι μεν ενθαρρυντικά, ωστόσο δεν πρέπει να μας εφησυχάζουν. Απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια από τις τράπεζες, ιδίως όσον αφορά την επίτευξη των στόχων δράσεων, οι οποίοι περιλαμβάνουν ενδεικτικά τη σύνθεση των λύσεων μακροχρόνιας ρύθμισης που προσφέρονται σε πελάτες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες, τη διενέργεια ανάλυσης βιωσιμότητας σε επιχειρήσεις μικρού και μεσαίου μεγέθους, την από κοινού αντιμετώπιση των κοινών πιστούχων και την εφαρμογή σχεδίων λειτουργικής αναδιάρθρωσης μεγάλων επιχειρήσεων. Η διαδικασία δεν θα είναι εύκολη, καθώς, εκτός από την προσπάθεια «θεραπείας» του υπάρχοντος αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, οι τράπεζες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν και το ζήτημα της αποτροπής δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Στην προσπάθειά τους αυτή θα πρέπει να δείξουν ιδιαίτερη μέριμνα και ευελιξία στις περιπτώσεις δανειοληπτών που εξυπηρετούσαν κανονικά τις υποχρεώσεις τους σε όλη τη διάρκεια της κρίσης και που μόνο τώρα να εμφανίζουν σημάδια κόπωσης στην αποπληρωμή. Αντίθετα οφείλουν να είναι απαιτητικές και πιο ενεργητικές στις περιπτώσεις των στρατηγικών κακοπληρωτών.

Κυρίες και κύριοι,

Συνοψίζοντας, επιτρέψτε μου να επισημάνω και πάλι ότι σήμερα σημαντικές ενδείξεις μας κάνουν πιο αισιόδοξους για το μέλλον. Η ελληνική κτηματαγορά και ολόκληρη η οικονομία δείχνουν σημάδια σταθεροποίησης και ανάκαμψης. Για να επιτευχθεί όμως ο στόχος της εξόδου από την κρίση και της διατηρήσιμης ανάπτυξης, επιβάλλεται η δρομολόγηση μιας ακολουθίας γεγονότων:

•    Να ολοκληρωθεί σύντομα η συζήτηση και να ληφθούν οι απαραίτητες αποφάσεις για τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα που θα διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.

•    Να ενταχθούν τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, το οποίο με τη σειρά του θα διευκολύνει την πρόσβαση στις αγορές, επαναφέροντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών στις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδος.

•    Να επιταχυνθούν οι διαδικασίες διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μέσω των οποίων θα στηριχθούν οι πραγματικά βιώσιμες επιχειρήσεις και θα ενεργοποιηθεί η επαναλειτουργία της αγοράς ακινήτων με τη διαμόρφωση αντιπροσωπευτικών τιμών μέσω πραγματικής προσφοράς και ζήτησης. Η ιστορική σχέση και κουλτούρα του ελληνικού νοικοκυριού για την κατοικία και το ακίνητο είναι βέβαιο ότι θα στηρίξουν την σταδιακή ανάκαμψη της ελληνικής κτηματαγοράς τα επόμενα έτη.
Το τελικό αποτέλεσμα από τη δρομολόγηση των εξελίξεων αυτών ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας και την ενίσχυση των εισοδημάτων και της απασχόλησης μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά με τη διαμόρφωση ενός σταθερού και ανταγωνιστικού φορολογικού περιβάλλοντος, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων με έμφαση τις αγορές προϊόντων αλλά και την προστασία του καταναλωτή, τις στρατηγικές συνεργασίες μεταξύ κράτους και ιδιωτών στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και την αξιοποίηση των στρατηγικών πλεονεκτημάτων της χώρας, με έμφαση στην ενέργεια, τις μεταφορές, τα logistics και τον τουρισμό, που με τη σειρά τους θα δημιουργήσουν πολλαπλασιαστικά οφέλη για ολόκληρη την οικονομία. Ένα τέτοιο περιβάλλον θα κινητοποιήσει την προσφορά νέων κεφαλαίων, όπως για παράδειγμα από εταιρίες διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων ή επιχειρηματικών συμμετοχών, οι οποίες σε συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα θα ενισχύσουν τις δυνατότητες χρηματοδότησης και ανάπτυξης της οικονομίας, αλλά θα δημιουργήσουν και τις συνθήκες αξιοποίησης του υψηλού μορφωτικού επιπέδου των Ελλήνων, εξέλιξη που θα ανασχέσει την εκροή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό και θα λειτουργήσει ανατροφοδοτικά στην προσέλκυση επενδύσεων εντάσεως γνώσης.

Κλείνοντας, γίνεται αντιληπτό ότι η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συμβάλει στην απελευθέρωση πόρων για τη χρηματοδότηση της υγιούς επιχειρηματικότητας και τη στροφή της ελληνικής οικονομίας προς καινοτόμους και εξαγωγικούς κλάδους.

Ο εντοπισμός των επιχειρήσεων με προοπτικές βιωσιμότητας, για τις οποίες θα πρέπει να εφαρμοστούν μακροπρόθεσμες λύσεις αναδιάρθρωσης, σε συνδυασμό με την προσέλκυση νέων κεφαλαίων είναι μια πολύ δύσκολη και πολύπλοκη διαδικασία η οποία θα πρέπει από την μία πλευρά να εντοπίζει και να επιβραβεύει την υπεύθυνη επιχειρηματικότητα η οποία δικαιούται μια δεύτερη ευκαιρία, και ταυτόχρονα να είναι αυστηρή με τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Υπό το πρίσμα αυτό, εκτιμώ ότι ως κοινωνία πρέπει να βλέπουμε την αναδιάρθρωση των δανείων, ως ευκαιρία για «ανασύνταξη υγειών δυνάμεων» με στόχο την πρόοδο και την ανάπτυξη.

Μην αφήσουμε την ευκαιρία αυτή να πάει χαμένη. Η συνολική διευθέτηση των οφειλών με δίκαιο, αποτελεσματικό και κοινωνικά ευαίσθητο τρόπο μπορεί να αποβεί επωφελής για όλους τους εμπλεκομένους ενισχύοντας ταυτόχρονα την κοινωνική συνοχή.

Shortlink:

X Αν θέλετε κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook