Βαλαβάνη: Η λαθραία εισαγωγή ενός κοντέινερ στερεί 1, 4 εκατ. ευρώ φορολογικά έσοδα από το κράτος

ImageHandler

Σε απάντησή της προς τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Πάνο Σκουρολιάκο ο οποίος είχε καταθέσει ερώτηση για το λαθρεμπόριο καπνού, η αναπληρώτρια υπουργός Οικονομικών Νάντια Βαλαβάνη υποστήριξε πως η απώλεια εσόδων του δημοσίου από το λαθρεμπόριο καπνού (τσιγάρων, κλπ) εκτιμάται μεταξύ 400 και 800 εκατ. ευρώ υποστήριξε ενώ τόνισε πως τα στοιχεία για το ύψος του λαθρεμπορίου σε διεθνές επίπεδο δεν είναι επιβεβαιωμένα. Εξήγησε πως η λαθραία εισαγωγή ενός κοντέινερ –ένα κοντέινερ περιέχει εννέα εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες τσιγάρα- στερεί το κράτος από φορολογικά έσοδα 1,4 εκατομμυρίων ευρώ.

Η ίδια εξήγησε πως η Ελλάδα, που αποτελεί πύλη εισόδου λαθραίων τσιγάρων, επιβαρύνεται σημαντικά με το κόστος καταστροφής τους. Οι εταιρείες που αναλαμβάνουν την καταστροφή χρεώνουν 300-400 ευρώ τον τόνο, καθώς οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές καταστροφής απαιτούν –και καλά κάνουν!- μεθόδους ιδιαίτερα φιλικές προς το περιβάλλον. Ετσι, «η καταστροφή των τσιγάρων μόνο για ένα κοντέινερ φτάνει σε κόστος τα 4.000-5.000 ευρώ, χωρίς να συνυπολογιστούν τα έξοδα για τους ανθρώπους και τα μέσα των διωκτικών μηχανισμών που χρειάστηκαν για την κατάσχεσή τους». Όπως είπε η κα Βαλαβάνη, «στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ίδια η OLAF –το Ευρωπαϊκό Γραφείο Καταπολέμησης της Απάτης- διαπιστώνει ότι η φύση του παράνομου εμπορίου καπνικών προϊόντων κάνει ιδιαίτερα δύσκολο από τη μια την εκτίμηση του όγκου και της ποσότητας των λαθραίων και από την άλλη την αποτίμηση της ετήσιας οικονομικής απώλειας από το παράνομο εμπόριο καπνικών για καθένα από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Όσο για τους λόγους γιγάντωσης του λαθρεμπορίου καπνικών σε διεθνές επίπεδο, η Νάντια Βαλαβάνη είπε πως συνδέονται με την κρίση που περιορίζει τα εισοδήματα και έχει ανεβάσει την ανεργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο 12%, που ιστορικά είναι ένας αριθμός ρεκόρ, με αποτέλεσμα οι πελάτες τους να είναι τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και πριν απ’ όλα οι άνεργοι και, όπως επισημάνατε και ο ίδιος, οι νέοι.

Επίσης, «έχει να κάνει με την αποτελεσματικότερη οργάνωση της δράσης του οργανωμένου εγκλήματος που διακινεί τα παράνομα προϊόντα καπνού στις πύλες εισόδου του λαθρεμπορίου καπνικών στην Ευρώπη, μια από τις σοβαρότερες από τις οποίες είναι η πατρίδα μας». Ειδικά στην Ελλάδα, «όπου τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει διαστάσεις επιδημίας, παρά τις προσπάθειες των διωκτικών αρχών, έχει να κάνει και με την απογύμνωση των τελωνιακών και των άλλων διωκτικών μηχανισμών, από το ΣΔΟΕ μέχρι το Λιμενικό, από το επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο -πριν από όλα- ανθρώπινο δυναμικό, με το «τσουνάμι» των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, που ωθήθηκαν και οι διωκτικοί μηχανισμοί αυτά τα χρόνια του μνημονίου. Έχει να κάνει με την απογύμνωση από υλικοτεχνικά μέσα που χρειάζονται, ξεκινώντας από τα ειδικά σκάνερ, και όχι τα φτηνά για το οποία τρέχει αυτή τη στιγμή ένας διεθνής διαγωνισμός, αλλά τα ακριβά, από τα οποία δεν μπορεί να κρυφτεί τίποτα και εμφανίζεται ακόμα και η σύνθεση απ’ ό,τι ανακαλύπτουν στα φορτηγά ή στα κοντέινερ που ζυγίζουν πάνω τους».

