ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ: Υπερψηφίστηκε εν μέσω έντασης στη Βουλή


Υπερψηφίστηκε κατά πλειοψηφία, επί των άρθρων και του συνόλου του, το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών, από το Β΄Θερινό Τμήμα της Βουλής.

Το πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει τα προαπαιτούμενα της τρόικας για την εκταμίευση της επόμενης δόσης, η εφαρμογή των οποίων θα ανοίξει και την πόρτα των διαπραγματεύσεων για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Η συζήτηση  επί των ρυθμίσεων του πολυνομοσχεδίου πραγματοποιήθηκε σε κλίμα έντασης, με τους βουλευτές ακόμη και της συμπολίτευσης, να εκφράζουν έντονες διαφωνίες.

Ο υπουργός Οικονομικών, Γκίκας Χαρδούβελης αναγκάστηκε να πάρει πίσω τη διάταξη για την κατάργηση των υποχρεωτικών δημοσιεύσεων προκηρύξεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ στον επαρχιακό Τύπο. 

Πέρα από τις επίμαχες ρυθμίσεις για το επικουρικό ταμείο των ένστολων, για το πόθεν έσχες, αλλά και τις δημόσιες συμβάσεις και την δημοσίευσή τους στον Τύπο, στο νομοθέτημα περιλαμβάνεται και η τροπολογία του υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης για τον τρόπο αξιολόγησης των δημόσιων υπάλληλων.

ΤΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΝΩΡΙΤΕΡΑ

Αντισυνταγματικές δύο ρυθμίσεις

Διπλό ζήτημα συνταγματικότητας βάζει η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής για το πολυνομοσχέδιο. Στην έκθεση που ολοκλήρωσε στέκεται ιδιαίτερα σε δυο σημεία:

* Εγήρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας αναφορικά με τη ρύθμιση για την κατάργηση του ΑΦΜ

* Κρίνει αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 221 του νομοσχεδίου που αφορά στην υπαγωγή του Ταμείου Αρωγής των Υπαλλήλων της Βουλής (ΤΑΥΒ), στη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος και κατά συνέπεια σε διαδικασία μείωσης των εφάπαξ, με στόχο τη βιωσιμότητα του ταμείου.

Η επιστημονική υπηρεσία της βουλής, βάζει στο μικροσκόπιο το σύνολο του άρθρου 221, που αφορά στις αλλαγές του τρόπου υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων, των μερισμάτων και των εφάπαξ των ένστολων, κρίνει όμως αντισυνταγματική μόνο την υπαγωγή του ΤΑΥΒ, του ταμείου των εργαζόμενων στη Βουλή δηλαδή, στη γενική εφαρμογή της ρήτρας βιωσιμότητας.

Σύμφωνα με την έκθεση που κατατέθηκε ήδη στο κοινοβούλιο, κάθε πρωτοβουλία ως προς την οργάνωση και λειτουργία του ΤΑΥΒ ανήκει αποκλειστικώς στην ίδια τη Βουλή, αποτελεί εσωτερική της διαδικασία, και πρέπει να ασκείται μόνο δια των αρμοδίων οργάνων της, και όχι με πρωτοβουλία άλλου οργάνου της Πολιτείας.

Θεωρεί συνεπώς, ότι ο νομοθέτης «δεν μπορεί να καταλάβει το Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Βουλής, εφόσον ο Κανονισμός της Βουλής (ΚτΒ) περιέχει ειδική, εν προκειμένω, ρύθμιση. Σύμφωνα με την έκθεση της επιτροπής, «στην ελληνική έννομη τάξη, η θέση του ΚτΒ είναι παράλληλη προς τη θέση του τυπικού νόμου, τα δε πεδία εφαρμογής τους δεν τέμνονται, αλλά οριοθετούνται από το ίδιο το Σύνταγμα».

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι στον βαθμό που διά της προτεινόμενης διάταξης απαιτείται η τροποποίηση των οικείων διατάξεων του Κανονισμού της Βουλής, η επίμαχη διάταξη δεν μπορεί να ψηφιστεί από θερινό τμήμα. Σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 1 του Συντάγματος «η συζήτηση και ψήφιση του Κανονισμού της Βουλής γίνεται μόνο στην Ολομέλειά της, και μάλιστα, όπως ήδη επισημάνθηκε, χωρίς τη σύμπραξη των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας (Κυβέρνηση, Πρόεδρος της Δημοκρατίας).

