Πέθανε ο Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ – 23 χρόνια ήταν υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας

Σε ηλικία 89 ετών πέθανε ο Γερμανός πολιτικός Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ, ο μακροβιότερος Υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, ο οποίος είχε διατελέσει και Αντικαγκελάριος και Υπουργός Εσωτερικών στην τότε Δυτική Γερμανία. Επίσης, διετέλεσε επικεφαλής των Ελεύθερων Δημοκρατών. Όπως ανακοίνωσε το γραφείο του στη Βόννη, ο Γκένσερ είχε σοβαρά καρδιακά προβλήματα.

Ο Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1927. Από το 1965 ήταν μέλος της Βundestag.

Ο Χανς Ντίτριχ Γκένσερ μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της ενωμένης Ευρώπης, αντικαγκελάριος και υπουργός Εξωτερικών, πέθανε από καρδιά στα 89 του χρόνια.

Πολιτικός του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (FDP), ο Γκένσερ διετέλεσε Ομοσπονδιακός Υπουργός Εσωτερικών από το 1969 έως το 1974 και από το 1974 έως το 1992, σχεδόν χωρίς διακοπή, Ομοσπονδιακός Υπουργός Εξωτερικών και Αντικαγκελάριος. Επίσης, ήταν Πρόεδρος του FDP από το 1974 έως το 1985.

Στις 20 Αυγούστου 1952 ο Γκένσερ πέρασε, μέσω του Δυτικού Βερολίνου, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Εργάστηκε ως εισηγητής στο Εφετείο τηςΒρέμης και το 1954 πέτυχε στη δεύτερη κρατική εξέταση για νομικούς στο Αμβούργο. Στη συνέχεια, έως το 1956, εργάστηκε ως δικηγόρος στη δικηγορική εταιρία των Δρ. Φρικ, Μπούζινγκ, Γκένσερ και Δρ. Μούφελμαν στη Βρέμη, που ειδικευόταν στο οικονομικό και φορολογικό δίκαιο.

Ο Γκένσερ υπήρξε μέλος του γερμανικού ομοσπονδιακού κοινοβουλίου από το 1965 έως το 1998, εκπροσωπώντας την εκλογική περιφέρεια του Δυτικού Βούπερταλ, αλλά εκλεγόμενος πάντα μέσω της λίστας επικρατείας του κρατιδίου Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας. Από το 1965 έως τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση του Βίλλυ Μπραντ το1969 υπήρξε διευθυντής της κοινοβουλευτικής ομάδας του FDP.

Μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 1969, ο Γκένσερ είχε ουσιαστική συμμετοχή στις διεργασίες για το σχηματισμό του συνασπισμού μεταξύ σοσιαλδημοκρατών και φιλελευθέρων και στις 22 Οκτωβρίου 1969 ανέλαβε καθήκοντα Υπουργού Εσωτερικών στην Κυβέρνηση του Καγκελαρίου Βίλλυ Μπραντ. Κατά τη διάρκεια της θητείας του συνέβη η Σφαγή του Μονάχου, όταν στους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972 στο Μόναχο μέλη της ισραηλινής αποστολής έπεσαν θύματα απαγωγής και δολοφονίας από παλαιστινιακή τρομοκρατική οργάνωση. Ο Γκένσερ πρότεινε στους απαγωγείς να κρατήσουν τον ίδιο ως όμηρο και να απελευθερώσουν τα μέλη της ισραηλινής αποστολής, πρόταση που αυτοί απέρριψαν. Μετά την αιματηρή κατάληξη της υπόθεσης, ο Γκένσερ, στις 26 Σεπτεμβρίου 1972, έδωσε εντολή στην ομοσπονδιακή υπηρεσία φύλαξης συνόρων να δημιουργήσουν την ειδική αντιτρομοκρατική μονάδα GSG 9.