Η αναπληρώτρια υπουργός Οικονομικών μίλησε και για «διάλυση, στο όνομα της απλοποίησης, του τρόπου που γίνονται οι έλεγχοι, τουλάχιστον στα λαθραία τσιγάρα που δεν περνούν τράνζιτ προς τις χώρες της βόρειας Ευρώπης από τη χώρα μας. Και λέω που δεν περνούν τράνζιτ, γιατί το βασικό κίνητρο για το ότι η χώρα μας αποτελεί ένα πολύ σοβαρό πέρασμα είναι ότι οι τιμές πακέτου κυμαίνονται στις χώρες της βόρειας Ευρώπης μεταξύ 5 ευρώ με 8 ευρώ. Αυτά, όμως, που προορίζονται για την ελληνική αγορά, λόγω των μνημονιακών πολιτικών που αύξησαν υπέρογκα τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, κατάφεραν η τιμή των τσιγάρων να αποτελείται σήμερα κατά 83%, κατά μέσο όρο, από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, με αποτέλεσμα οι καπνιστές τελικά να καπνίζουν -θα έλεγε κανείς- όχι καπνό, αλλά φόρο». Η έκρηξη του λαθρεμπορίου, όπως είπε η κα Βαλαβάνη, «έχει το ίδιο αποτέλεσμα με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, δηλαδή αντί αύξηση, μείωση των δημοσίων εσόδων, γιατί είναι κανόνας ότι προϊόντα με μεγάλη φορολογική επιβάρυνση παρουσιάζουν και την πιο έντονη παραβατικότητα στη διακίνησή τους, καθώς οι λαθρέμποροι έχουν να κερδίσουν πολύ περισσότερα».

Κατά την κα Βαλαβάνη «έπαιξε ρόλο και η τιμολογιακή πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων απέναντι στα φτηνά τσιγάρα, με αποτέλεσμα ενώ προ μνημονίων ο μέσος όρος διαφοράς της τιμής ακριβών – φθηνών τσιγάρων -νόμιμων εννοείται- ήταν 1 ευρώ, σήμερα έχει περιοριστεί στα σαράντα λεπτά. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι όποιος είναι σε θέση να δώσει αυτά τα σαράντα λεπτά παραπάνω, περνά στα ακριβά και όποιος δεν είναι σε θέση σε μεγάλο βαθμό, περνά στα λαθραία, κυρίως στα λεγόμενα «illicit whites», που παράγονται, όπως ξέρουμε, στην Κίνα, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στην Αίγυπτο, στη Μαλαισία, στην Αμμόχωστο και αλλού, από τα οποία ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουν όλοι οι καπνιστές για καρκίνο, για ΧΑΠ και τα λοιπά πολλαπλασιάζεται, καθώς, όπως ήδη και ο ίδιος αναφέρατε προηγουμένως, στα λαθραία προϊόντα η σύνθεση και τα χημικά που χρησιμοποιούνται είναι εντελώς ανεξέλεγκτα». Σύμφωνα με την αναπληρώτρια υπουργό Οικονομικών «τόσο από άποψη υγείας όσο και από άποψη οικονομική, το πρόβλημα των λαθραίων τσιγάρων έχει μια καθοριστική, μια κυρίαρχη κοινωνικοταξική όψη που συνδέεται με την τιμολογιακή πολιτική του ελληνικού κράτους και δεν μπορεί να αποδοθεί ή πολύ περισσότερο να λυθεί αποκλειστικά βελτιώνοντας τη δίωξη. Χρειάζονται εξίσου οι κατάλληλες τιμολογιακές πολιτικές και αυτό θα οδηγήσει όχι σε μείωση, αλλά σε αύξηση των εσόδων του κράτους, όσον αφορά τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, σε μια τόσο δύσκολη εποχή».

