ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΟΘΟΝΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ: Δικαίωμα διαλείμματος 15 λεπτών κάθε 2 ώρες στους εργαζόμενους

 

Διάλειμμα διάρκειας 15λεπτών κάθε δύο ώρες έχουν όσοι εργάζονται μπροστά στην οθόνη υπολογιστή, έκρινε με απόφασή του το Εργατικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, ερμηνεύοντας την ισχύουσα νομοθεσία. Σύμφωνα με την απόφαση, ωστόσο, ο χρόνος των διαλειμμάτων στους εργαζόμενους δεν μπορεί να αθροίζεται, ενώ τα διαλλείματα θα πρέπει να χορηγούνται κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ της εργοδοσίας και των εργαζομένων.

Η υπόθεση που απασχόλησε τον Άρειο Πάγο αφορά σε εκδότη εισιτηρίων στα ΚΤΕΛ του νομού Μαγνησίας, ο οποίος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην εργασία του χρησιμοποιούσε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο εν λόγω υπάλληλος ζητούσε με προσφυγές στη Δικαιοσύνη να αποζημιωθεί για τις ώρες των διαλειμμάτων που δεν έλαβε, παρά τη νομοθετική πρόβλεψη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη (ΚΤΕΛ) αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Στις προσφυγές του ενώπιον της δικαιοσύνης, ο υπάλληλος επικαλούνταν το ΠΔ 398/1994 και την διαιτητική απόφαση 9/1997, η οποία καθορίζει τους όρους αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων στα ΚΤΕΛ.

Το Εργατικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ. αριθμόν 85/2013 απόφασή του απέρριψε την αίτησή του, καθώς στην επίμαχη διαιτητική απόφαση δεν αναφέρεται εάν έχει γίνει αποδοχή της υποχρέωσης του ΚΤΕΛ για τη χορήγηση του διαλείμματος, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγησή του.

Ωστόσο, δέχθηκε ότι οι εργαζόμενοι μπροστά σε οθόνες ηλεκτρονικού υπολογιστή, δικαιούνται διάλειμμα ανά δίωρο διάρκειας 15 λεπτών, όπως αναφέρει και η Ευρωπαϊκή οδηγία 90/270/ΕΟΚ, η οποία επικυρώθηκε από την Ελλάδα με το Προεδρικό Διάταγμα 398/1994 που αφορά τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας κατά την εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης.

Σύμφωνα, ωστόσο, με την αρεοπαγίτικη απόφαση η χορήγηση του επίμαχου διαλείμματος «υλοποιείται μετά από διαβουλεύσεις μεταξύ της εργοδοσίας και των εργαζομένων, δεδομένου ότι η οδηγία 90/270/ΕΟΚ δεν περιέχει διατάξεις δεκτικής άμεσης εφαρμογής, παρέχει μόνο γενικές κατευθύνσεις προς τα κράτη-μέλη, υποχρεούμενα να συμμορφωθούν και να εξειδικεύσουν το περιεχόμενο της».

SHARE