Στις 16 Μαΐου 1974, μετά την παραίτηση του Βίλλυ Μπραντ, την εκλογή του Βάλτερ Σέελ ως Ομοσπονδιακού Προέδρου και το σχηματισμό Κυβέρνησης από τον Χέλμουτ Σμιτ, ο Γκένσερ ανέλαβε τα καθήκοντα του Αντικαγκελαρίου και Υπουργού Εξωτερικών. Υπό την ιδιότητά του αυτή, ο Γκένσερ είχε ουσιαστική συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις για την Τελική Πράξη της ΔΑΣΕ (Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη) στο Ελσίνκι. Το Δεκέμβριο του 1976 η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στηΝέα Υόρκη υιοθέτησε την πρόταση του Γκένσερ για την εκπόνηση μιας Σύμβασης κατά της Σύλληψης Ομήρων, στην οποία θα προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα έπρεπε να γίνονται, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, παραχωρήσεις προς τους τρομοκράτες που συλλαμβάνουν ομήρους. Υπό τη σκιά της «διπλής απόφασης» του ΝΑΤΟ, ο Καγκελάριος Σμιτ και ο Γκένσερ ως Υπουργός Εξωτερικών πραγματοποίησαν διαμεσολαβητικές προσπάθειες προς την κατεύθυνση της Μόσχας, προλειαίνοντας το έδαφος, ώστε ησοβιετική ηγεσία να δεχθεί τελικά να διεξάγει διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ σχετικά με τους πυρηνικούς πυραύλους μέσου βεληνεκούς (Intermediate Nuclear Forces/INF).

Μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 1980, σχηματίστηκε εκ νέου κυβέρνηση συνεργασίας με τη συμμετοχή του SPD και του FDP[5]. Ωστόσο, από τα μέσα του 1981 οι ενέργειες του Γκένσερ, υποστηριζόμενου κυρίως από τον Υπουργό Οικονομίας Ότο Γκραφ Λάμπστντορφ, κατέτειναν προς τον τερματισμό της συνεργασίας μεταξύ των δύο αυτών κομμάτων. Ο λόγος, που προβλήθηκε δημοσίως τουλάχιστον, ήταν η εντεινόμενη διάσταση απόψεων, ιδίως σε θέματα οικονομίας και κοινωνικής πολιτικής[6]. Στο παρασκήνιο, ωστόσο, φαίνεται ότι κρίσιμη ήταν η αυξανόμενη αποστασιοποίηση του SPD από τη «διπλή απόφαση» του ΝΑΤΟ[7]. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1982 ο Γκένσερ και οι υπόλοιποι Υπουργοί του FDP παραιτήθηκαν. Τον Γκένσερ αντικατέστησε προσωρινώς ο ίδιος ο Καγκελάριος Σμιντ, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Εξωτερικών, και ο Έγκον Φράνκε ως Αντικαγκελάριος.

Ο «πατριάρχης» της γερμανικής διπλωματίας

Ως Υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε μια συμβιβαστική εξωτερική πολιτική μεταξύ Ανατολής και Δύσης και ανέπτυξε στρατηγικές για την εφαρμογή μιας ενεργούς πολιτικής αποκλιμάκωσης, τη συνέχιση του διαλόγου με την ΕΣΣΔ και την εμβάθυνση της ενοποίησης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο Γκένσερ ήταν οπαδός μιας «ενεργού πολιτικής αποκλιμάκωσης» ως ένδειξη ανταπόκρισης στις προσπάθειες που κατέβαλλε η Σοβιετική Ένωση. Ο Γκένσερ πιστώνεται σημαντικό μερίδιο τόσο στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όσο και στην επανένωση της Γερμανίας, για την οποία διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με τον ομόλογό του από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) Μάρκους Μέκελ.

Στις 18 Μαΐου 1992 ο Γκένσερ αποχώρησε οικειοθελώς από την κυβέρνηση, μετά από 23 χρόνια συνολικής θητείας.

SHARE