Το σχέδιο καταπολέμησης του λαθρεμπορίου:

Κλειδί από την άποψη της δίωξης του λαθρεμπορίου είναι η λεγόμενη «ιχνηλασιμότητα», δηλαδή η ικανότητα να βρίσκουμε ανά πάσα στιγμή το ιστορικό, τη χρήση ή τον εντοπισμό ενός πακέτου τσιγάρων μέσα από καταγεγραμμένες ταυτότητες είπε η κα Βαλαβάνη. «Αν και ο όρος είναι νέος, τέτοιες τεχνικές πρέπει να πούμε ότι χρησιμοποιούν άλλες χώρες όντως ακόμα και από δεκαετία του ’60. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο το δαιδαλώδες δίκτυο διανομής καθιστά πολύ δύσκολη την ιχνηλασία των τσιγάρων. Γι’ αυτό οι ελληνικές υπηρεσίες θεωρούν ζωτικής σημασίας την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου συστήματος ιχνηλασιμότητας που θα δίνει σε κάθε πακέτο τσιγάρων ένα μοναδικό κωδικό, αποθηκευμένο σε κυβερνητικά ελεγχόμενη βάση δεδομένων».

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο «υπάρχει σήμερα σύγκρουση ανάμεσα στην παραπάνω θέση –την οποία υποστηρίζουμε όχι μόνο εμείς, αλλά και άλλα κράτη-μέλη- και τα σχέδια εγκατάστασης ενός συστήματος ιχνηλασιμότητας που έχουν αναπτύξει σε συνεργασία οι τέσσερις μεγαλύτερες καπνοβιομηχανίες. Αυτά τα τελευταία σχέδια θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αν οι εταιρείες έδιναν πλήρη πρόσβαση στον πηγαίο κωδικό του λογισμικού, στα στοιχεία της βάσης δεδομένων και στο σχετικό εξοπλισμό, αντί να κρατούν τον έλεγχο για τις ίδιες».

Δύο νομοθετικές πρωτοβουλίες:

Αυτήν τη στιγμή «βρίσκονται σε εξέλιξη δυο νομοθετικές πρωτοβουλίες. Πρόσφατα συγκροτήθηκε Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή με αντικείμενο την κατάρτιση σχεδίου νόμου για την πάταξη της λαθρεμπορίας καπνικών προϊόντων, με συμμετοχή του Υπουργείου για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς, του Υπουργείου Οικονομικών και της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες».

Υπάρχει, επίσης, σε εξέλιξη πρωτοβουλία του Υπουργείου Υγείας για συγκρότηση διυπουργικής Επιτροπής με συμμετοχή και του Υπουργείου Οικονομικών για την κύρωση αυτού που αναφέρατε, του πρωτοκόλλου για την εξάλειψη του παράνομου εμπορίου καπνικών προϊόντων, της σύμβασης-πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τον έλεγχο του καπνού. Έργο της Επιτροπής είναι η μελέτη του πρωτοκόλλου, η εξέταση του νομικού του πλαισίου και η διευθέτηση των θεσμικών και οικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από την εφαρμογή του για να προωθηθεί για κύρωση με νόμο στη Βουλή. Είναι το πρώτο εκτελεστικό πρωτόκολλο και απορρέει από το άρθρο 15 της σύμβασης-πλαίσιο, αναφορικά με τη μείωση κάθε μορφής παράνομου εμπορίου καπνικών προϊόντων. Ψηφίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη το Νοέμβριο του 2012 στη Σεούλ και σε αυτό αναγνωρίζεται ότι το παράνομο εμπόριο των προϊόντων καπνού υπονομεύει τις οικονομίες των κρατών μελών, δημιουργώντας μεγάλες απώλειες εσόδων, επηρεάζει δυσμενώς την ασφάλειά τους και τους στόχους για την υγεία, επιβάλλοντας επιπρόσθετη επιβράδυνση στα συστήματα υγείας και επηρεάζοντας δυσμενώς ιδιαίτερα –κι αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία- τους νέους ανθρώπους, τους φτωχότερους ανάμεσα στα τμήματα του πληθυσμού και τις άλλες ευάλωτες ομάδες.

SHARE