>Αντιμέτωπο με υψηλό ποσοστό διαγραφών "κόκκινων" δανείων το τραπεζικό σύστημα

>
ΣTA 250 εκατ. ευρώ ανήλθαν οι διαγραφές δανείων που πραγματοποίησαν οι τράπεζες στο πρώτο δίμηνο του 2011, όταν για το σύνολο του 2010 το πιστωτικό σύστημα διέγραψε δάνεια ύψους 1,32 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, μόλις τα μισά δάνεια από όσα ρυθμίζονται καταλήγουν τελικά ενήμερα, καθώς πολύ σύντομα οι δανειολήπτες δεν μπορούν να ανταποκριθούν ούτε στις νέες – ρυθμισμένες δόσεις.
Oπως επισημαίνουν στην «Ε» έμπειρα τραπεζικά στελέχη, η τάση σε ό,τι αφορά τις διαγραφές είναι ανοδική τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει υιοθετήσει το πιστωτικό σύστημα για καλύτερη απεικόνιση των στοιχείων των ισολογισμών τους.

Η συντριπτική πλειονότητα των δανείων που διαγράφονται είναι καταναλωτικά ενώ οι τράπεζες προχωρούν σε διαγραφές όσων έχουν μικρή πιθανότητα ανάκτησης, προκειμένου να μην στρεβλώσουν τα βασικά μεγέθη του ισολογισμού, όπως τα υπόλοιπα χορηγήσεων, τις προβλέψεις και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Στη διάρκεια του 2010, τα καταναλωτικά δάνεια που διαγράφηκαν ανήλθαν σε 887 εκατ. ευρώ ενώ συνολικά τα δάνεια προς ιδιώτες έφθασαν τα 909 εκατ. ευρώ. Τα επιχειρηματικά δάνεια ανήλθαν στο δωδεκάμηνο στα 397 εκατ. ευρώ.
Τα καταναλωτικά δάνεια αναγνωρίζονται ως ανεξόφλητα από τις τράπεζες, με βάση το εσωτερικό μοντέλο καθεμίας, συνήθως όταν δεν εξυπηρετούνται για 360 ημέρες και διαγράφονται. Ο ορισμός για το πότε ένα δάνειο οδηγείται σε διαγραφή άπτεται της πολιτικής του πιστωτικού ιδρύματος, με την Τράπεζα της Ελλάδος πάντως να παρεμβαίνει και να επιβάλλει πρόσθετες εποπτικές απαιτήσεις εάν δεν γίνονται διαγραφές. Στόχος της εποπτικής αρχής είναι να απεικονίζονται καλύτερα τα στοιχεία του ισολογισμού όσον αφορά τα δανειακά υπόλοιπα, το ύψος των προβλέψεων και δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων, μεγέθη τα οποία «διογκώνονται» με τη διατήρηση δανείων που υπόκεινται σε διαγραφή. Διαφορετική είναι η κατάσταση με τα στεγαστικά δάνεια, τα οποία έχουν εμπράγματες εξασφαλίσεις και δεν μπορούν να διαγραφούν παρά μόνο όταν ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία και προχωρήσει ο πλειστηριασμός. Για τον λόγο αυτό παλαιά δάνεια αυτής της κατηγορίας και για μικρά ποσά είναι αυτά που καταλήγουν σε διαγραφές.
Οι συνολικές διαγραφές του 2009 ανήλθαν σε 1,72 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 916 εκατ. ευρώ αφορούσαν καταναλωτικά δάνεια, ενώ το 2008 τα διαγραφέντα δάνεια ήταν συνολικού ύψους 1,42 δισ. ευρώ. Το 2008 διαγράφηκαν δάνεια ύψους 1,42 δισ. ευρώ.
Τα καταναλωτικά δάνεια είναι η πιο «ευπαθής» κατηγορία δανείων και ήδη στο «κόκκινο» βρίσκεται επισήμως στο τέλος του 2010, το 20,5% του συνόλου.

Στο «κόκκινο» τα μισά δάνεια που ρυθμίζονται

Την ίδια στιγμή συνεχής είναι η επιδείνωση της δυνατότητας των δανειοληπτών να εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους προς το πιστωτικό σύστημα. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το γεγονός ότι μόνο τα πέντε από τα δέκα δάνεια που ρυθμίζονται από τις τράπεζες «σώζονται» τελικώς και μετατρέπονται εφεξής σε ενήμερα.
Μάλιστα, όπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη, για τα δύο από τα πέντε αυτά δάνεια που «σώζονται» χρειάζεται τελικά να μεσολαβήσει και δεύτερη ευκαιρία προκειμένου να αποφύγουν την οριστική καθυστέρηση.
Οι τραπεζίτες εκτιμούν ότι τα δάνεια που αναδιαρθρώνονται θα φθάσουν το 30% του συνόλου από το 15%-20% περίπου που έχει ρυθμιστεί ήδη. Για το 2011 προβλέπεται αύξηση του δείκτη επισφαλειών κατά 1% ανά τρίμηνο ώστε το έτος να κλείσει στο επίπεδο του 14,5%.
Με βάση την εμπειρία των τραπεζών, τους τελευταίους δώδεκα μήνες κατά τους οποίους οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης είναι συνεχείς, από τα δέκα δάνεια που ρυθμίζονται, τα τρία παραμένουν ενήμερα στη συνέχεια ενώ για τα υπόλοιπα επτά υπάρχει δεύτερη ευκαιρία ώστε να μην περάσουν σε οριστική καθυστέρηση. Εκτιμάται ότι από τα τελευταία διασώζονται επίσης οι δύο δανειακές συμβάσεις στις δέκα.
Η εξέλιξη που καταγράφεται και είναι ιδιαιτέρως ανησυχητική είναι ότι πλέον «σκάνε» οι υγιείς δανειολήπτες, ιδιώτες και επιχειρήσεις, όσοι δηλαδή ως τώρα ήταν υπεράνω υποψίας καθώς διατηρούσαν την οικονομική τους δυνατότητα, έστω και μειωμένη.
Χωρίς τις πρωτοβουλίες αναδιάρθρωσης ο δείκτης επισφαλειών θα διαμορφωνόταν, με συντηρητικές εκτιμήσεις, στο 12% με 13% τουλάχιστον από το 10,4% του 2010. Οι εξελίξεις αναφορικά με την «επιτυχία» των ρυθμίσεων και την πορεία των επισφαλειών συναρτώνται αποκλειστικά και μόνο με τις οικονομικές εξελίξεις.

Κ. Παπαγρηγόρης

SHARE