Πρόβλημα, διαπιστώνει η ειδική επιτροπή και ως προς την «προσθήκη της τελευταίας στιγμής» που αφορά στην ενσωμάτωση ρήτρας διασφάλισης του αξιόμαχου των σωμάτων ασφαλείας και των ένστολων. Υποστηρίζει δε, ότι θα έπρεπε, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να αναγραφούν τα κριτήρια εκπόνησης της «ρήτρας διασφάλισης αξιόμαχου» των Σωμάτων. Επισημαίνει μάλιστα, ότι αν η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση όμοιων καταστάσεων (λ.χ. εφάπαξ παροχή Α’ ποσού το έναν χρόνο και εφάπαξ παροχή Β’ ποσού τον άλλο χρόνο ουσιωδώς μικρότερη, σε δύο ασφαλισμένους που κατέβαλαν ακριβώς τις ίδιες εισφορές για τα ίδια χρόνια που ήταν ασφαλισμένοι), θα δημιουργηθεί προβληματισμός ως προς τη συνταγματικότητά της…

Η επιτροπή κρίνει ότι οι συγχωνεύσεις του ΤΕΑΠΑΣΑ και του ΤΕΑΠΙΕΝ στο ΕΤΕΑ δεν αντίκειται στο σύνταγμα, παρ’ ότι επισημαίνει ότι με το νέο σύστημα προκαθορισμένης εισφοράς νοητής κεφαλαιοποίησης μόνον η εισφορά είναι προκαθορισμένη εκ των προτέρων και κατά συνέπεια, ο κίνδυνος της μη δυνατότητας χρηματοδότησης των συντάξεων μεταφέρεται από το κράτος στον ασφαλισμένο. Από την άλλη, όμως, αναφέρει, ότι μέσω της αναπροσαρμογής και των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων βάσει του συντελεστή βιωσιμότητας, επιτυγχάνεται πιο δίκαιη κατανομή του κινδύνου της δημογραφικής γήρανσης μεταξύ ασφαλισμένων και συνταξιούχων, από ό,τι στο πλαίσιο του διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένης παροχής, όπου το κόστος της δημογραφικής γήρανσης βαρύνει αποκλειστικώς και μόνο τους ασφαλισμένους.

Η κατάργηση του ΑΦΜ

Θέμα αντισυνταγματικότητας όμως βάζει και για το θέμα της κατάργησης του ΑΦΜ. Όπως αναφέρει «από τη διάταξη δεν προσδιορίζονται αφενός οι περιπτώσεις φοροδιαφυγής που άγουν στην επιβολή της προτεινόμενης κύρωσης (πρβλ. άρθρο 13 παρ. 1 και 2 ν. 2523/1997) και αφετέρου οι συνέ¬πειες της θεσπιζόμενης κύρωσης σε βάρος του ίδιου του φορολογουμένου αλλά και τρίτων προσώπων που συναλλάσσονται με αυτόν, καθώς και η διάρκεια αυτών».

«Η ως άνω ασάφεια της προτεινόμενης διάταξης έχει ως αποτέλεσμα η εξουσιοδότηση που δίδεται στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να αφορά κατ’ ουσίαν την πρωτογενή ρύθμιση των σχετικών ζητημάτων, και όχι τη ρύθμιση ειδικότερου ή λεπτομερειακού ζητήματος όπως ε¬πιτάσσει το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της διάπραξης φοροδιαφυγής, επισημαίνεται ότι, συμφώνως προς το άρθρο 55 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, «για τους σκοπούς του Κώδικα ως “φοροδιαφυγή” νοείται», μεταξύ άλλων, και η απόκρυψη οποιασδήποτε φορολογητέας ύλης με μη υποβολή δήλωσης ή με υποβολή ανακριβούς δήλωσης, όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη μη απόδοση ποσού φόρου άνω των 5.000,00 ευρώ ανά φορολογικό έτος ή ανά φορολογική υπόθεση. Εξ άλλου, η χρησιμοποίηση του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου είναι σήμερα αναγκαία τόσο στις σχέσεις πολίτη και Φορολογικής Διοίκησης, όσο, κυρίως, και για την ανάπτυξη οποιασδήποτε επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Συνεπώς, στο βαθμό που η κύρωση της αναστολής ή της απενεργοποίησης του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου άγει κατ’ αποτέλεσμα σε απαγόρευση άσκησης οποιασδήποτε ε¬παγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας, η προτεινόμενη ρύθμιση συνιστά δυσανάλογο περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας (Σ 5 παρ. 1), ειδικότερη έκφανση της οποίας αποτελεί και η ελευθερία της επιχειρηματικής δραστηριότητας, και είναι, επομένως, αντισυνταγματική»

Shortlink:

X Αν θέλετε κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook